Category Archives: Uncategorized
Πρωινό
Να φύτρωναν ξανά του ερχομού τα δάχτυλα να βρίσκαν ράχες να στολίσουν τόσα χαμένα δαχτυλίδια
Πευκούλια “Σημειώσεις απ’ το δρόμο”
Ποιος χρειάζεται τις αναμνήσεις ενός τύπου για τα Πευκούλια; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη σε όποιον έχει βρεθεί στην παραλία, διαισθανόμενος την συλλογική της μνήμη ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Για όποιον βίωσε και βιώνει τον αέναο κύκλο της πρώτης και παντοτινής βουτιάς στο μαγικό της στερέωμα. Κύματα φωτός και ύλης που σμίγουν για να γεννήσουν ξανά το καλοκαίρι μας, την αγάπη μας για την ζωή, την ελευθερία μας, τους έρωτές μας και την βαθιά μας φιλία. Το φυσικό μυστικό της παραλίας ανεμίζει στις σελίδες του Βασίλη κι όποιος αφουγκραστεί προσεκτικά μπορεί να ακούσει τον ήχος της πρώτης τρομπέτας, ίσως και της τελευταίας για μερικούς από μας.
Πευκούλια “Σημειώσεις απ’ το δρόμο” του Βασίλη Νικολόπουλου
Νο 138 (… τίποτα εδώ)
Παντού
τα παράθυρα κλειστά,
σαν
ο χρόνος να ομολογεί,
υπάρχει μέσα στο μυαλό η καρδιά του κόσμου,
να σκεφθώ
ένα βιολί και το χορό,
μήπως και ο ουρανός ζεσταθεί,
αλλά θρυμματισμένες
τέφρες
περπατώ
και είναι τόσο κουραστικό που τα μάτια κλείνω,
~
γίνομαι
σαν παιδικά καλοκαίρια,
μια αναμονή
με τα μεγάλα της δόντια,
πόσες μέρες ακόμη μέχρι το μεγάλο ψέμα;
οι ταφόπλακες
πληθαίνουν,
νανουρίζει ο χρόνος,
πέφτει
πάνω μου,
στέλνει το ρόλο μου,
κι εγώ να κάνω πως τεντώνω τα πόδια.
~
Λυγίζει
η γέφυρα του χρόνου,
όταν το βάρος της ψυχής γίνεται ένα δάκρυ στις καλές στιγμές,
και μετά,
αυτή η ξαφνική έκρηξη
οργής,
με τη χειρότερη λέξη να μην έχει ακόμη ειπωθεί·
κι εγώ τι να πώ,
επιμένω
στη θλίψη,
μετρά την απόσταση από τη σιωπή,
μαλακώνει
το σκληρό μου χέρι.
~
(alexmil)
2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

Εξαγωγή
Γαργάρα μ’ αλατόνερο
κι ένα κονάκι απόμερο,
με την εφημερίδα
τα νέα απ’ την πατρίδα.
Ξεδοντιασμένο απόγευμα
σουπίτσα έχεις για πρόγευμα,
και για κυρίως πιάτο
σκοτάδι δίχως πάτο.
***
O ύπνος
Ο ύπνος κράτησε. Δεν συνέφερε να ξυπνήσεις. Τι θ’ αντίκριζες παρά ερημιά. Πώς θα ξανακοιμόσουν σαν τρύπωνε καμιά ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια; Όχι, δεν συνέφερε.
Κι ας πούμε τ’ αποφάσιζες να βγεις στους άδειους δρόμους, μόνος εσύ σε μέρη πλέον άγνωστα κι απάτητα. Δεν θα κινδύνευες; Δεν θα σε τρόμαζε η ίδια σου η φωνή; Πώς θα βεβαιωνόσουν ότι δεν ξύπνησες σε εφιάλτη; Όχι, ευτυχώς. Ο ύπνος κράτησε.
φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς
Νο 136 ( ο δρόμος όταν δεν ανάβουν τα φώτα)
Ένα
μόνιμο σημάδι
από σιωπή
και το παράθυρο
στο κακό μέρος της πόλης,
ένας χαλασμένος
άνεμος,
ένα ραδιόφωνο παλιό
και να
κρέμεται ανάποδα ένας θεός από τη μπλούζα μου,
παράξενο ζευγάρωμα,
τρώω
σήμερα,
πεινώ αύριο,
κι έτσι ξυπνούν τα αγκάθια
στο βρώμικο
χαλί,
το πατώ γυμνός
και κοιτώ έξω το θάνατο των αναπνοών.
~
(alexmil)
Οικόσιτο γρασίδι | Βαλάντης Βορδός

Πρέβεζα
Για πες
σου μιλάει για ποίηση;
πολλοί μιλάνε
λίγοι έχουν να πουν
Γι’ αυτούς που μάτωσαν
να μιλήσουν
η Πρέβεζα στάθηκε
το ένδοξο ανάχωμα
***
Πομπηία
Ανδρόγυνο
ο ένας δίπλα στον άλλον
μέσα στον τάφο
προσδοκία μεταφυσικής;
επιτομή ρομαντισμού;
η απλά η τέλεια αυτοκτονία
***
Εκ των ων συνετέθη
Καθόταν παραδομένος
με τα χέρια ριγμένα στα γόνατα
αν του ’ριχνες ένα κουβά νερό
λάσπη θα γινόταν
***
Οικόσιτο γρασίδι
Το περιφραγμένο γρασίδι
ποτίζεται λιπαίνεται κουρεύεται
με κηπουρό ή μη
Δεν περπάτησαν πάνω του
ζώα απεγνωσμένα για τροφή
λύκοι πονηρά αλεπουδάκια
δεν κατούρησαν κάθε κρυφή
του γωνιά
πουλιά πέρασαν και δεν φώλιασαν
παιδιά σπρώξαν πάνω του ποδήλατα
και τα πλαστικά τους φορτηγάκια
δεν έκανε ποτέ του κεφαλιού του
επαναστάσεις και τέτοια πράγματα
Φράχτες δεν ξεπέρασε στο ύψος
αργά η γρήγορα πάντα κοβόταν
όταν ερχόταν η ώρα
Σε λόφους ξεραίνεται στην άκρη
των κτημάτων
που πάνω τους κάθε σημαία
γέρνει και…
View original post 3 more words
Λίγες μέρες πριν τις επιθέσεις | Στάθης Κεφαλούρος

Ήρθε η ώρα της επιθεώρησης των καταφυγίων.
Μην περιμένετε πια ν’ ακούσετε συναγερμό. Παλιά ήταν αυτό.
Σήμερα τον συναγερμό τον βλέπουμε κάθε βράδυ στα δελτία των οκτώ,
μπορεί και πιο νωρίς
και να αιφνιδιαστείς.
Δεν είναι ότι φοβάμαι ούτε πως είμαι απαισιόδοξος,
μα ήλθε αλήθεια η ώρα της επιθεώρησης των καταφυγίων.
Φροντίστε τα όσο είναι καιρός.
Αυτά βρήκα ως τώρα εγώ.
Τον Θεό, την ποίηση, τον έρωτα
κι αν είναι δυνατόν
όλα αυτά μαζί
στην εξοχή.
* Αφιερώνεται στον ποιητή απ’ τη Συρία Nazih Abou Afash
με την ελπίδα να είναι εν ζωή
>> ποίημα από την πρόσφατη συλλογή του Στάθη Κεφαλούρου, Ο Αδάμ ονοματίζει τα ζώα, εκδόσεις Λέμβος, 2019
φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς
Γυναίκα διαβάτισσα
Σκιές, ακίνητες, σχεδόν κυνικές, καρφωμένες, στην άκρια της νοσταλγίας μου, σαν λόγια ανθεκτικής ξερολιθιάς, ή φρέσκιας μνήμης εργάτες. Ένα συναίσθημα με αγωνία με κοιτά, θα σκύψω να το μαζέψω, σαν γυναίκα διαβάτισσα , σε ναρκοπέδιο. Δεν ξεριζώνω τις σκιές, σαλεύουν πίσω τους οι υποσχέσεις. ••••••••••••••••••••••••••••••
Γιώτα Αργυροπούλου, «Μη σκεπάζεις το ποτάμι»
Στόν Γιώργο Μαρκόπουλο
Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα
λιγνό άδερφό του παραπόταμο.
Δέν είναι δά κανά κρεββάτι
γιά νά τραβήξεις τό πρωί άπό όχθη σ’ όχθη ένα σεντόνι
καί νά πεις “ό,τι έγινε δέν έγινε”.
’Εδώ όλα λούζονταν στό φώς.
Λιγνά παιδιά καί μπακιρένιες γύφτισσες
καί οί δικές μας νά ’ρχονται, αχ Τζάνε ποταμέ,
νά πλένουν, νά λευκαίνουνε,
νά χαίρονται άσπρα γόνατα
δώρο θεοΰ λιγάκι γύμνια, πού κάποτε
μάτια δειλά καί διψασμένα τή ρουφούσαν.
Έδώ όλα λούζονταν στό φώς.
Δέ σκέπασε τόν ’Αλφειό ό Γιώργης ό Παυλόπουλος,
τόν άφησε μές στίς σελίδες νά κυλάει.
Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα,
γιατί έφερε κατεβασιά θολό νερό
πνιγμένα ζώα
πήρε σπίτια,
έσυρε μιά γλυκομηλιά
δυό άδέρφια άγκαλιασμένα.
*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, έκδοση Πλανόδιον, Αθήνα 2004.




