Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

γυναίκα πουλί

και θα κρατάς στις χούφτες σου 

μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου 

Κατερίνα Γώγου, Θέλω να κουβεντιάσω

αν ήμουν πουλί

και ήσουν παραλία

κι ήμουν πουλί της θάλασσας

και λάτρις σκουληκιών

που κρύβονται στην άμμο

και σου ’μπηγα το ράμφος μου

κι αν έμενες εκεί

παρά το κρύο του χειμώνα

κι ερχόμουν στις λακκούβες σου

να κρύψω αυγά

και κάποτε όταν έρθει η ώρα και πεθάνω 

αγκάλιαζες σιγά σιγά με τον καιρό τα οστά μου 

τότε θα μ’ αγαπούσες;

βέβαια είμαστε άνθρωποι 

κακώς που σε ρωτώ 

μα αν προσπαθήσω πιο πολύ 

δεν θα ’ναι σαν πουλί να τραγουδώ;

***

μις έρημος

Please stop by, I’m still alive 

though I’m missing fifty tomb lilies 

Cinema Strange, Tomb Lilies

κάνουν τα παιδιά ποδήλατο κι εκείνη 

πάει στα μνήματα

παίζουν τα παιδιά στη θάλασσα κι εκείνη 

πίνει γάλα 

μια ζωή

μια λευκή τιμωρία 

Πόλεμος

           δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, 

να λες ναι, ναι,

                  στα μέτωπα

                                                        με βολές πολυβόλου

να τυπωθεί στις προκηρύξεις λέει η μικρή 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ 

Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ

πεταλούδα παιδί στοιχειωμένο 

ήσουν κάτι σαν γέλιο θαμμένο

εκτός κι αν δεν 

ήσουν

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2018.

William Matthews (1942 – 1997), Ο Μίνγκους στο Showplace

Ήμουνα χάλια, φυσικά, καθ’ ότι δεκαεπτά, 

κι έτσι ανέλαβα δράση και έγραψα ένα ποίημα,

και αποδείχθηκε οικτρό, διότι έτσι σκεφτόμουν πως

η ποίηση λειτουργούσε: χώνευες εμπειρία και έχεζες

λογοτεχνία. Ήταν το 1960 στο Showplace, καιρό έκτοτε 

κλειστό, στη Δυτική 4η Οδό, και κάθισα στο μπαρ,

με λίγα χρήματα για μπύρα από ένα μασουράκι που μάζευα, 

το παιδί στην πόλη, μεγάλα αυτιά σαν κουταβάκι.

Και ήξερα για τον Μίνγκους πως επρόκειτο για ιδιοφυία.Ήξερα δυο 

ακόμα πράγματα μα όπωε φάνηκε λανθασμένα.

Επομένως τον ανάγκασα να δει το ποίημα.

«Κυκλοφορούν πολλά τέτοια», είπε,

και Χριστέ μου είχε δίκιο. Με στραβοκοίταξε 

μα δε φάνηκε να σκέφτεται

την επικινδυνότητα των άσχημων ποιημάτων, όπωε κάποιοι ποιητές. 

Αν ήταν ανώτερα στελέχη του μπέιζμπολ θα συνωμοτούσαν

να καταστρέψουν oites zis αλάνεε παντού ώστε το παιχνίδι 

να σταματούσε για τα παιδιά. Βέβαια αργότερα

εκείνη τη νύχτα απέλυσε τον πιανίστα του στη μέση τns παράστασηε 

και τον κατέβασε απ’ την εξέδρα.

«Αντιμετωπίζουμε ένα ντιμινουέντο στο προσωπικό», 

εξήγησε, και η μπάντα συνέχισε να παίζει.

MINGUS AT THE SHOWPLACE

I was miserable, of course, for I was seventeen, 

and so I swung into action and wrote a poem,

and it was miserable, for that was how I thought 

poetry worked: you digested experience and shat

literature. It was 1960 at The Showplace, long since 

defunct, on West 4th St., and I sat at the bar,

casting beer money from a thin reel of ones, 

the kid in the city, big ears like a puppy.

And I knew Mingus was a genius. I knew two 

other things, but as it happened they were wrong.

So I made him look at the poem.

“There’s a lot of that going around,” he said,

and Sweet Baby Jesus he was right. He glowered 

at me but he didn’t look as if he thought

bad poems were dangerous, the way some poets do. 

If they were baseball executives they’d plot

to destroy sandlots everywhere so that the game 

could be saved from children. Of course later

that night he fired his pianist in mid-number 

and flurried him from the stand.

“We’ve suffered a diminuendo in personnel,” 

he explained, and the band played on.

*Επιλογή – Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος.

**Από το δίγλωσσο (ελληνικά και αγγλικά) βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ”, εκδόσεις Bibliotheque, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Ακαδημαϊκά χαϊκού

Κάτι μεγάλα 

εγώ, παρασυρμένα 

κούτσουρα μοιάζουν.

Ο βαρκάρης τα 

εξισώνει μονομιάς. 

Αγύριστο στο 

διάβα σου καράβι, 

να έχεις λιμάνι;

***

Μη κερδοσκοπικό

Είχε ανατρέξει σε πολλά εγχειρίδια αυτοβελτίωσης 

και ερασιτεχνικής ψυχολογίας.

Η χαρά δικτατόρευε το έργο του, όπου οι προτάσεις 

ξεκινούσαν, συνήθως, με το να.

Στο facebook, αριθμούσε μερικές χιλιάδες φίλους. 

Φωτογραφιζόταν παντού χαμογελαστός, ποζάροντας 

-δήθεν αιφνιδιασμένος- με φόντο, κατά προτίμηση, 

βιτρίνες εμπορικών, καφετέριες, χασαποταβέρνες.

Γραμμένος σε πάσης φύσεως συλλόγους, επιτροπές 

και φιλανθρωπικά σωματεία.

Το κλείσιμο της ημέρας τον έβρισκε, 

να φτύνει περαστικούς απ’ το μπαλκόνι.

***

Ξετάγκ

Δε θέλω να με βάζεις σ’ ετικέτα.

Θέλω να πάμε για καφέ.

Δεν έχω καν προτίμηση στα στέκια 

απλά δε συμπαθώ τα κυριλέ. “

Εκεί μπορεί να ξαναβρούμε 

το νήμα μιας συζήτησης παλιάς.

Ή, έστω, μια στιγμή να ξεχαστούμε 

όπως ξεχνιέται ένας φουκαράς

από το πάρκο απέναντι κοιτώντας

μια που θα ανάσταινε νεκρούς και ζώντας.

*Από τη συλλογή “Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Στροβιλισμός αφής

Ι

Χωρίς τον ερχομό 

Ποιο νόημα έχει η φυγή;

Χωρίς τον πηγαιμό

Ποιο νόημα έχει η επιστροφή;

II.

Πώς θα επιστρέφω

Εκεί που δεν ξέρω αν έχω φύγει

Στο πρόσωπο

Στα πρόσωπα

Που είναι όλα αλλόκοτα

Μα είναι όλα παρόντα

Tt να πεις;

Στροβιλισμός αφής

III.

Έλα κοντά μου 

Δες τη σιωπή 

Δες το αίμα 

Δες την αφή

Δεν είμαι εγώ 

Δεν είσαι εσύ 

Είμαι όλοι αυτοί

IV.

Ποια νύχτα 

Ποιο φως 

Ποια αυγή 

Ποιος πόλεμος 

Ποια ανακωχή

Μας άφησε στο δρόμο μισούς;

V.

Ξεκουράσου. Περίμενέ με, αν θέλεις.

Έχω να κολυμπήσω στη λίμνη του ηλιοβασιλέματος. 

Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Είναι ο μόνος μου δρόμος για τον ουρανό.

VI.

Ένα τούλι από ατλάζι ο ουρανός 

Τρυφερό σαν χάδι 

Εμείς ξανά

VII.

Ρίχνω στον αέρα το σεντόνι μου 

Αρώματα της νύχτας στο φως 

Ευχή να ευωδιάσουν τα κύματα 

Ο νόστος της αυγής να σε φέρει κοντά μου

VIII.

Ξέπνοος

σε ταχύτητα δίνης 

το φιλί σου

*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.

Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης, Αιμάτινα πουκάμισα

Στη Μάγδα Φύσσα

Και εκείνες γυρνούν στα σπίτια τους

έπειτα από τόσο καιρό

αποδύονται τα αιμάτινα πουκάμισα

και τα δάκρυα από τις πρώτες βροχές

από τους πρώτους πολέμους

και δεν υπάρχει καιρός για λιποταξίες

ούτε για πόθους ούτε και για άλλη ζωή 

μόνο μπορούν σε μια στιγμή ανθρώπινη

να σηκώσουν τα χέρια τους 

και να απελπιστούν για τον Γολγοθά

στη γυμνή πληγιασμένη σάρκα της ψυχής τους

μα μια στιγμή μετά 

παίρνουν ξανά τα αιμάτινα πουκάμισα

από τις κρεμάστρες

τα φορούν

σαν μόνη σάρκα

βγαίνοντας έξω

κλείνουν τις πόρτες

σφαλίζουν καλά τα παράθυρα

διαγράφοντας το τελευταίο ίχνος

ενός σπιτιού

του δικού τους σπιτιού 

δεν έχουν σπίτι

εκείνες οι γυναίκες

που ενδύθηκαν 

τα αιμάτινα πουκάμισα 

εκείνες οι γυναίκες

που ανάχθηκαν σε σύμβολα

της αιώνιας μάχης

απέναντι στις Λερναίες Ύδρες

των καιρών

εκείνα τα αιμάτινα πουκάμισα 

δεν ήταν αδειανά

δεν θα είναι ποτέ αδειανά

θα έχουν πάντα το αίμα

των νεκρών μας

~~~~~~~~~~

Bloodied Shirts

To Magda Fissa 

And these women return to their homes

after all this time

they take off the bloodied shirts

and the cries

from the first rains

and the first wars

and there is no time for surrendering 

neither for longing nor for another life

only they can;  in a human moment

to put up their hands 

and be desperate about their via Dolorosa

into their naked wounded skin of their souls

but in the next moment

they take once again the bloodied shirts

from the hangers 

they put them on 

as only skin

and going out

they lock the doors

they shut tight the windows

erasing the last thread of 

a home

their home

because they don’t have a home

these women who have worn

these bloodied shirts 

these women who have been risen

as symbols of 

our endless fight against 

the hydras of our times 

these bloodied shirts

were never empty 

they will be never empty

they will always have the blood

of our dead

Ένα έτσι, Σφίγγω τα δόντια …

Σφίγγω τα δόντια για τον ίδιο λόγο

που τα παιδιά τρυπάνε τις καρδιές τους.

Η πατρική μου φωνή στο ημίφως

κρατά τα βιβλία κλειστά μέχρι να φέξει.

Κλειδώνει την μητέρα σε μια ιαχή.

Σπάω τα δόντια για τον ίδιο λόγο

που μια επανάληψη συμπληρώνει τις ανακρίβειες.

Μπροστά από κάθε μύθο σταλάζει ο οίκτος των μαρτύρων του.

Ένα αδέσποτο σκυλί εξημερώνει την νύχτα.

Γαβγίζει για να μάθει την αλήθεια.

Η νύχτα είναι μια καραντίνα σε πλοίο.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/10/06/4906/

Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Με τον τρόπο των ξωμάχων

Έκοψε μια φέτα ψωμί

με τον τρόπο των ξωμάχων.

Με το ψωμί να ακουμπάει στο στήθος.

Την έσπασε σε κομμάτια και μοίρασε.

μια για τα δαρμένα παιδιά

μια για τα ανεκπλήρωτα όνειρα

μια για σένα

που τα υπήρξες όλα.

Ξεφέλωσε και το κρασί.

Λάβετε βρώσιν και πόσιν, λοιπόν.

Οι αδέσποτοι  σκύλοι

Έγλυψαν τις μουσούδες τους

***

Αναρρίχηση

Έβρεξε πάλι κι απόψε.

Γέμισε ο κήπος σαλιγκάρια.

Ορειβατούν πάνω στον μίτο τη βλέννας τους.

Χώνονται σε ό,τι έχω σοφά κρυμμένο.

Τα γνωρίζουν καλά

αυτοί ειδικά που παρατηρούν

τα φαινομενικώς ασάλευτα

και όσοι θήτευσαν

στη σισύφεια προσπάθεια

να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες.

έστω και ζαλωμένοι

όλα τους τα αποθέματα

χωρίς καμία αναρριχητική εκπαίδευση.

Για ειδική εξάρτυση ούτε λόγος.

*Από τη συλλογή “Σκυλί δεμένο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

Πάνος Κυπαρίσσης, Δύο ποιήματα

ΟΙΔΙΝΟΥΣ

Να λύσεις το αίνιγμα 

της Σφίγγας που σ’ ακολουθεί 

σε τόπους που δεν έμαθες 

σε σπίτια ξένα που κατοίκησες 

σε τρίστρατα που δύσκολα περνάς 

κι άλλα που υποθέτεις

Σχήματα κι άλλα της τύχης σου κρυφά 

σαΐτες που σε γυρεύουν

Κι αν αποκριθείς σωστά 

εγκυμονεί πάλι η κοιλιά της 

καινούργιο αίνιγμα που σε καλεί

Έχει ξεραθεί η πλαστελίνη 

που σου χάραξε η μοίρα 

παραμένει ωστόσο πλαστελίνη 

και υποχωρεί

κάθε που ζητάς τυφλός να μάθεις 

Μην ξεχνάς

τα κρυφά σε κρατούν ζωντανό 

όσο να τα ξεντύσεις

***

ΛΗΘΗΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

Θα στείλω να μου φέρουν

της ξενιτειάς μου κομμάτια χαμένα

Τους κρεμασμένους στα δέντρα 

τη ρεματιά που πλαγιάζει ακόμη ο φόβος 

τα τετράδια με τα φύλλα τους όλα γραμμένα 

τα παπούτσια που μίκραιναν μέσα στα χρόνια 

κι ολοένα τρυπούσαν

Θα τα βρουν όλα τα σκυλιά μου 

Θά ’ρθουν μ’ αυτά 

κρατώντας τα με χάρη στο στόμα 

δίχως λέξεις και πένθη

Θ’ ανοίξω την κοιλιά τού κρυφού μου μουσείου

που άπληστη τα συντηρεί

κι επειδή η μνήμη μεροληπτεί

θα βρω τρόπο να τα θάψω βαθειά

ας έχει το αίμα περάσματα

κι επιμένει να τους δίνει τροφή

*Από τη συλλογή “Φως ορυχείου”, εκδόσεις Μελάνι, 2011.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, πείσμα

Θα επιστρέψω 

έπειτα κι απ’ αυτήν τη διερευνητική 

ιχνηλασία 

βουνά και θάλασσες 

και σεληνιακοί κρατήρες 

μερικά δοκιμαστικά κορμιά 

με σύριγγες

και τα μαλλιά τους που πέθαιναν νωρίς 

ενώ ακόμη τραγουδούσαν στον άνεμο 

θα ‘μαι ακέραιος 

από χώμα και κρασί 

τα ρούχα μου θα φοράω 

σαν άλογα 

κι οι νύχτες μου δεμένες στα χάμουρα κι αυτές 

θα ακολουθούν 

εκεί που σε άφησα 

θα σε βρω 

και το μέτωπό σου 

δεν θα ναι πια

μια πυρωμένη πέτρα 

θα έχεις πιει το αντίδοτο της θλίψης 

που είναι μια θλίψη κι αυτό από μόνο του 

όπως κάθε αντίδοτο

όπως κάθε θλίψη

καινούργια μαλλιά 

καινούργια φρύδια 

και το πανηγύρι της ζωής 

το αποχαιρετιστήριο

το ξέρω, το ξέρω 

πόσο θελκτικό μοιάζει το χώμα•

όμως για δες 

τούτο το φύλλο που πέφτει νικημένο

με πόσο πείσμα αντιστέκεται._

3/10/2020

Φώτο: Alfred Horsley Hinton (English, 1863-1908), Day’s Awakening (1896)

(Platinum print – George Eastman Museum, gift of the 3M Foundation, ex-collection Louis Walton Sipley. Courtesy of the George Eastman Museum

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2020/10/03/πείσμα/

Μίλτος Σαχτούρης, Ακόμα για τον Κάφκα

Ο Φραντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια

τώρα μες τον τάφο του

δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.

Κάθε βράδυ βγαίνει

και δεν γνωρίζει πια αυτή την Πράγα.

Ρωτάει για κάποιον Κάφκα

δεν τον γνωρίζουμε, λένε

για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ

και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.

Όχι του λένε ο Choucas το πουλί

έχει χρόνια να φανεί σ’ αυτή

την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

*Από τη συλλογή “Καταβύθιση”(1990)

##«Kavka: Choucas, το πουλί από το οποίο πήραν το όνομα οι Κάφκα. Το είχε ως έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα».

— Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/09/16/ακομα-για-τον-καφκα/