Αξιοσέβαστοι
Απόγονοι συντρόφοι!
Καθώς θα σκάβετε
την απολιθωμένη
σημερινή κοπριά,
των ημερών μας μελετώντας τα σκότη,
μπορεί
και να ρωτήσετε
για με καμμιά φορά.
Και τότες ο σοφός σας
ίσως και να πει,
καλύπτοντας με την πολυμάθειά του
πλήθος ερωτηματικά μεγάλα,
για κάποιον, λέει, που ζούσε κάποτε
του βραστού νερού τραγουδιστή,
που τ’ άβραστο νερό εχτρευότανε τα μάλα.
……
Ένας βοθροκαθαριστής
και νερουλάς μαζί ‘ναι η αφεντιά μου,
που εκλήθηκα
κι επιστρατεύτηκα από την επανάσταση.
Από των αφεντάδων τους ανθώνες έφυγα
και στο μέτωπο τράβηξα.
. . .
Σύντροφοι απόγονοι,
ακούστε με καλά,
εμέ τον αγκιτάτορα
τον αρχιφωνακλά.
Εγώ, βουβαίνοντας
της ποίησης τους κελαριστούς κρουνούς,
τα λυρικά τομίδια
θα δρασκελήσω
κι ως ζωντανός προς ζωντανούς
θα σας μιλήσω.
. . .
Ο στίχος μου
τον όγκο των ετών
θα σκίσει
και θα προβάλει
βαρύς,
τραχύς,
μα κι ορατός ακόμη,
ως έφτασε μέχρι τις μέρες μας
View original post 265 more words




S UNA SERENA noche de diciembre. Fuera nieva desde por la mañana. Estoy sentado en mi escritorio, leyendo. En la radio, de fondo, se oye una insulsa charla política. De repente, mi gato, que hasta entonces estaba tumbado y despreocupado en su alfombrilla, se levanta, da un salto, se sube a la pequeña biblioteca que se encuentra bajo la ventana y clava la mirada en algún sitio, sin moverse durante largo rato. No puedo entender qué está mirando, cuando fuera todo se encuentra en calma, y vuelvo al libro que estaba leyendo, sonriendo por su «tontería». Pero en el fondo le envidio. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, mirar despreocupado la nieve que cae en la densa oscuridad. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, que todo lo humano me fuera ajeno.
