Vladimir Mayakovsky: Μ’ όλη μου τη φωνή

shadesmag's avatarShades online

Αξιοσέβαστοι

Απόγονοι συντρόφοι!

Καθώς θα σκάβετε

την απολιθωμένη

σημερινή κοπριά,

των ημερών μας μελετώντας τα σκότη,

μπορεί

και να ρωτήσετε

για με καμμιά φορά.

Και τότες ο σοφός σας

ίσως και να πει,

καλύπτοντας με την πολυμάθειά του

πλήθος ερωτηματικά μεγάλα,

για κάποιον, λέει, που ζούσε κάποτε

του βραστού νερού τραγουδιστή,

που τ’ άβραστο νερό εχτρευότανε τα μάλα.

……

Ένας βοθροκαθαριστής

και νερουλάς μαζί ‘ναι η αφεντιά μου,

που εκλήθηκα

κι επιστρατεύτηκα από την επανάσταση.

Από των αφεντάδων τους ανθώνες έφυγα

και στο μέτωπο τράβηξα.

. . .

Σύντροφοι απόγονοι,

ακούστε με καλά,

εμέ τον αγκιτάτορα

τον αρχιφωνακλά.

Εγώ, βουβαίνοντας

της ποίησης τους κελαριστούς κρουνούς,

τα λυρικά τομίδια

θα δρασκελήσω

κι ως ζωντανός προς ζωντανούς

θα σας μιλήσω.

. . .

Ο στίχος μου

τον όγκο των ετών

θα σκίσει

και θα προβάλει

βαρύς,

τραχύς,

μα κι ορατός ακόμη,

ως έφτασε μέχρι τις μέρες μας

View original post 265 more words

Τεὸ Ρόμβος: Τὸ Παραμύθι τῆς Ἀνάπτυξης

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Rombos,Teo-ToParamythiTisAnaptyksis-Eikona-04

Τε­ὸ Ρόμ­βος

Τὸ Πα­ρα­μύ­θι τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (ΠΟΥ) ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ…

(Ἕ­να Πα­ρα­μύ­θι γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀ­γρί­ους τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης)

01-MiΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, σ’ ἕ­να νη­σά­κι κα­τα­με­σῆς στὸ Αἰ­γαῖ­ο ἐ­ζοῦ­σε μέ­σα σὲ λι­τὰ με­γα­λεῖα ἕ­νας γε­ρο-Βα­σι­λέ­ας πα­λαι­ῶν ἀρ­χῶν καὶ γη­ρα­λέ­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων. Ἦ­τον πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὸς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του καὶ εἶ­χε ἕ­να μο­να­χο­παί­δι. Ἐ­τοῦ­το πά­λε τὸ Πριγ­κι­πό­που­λο εἶ­χεν ἀ­πὸ μι­κρὸ δεί­ξει μί­αν ἔ­φε­ση πρὸς τὰ τρα­νὰ με­γα­λεῖ­α καὶ τὴν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων Ἀ­νά­πτυ­ξη. Κά­πο­τες ἡ θειά­κα τοῦ νε­α­ροῦ βλα­στοῦ ἐ­δώ­ρι­σε παί­γνια εἰς τὸν μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, ἤ­τοι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἐξκα­φέ­α, μί­αν μη­χα­νι­κὴ μπουλ­δό­ζα καὶ μί­αν μπε­του­νι­έ­ρα διὰ νὰ παί­ζει, καὶ ὁ μι­κρὸς Πρίγ­κηψ πλιὰ ὅ­λο στὰ ἀ­να­πτυ­ξι­ο­λά­γνα παί­γνια εἶ­χεν τὰ μυα­λά του.

       Ἐ­πε­ρά­σα­νε οἱ χρό­νοι καὶ μί­αν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος εἶ­χεν ἀ­νέ­βει στὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καὶ ὁ γε­ρο­βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πλιὰ φτά­ξει σὲ βα­θύ­τα­τα γε­ρά­μα­τα, ἔ­τσι ὅ­πως ἐ­κά­θον­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δος στὸ θρό­νο, ἔ­γει­ρε τὴν κε­φα­λὴ του ἐ­νῶ ἐ­ψέλ­λι­ζε τὰ ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε­τε…

View original post 596 more words

Μίλτος Σαχτούρης “Το άστρο”

yorona's avatarShades online

πρώτη δημοσίευση εδώ: για την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

Το ξανθό κεφάλι της

τα ξεβαμμένα χείλια της

η σιωπή της

και λίγο σάλιο που έτρεχε

από το άστρο

το σφύριγμα

το άγριο άστρο που ανοιγόκλεινε

το μάτι του

κι έβλεπε τον Ουρανό

κι έλεγε:

Θα τόνε κάψω!

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

View original post

Kostas Despiniadis: El gato

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Kostas Despiniadis

El gato

S UNA SERENA noche de diciembre. Fuera nieva desde por la mañana. Estoy sentado en mi escritorio, leyendo. En la radio, de fondo, se oye una insulsa charla política. De repente, mi gato, que hasta entonces estaba tumbado y despreocupado en su alfombrilla, se levanta, da un salto, se sube a la pequeña biblioteca que se encuentra bajo la ventana y clava la mirada en algún sitio, sin moverse durante largo rato. No puedo entender qué está mirando, cuando fuera todo se encuentra en calma, y vuelvo al libro que estaba leyendo, sonriendo por su «tontería». Pero en el fondo le envidio. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, mirar despreocupado la nieve que cae en la densa oscuridad. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, que todo lo humano me fuera ajeno.

Fuente: de la colección de breves narraciones Νύ­χτες

View original post 97 more words

Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια

αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

(Από τη συλλογή Μέγας κηπουρός)