Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Με τον τρόπο των ξωμάχων

Έκοψε μια φέτα ψωμί

με τον τρόπο των ξωμάχων.

Με το ψωμί να ακουμπάει στο στήθος.

Την έσπασε σε κομμάτια και μοίρασε.

μια για τα δαρμένα παιδιά

μια για τα ανεκπλήρωτα όνειρα

μια για σένα

που τα υπήρξες όλα.

Ξεφέλωσε και το κρασί.

Λάβετε βρώσιν και πόσιν, λοιπόν.

Οι αδέσποτοι  σκύλοι

Έγλυψαν τις μουσούδες τους

***

Αναρρίχηση

Έβρεξε πάλι κι απόψε.

Γέμισε ο κήπος σαλιγκάρια.

Ορειβατούν πάνω στον μίτο τη βλέννας τους.

Χώνονται σε ό,τι έχω σοφά κρυμμένο.

Τα γνωρίζουν καλά

αυτοί ειδικά που παρατηρούν

τα φαινομενικώς ασάλευτα

και όσοι θήτευσαν

στη σισύφεια προσπάθεια

να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες.

έστω και ζαλωμένοι

όλα τους τα αποθέματα

χωρίς καμία αναρριχητική εκπαίδευση.

Για ειδική εξάρτυση ούτε λόγος.

*Από τη συλλογή “Σκυλί δεμένο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

Πάνος Κυπαρίσσης, Δύο ποιήματα

ΟΙΔΙΝΟΥΣ

Να λύσεις το αίνιγμα 

της Σφίγγας που σ’ ακολουθεί 

σε τόπους που δεν έμαθες 

σε σπίτια ξένα που κατοίκησες 

σε τρίστρατα που δύσκολα περνάς 

κι άλλα που υποθέτεις

Σχήματα κι άλλα της τύχης σου κρυφά 

σαΐτες που σε γυρεύουν

Κι αν αποκριθείς σωστά 

εγκυμονεί πάλι η κοιλιά της 

καινούργιο αίνιγμα που σε καλεί

Έχει ξεραθεί η πλαστελίνη 

που σου χάραξε η μοίρα 

παραμένει ωστόσο πλαστελίνη 

και υποχωρεί

κάθε που ζητάς τυφλός να μάθεις 

Μην ξεχνάς

τα κρυφά σε κρατούν ζωντανό 

όσο να τα ξεντύσεις

***

ΛΗΘΗΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

Θα στείλω να μου φέρουν

της ξενιτειάς μου κομμάτια χαμένα

Τους κρεμασμένους στα δέντρα 

τη ρεματιά που πλαγιάζει ακόμη ο φόβος 

τα τετράδια με τα φύλλα τους όλα γραμμένα 

τα παπούτσια που μίκραιναν μέσα στα χρόνια 

κι ολοένα τρυπούσαν

Θα τα βρουν όλα τα σκυλιά μου 

Θά ’ρθουν μ’ αυτά 

κρατώντας τα με χάρη στο στόμα 

δίχως λέξεις και πένθη

Θ’ ανοίξω την κοιλιά τού κρυφού μου μουσείου

που άπληστη τα συντηρεί

κι επειδή η μνήμη μεροληπτεί

θα βρω τρόπο να τα θάψω βαθειά

ας έχει το αίμα περάσματα

κι επιμένει να τους δίνει τροφή

*Από τη συλλογή “Φως ορυχείου”, εκδόσεις Μελάνι, 2011.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, πείσμα

Θα επιστρέψω 

έπειτα κι απ’ αυτήν τη διερευνητική 

ιχνηλασία 

βουνά και θάλασσες 

και σεληνιακοί κρατήρες 

μερικά δοκιμαστικά κορμιά 

με σύριγγες

και τα μαλλιά τους που πέθαιναν νωρίς 

ενώ ακόμη τραγουδούσαν στον άνεμο 

θα ‘μαι ακέραιος 

από χώμα και κρασί 

τα ρούχα μου θα φοράω 

σαν άλογα 

κι οι νύχτες μου δεμένες στα χάμουρα κι αυτές 

θα ακολουθούν 

εκεί που σε άφησα 

θα σε βρω 

και το μέτωπό σου 

δεν θα ναι πια

μια πυρωμένη πέτρα 

θα έχεις πιει το αντίδοτο της θλίψης 

που είναι μια θλίψη κι αυτό από μόνο του 

όπως κάθε αντίδοτο

όπως κάθε θλίψη

καινούργια μαλλιά 

καινούργια φρύδια 

και το πανηγύρι της ζωής 

το αποχαιρετιστήριο

το ξέρω, το ξέρω 

πόσο θελκτικό μοιάζει το χώμα•

όμως για δες 

τούτο το φύλλο που πέφτει νικημένο

με πόσο πείσμα αντιστέκεται._

3/10/2020

Φώτο: Alfred Horsley Hinton (English, 1863-1908), Day’s Awakening (1896)

(Platinum print – George Eastman Museum, gift of the 3M Foundation, ex-collection Louis Walton Sipley. Courtesy of the George Eastman Museum

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2020/10/03/πείσμα/

Μίλτος Σαχτούρης, Ακόμα για τον Κάφκα

Ο Φραντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια

τώρα μες τον τάφο του

δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.

Κάθε βράδυ βγαίνει

και δεν γνωρίζει πια αυτή την Πράγα.

Ρωτάει για κάποιον Κάφκα

δεν τον γνωρίζουμε, λένε

για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ

και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.

Όχι του λένε ο Choucas το πουλί

έχει χρόνια να φανεί σ’ αυτή

την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

*Από τη συλλογή “Καταβύθιση”(1990)

##«Kavka: Choucas, το πουλί από το οποίο πήραν το όνομα οι Κάφκα. Το είχε ως έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα».

— Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/09/16/ακομα-για-τον-καφκα/

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ

Έκαναν

πως δεν με ήξεραν

άσχημα πρόσωπα, λερά,

μπροστά στα μάτια

των καλεσμένων.

Έμεινα

να τους κοιτάζω,

με το σκυλί μου

παραδίπλα,

Μαρία της σιωπής

στα πρώτα μου λημέρια.

Κι ύστερα μου είπαν

όλοι μαζί,

με μια φωνή,

ένα στόμα,

Φύγε τώρα,

πήγαινε να βρεις

κανένα νονό

να βαφτίσουμε

τον πατέρα σου-

***

ΙΣΟΒΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Ψεύτη ντουνιά

τι σε μέλλει εσένα

αν έχει

λίγο ζουμί παραπάνω

αυτή η ιστορία

αν άρχισε 

εν έτει

χίλια ενιακόσια εβδομήντα

τέσσερα

στα τέλη Γενάρη

αν η μαθητική ποδιά

σκίστηκε

ένα μεσημέρι

στην αλιφασκιά

ή αν το πάτωμα ράγισε

από πρόσωποα ισόβια

που βρήκαν ανοιχτή

την πόρτα

και μπήκαν

αν ακόμη

ο γύρος του ήλιου

έκλεισε

μες στο χιόνι

σε μια σιδηρά πειθαρχία,

κρυμμένη καλά

κάτω από την υποψία

ενός ψιθύρου

Στο κέντρο του κάδρου

ο ουρανός

ήταν για όλους

μια πληγή ανοιχτή

το μικρό μαυρόπευκο

έγερνε λοξά

κάποιοι κορόιδευαν

το φεγγάρι

που φώτιζε

-κρεμασμένο στα μανταλάκια-

Μια άλλη εκδοχή 

του αιώνα

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2018.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΩΝ

Καθώς περνούσαν της Ησυχίας τ’ απόνερα 

Έριξα την βαλίτσα μου μέσα.

Έβλεπα να την παίρνει το ρεύμα

Μ’ όλα τ’ αηδόνια του ρουχισμού πεθαμένα.

Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα

Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο

Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.

Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.

Γύρω η πεδιάδα. Τα διάσπαρτα 

Σπίτια από σάρκα πελιδνή στο απόβραδο.

Ο σκελετός του πάρκου μαυρισμένος 

Τον πλένει με υπομονή το χιόνι.

Το γέρικο αεροδρόμιο 

Στην επαρχιακή του καρτερία.

Κοτσύφια, κάργιες, δρυοκολάπτες 

Η γλώσσα πέτρινη, το ράμφος ανοιχτό.

Με κάθε περαστικό παζαρεύω 

Τον λυγμό, τον βήχα, το μούγκρισμα. 

Κλωτσάει ο άνεμος την καρδιά μου 

Σαν να ήταν άρρωστο σκυλί.

Κι εγώ, μ’ εκείνη τη στριγκλιά που γεννήθηκα 

Μ’ αυτή απαντάω στα μουγκά πουλιά 

Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα 

Που αγοράζει κελαδήματα τερπνά.

***

ΤΟ ΑΣΥΛΟ TOY ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Όταν μία πεταλούδα θα είναι πια η ζωή μου 

Και η μνήμη της ζωής μου άλλη μία 

Τότε μαζί προσεχτικά θα πεταρίζουνε 

Για να μη δει το τελευταίο ρόδο 

Ότι στο σύμπαν έχουν απομείνει 

Μονάχα δυο ζευγάρια φτερά.

Όταν το ρόδο θα είναι πια ανυπόταχτο

Και το άρωμα του ρόδου μια απορία

Τότε εκείνος ο θεούλης ο πάμπτωχος

Πικρά θα κλάψει που δεν μπόρεσε

Να φτιάξει πράγματι για δυο γυμνούς ανθρώπους

Έναν απολέμητο κήπο.

Όταν θα έχουν λησμονηθεί κι απ’ τη μάνα τους 

Δυο γυμνοί άνθρωποι ανάμεσα στ’ άστρα 

Τότε θα κλείσει μαρμάρινο σκέπαστρο 

Με μιας ολάκερη την κατάπληκτη θάλασσα 

Πώς κλείνει ο άνεμος με πάταγο 

Ξεκρέμαστο παραθυρόφυλλο.

Κι όταν του κόσμου όλου η αναίτια ύπαρξη 

Θα έχει από τον κρότο τρομάξει 

Τότε θα με καταπραΰνει η αγάπη.

Εκείνη το πέρασμά μου συμπόνεσε 

Τη θεϊκή ανημποριά εκείνη 

Τη φιλοξένησε σιωπηλά.

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή”, εκδόσεις Μελάνι, 2019.

“Η πόρτα” του Δημήτρη Τσεκούρα

Κριτική Βιβλίου

Γράφει η Ειρήνη Παραδεισανού

Η Πόρτα του Δημήτρη Τσεκούρα. Μια θαυμάσια αλληγορία για τον «ανοχύρωτο» άνθρωπο, αυτόν που «στα νεύρα του μπερδεύεται όλη η φύσις»(Στίχος από ποίημα του Κ. Καρυωτάκη). Αυτόν που ο αγαπημένος του Γιώργος Χειμωνάς ονόμασε «πένθους εραστή». Αλλά κι ένας τρόπος να μιλήσει για την ίδια την περιπέτεια της γραφής, όταν αυτή γίνεται προμηθεϊκή μοίρα που καρφώνει τον συγγραφέα στον Καύκασο. Μόνο που ο Καύκασος του Κλεό είναι οι άλλοι, οι τόσο αγαπημένοι αλλά και ανεξιχνίαστοι – γι’ αυτό και ξένοι- άλλοι που στέκουν ολόγυρα απ’ την ορθάνοιχτη πόρτα του. Ο Κλεό αποφασίζει να βγάλει την πόρτα του σπιτιού του. Όλη η ιστορία ξεκινά από τον φόβο ότι ο επικείμενος θάνατός του, για τον οποίο έχει μια φρικιαστική βεβαιότητα, δεν θα γίνει αντιληπτός από κανέναν. Και αποφασίζει να αφήσει τον χώρο του- το διαμέρισμα «των δύο απέραντων δωματίων»- ανοχύρωτο. Η συνειδητή επιλογή του ανθρώπου αυτού είναι μία : Να ανοίξει τον εαυτό του στους άλλους. Γιατί το σπίτι του αντανακλά στον εαυτό του και ο εαυτός του στο σπίτι του.

« Una comedia humana» , μια ανθρώπινη κωμωδία επιλέγει να δηλώσει εξαρχής ο συγγραφέας ότι είναι το έργο του, παρά το έντονο τραγικό υπόβαθρο της ιστορίας. Γι’ αυτό και υιοθετεί ένα ύφος παιγνιώδες, αυτοσαρκαστικό , αντιστεκόμενος στον καθωσπρεπισμό των «σοφολογιότατων» (Λέξη παρμένη από το έργο Διάλογος του Δ. Σολωμού) σχολαστικών φιλολόγων. Ενώ η λογοτεχνική του γλώσσα αποκαλύπτει- χωρίς όμως καμία έστω υπόνοια επίδειξης- ευρυμάθεια και στέρεη γνώση της ελληνικής γλώσσας, ο Δ. Τσεκούρας υπονομεύει με γενναιότητα αυτήν την ίδια τη σύλληψη της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας. Η σκηνή του ασανσέρ με τη γειτόνισσα, όπως και όλες του οι απολαυστικές παρεκβάσεις (έξοχες ,ένα ξεχωριστό σώμα μέσα στην αφηγηση) φανερώνουν έναν μαέστρο του λόγου, ο οποίος όμως στέκει ειρωνικά απέναντι στο ίδιο το όπλο του. Αρνείται να χωρίσει σε παραγράφους το πρώτο κεφάλαιο, αλλά με ανατρεπτική ματιά το δηλώνει με τη φράση «αλλαγή παραγράφου». Με υποδόρια ειρωνεία τορπιλίζει τη σοβαροφάνεια ενός κειμένου δομημένου εξωτερικά σε παραγράφους, οι οποίες όμως δε λένε τίποτε, δεν εισχωρούν στην ψίχα του λόγου, δε σημαίνουν. Αυτήν την ανατροπή την κάνει στο εισαγωγικό κεφάλαιο του έργου του με το αινιγματικό τίτλο : «ελάχιστα λόγια για την εξωτερική εμφάνιση..». Ο Κλεό, ο ήρωας της ιστορίας του, εξωτερικά μοιάζει με ζωγραφιά του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, αλλά θαυμάζει τον Ιερώνυμο Μποστ. Το βιβλίο ξεκινά με τη φράση: «Τίποτα δε με ευχαριστεί». Λες και το ανικανοποίητο προβάλλει ως προϋπόθεση της συγγραφικής περιπέτειας.

Αν θέλαμε να δώσουμε ένα μόνο χαρακτηριστικό του λογοτεχνικού ήρωα που αριστοτεχνικά πλάθει ο Δ. Τσεκούρας στην Πόρτα του, αυτό θα ήταν η αντίφαση. Ο Κλεό μοιάζει φτιαγμένος από ολωσδιόλου αντιφατικά υλικά .

• Ο Φόβος και η Αγωνία ότι ο Φόβος θα επανέλθει.

• Η μεγάλη αηδία του για όλα.

• Η πεποίθησή του ότι όλα είχαν φτάσει στο τέλος.

• Η τρυφερή ματιά του στα πράγματα.

• Η παιδικότητα που οι γύρω του εκλαμβάνουν ως αφέλεια.

• Η άνευ όρων παράδοσή του στη μαγεία του ανερμήνευτου.

• Η απόλυτη παράδοσή του στον Φόβο με τη λυτρωτική της δράση.

• Η εσωτερική καταβύθιση, μαζί όμως με την προκλητική έξοδο προς τους άλλους.

• Το γκρέμισμα κάθε βεβαιότητας.

Η εμμονή με το πρόσωπο σε αντιδιαστολή προς το προσωπείο, οι πολλαπλοί εαυτοί, ο άλλος ως καθρέπτης διατρέχουν το έργο.

« Παρατηρούσε το πρόσωπό τους να αλλάζει όψη, σαν να έλιωναν μπογιές από το πρόσωπό τους».

Ο ίδιος ο Κλεό αλλάζει όψη. ( Το πρόσωπο και ο καθρέπτης ).

Παράλληλα επιλέγεται το δίσημο, αλληγορικό ύφος και το παιγνίδι με την πολυσημία των λέξεων. Η Γλώσσα για τον Δημήτρη Τσεκούρα είναι ο τρόπος του να μιλήσει για το άρρητο. Η κάσα της πόρτας –το σπίτι που γίνεται τάφος και οδηγεί σε μια άλλη Ανάσταση- Ανάληψη. Ο Κλεό στο τέλος της ιστορίας πετάει.

Επαναλήψεις λέξεων συνειδητά επιλέγονται ως μια ρυθμική υπόμνηση ότι το καίριο κάποιες φορές οφείλει να μνημειώνεται εν είδει ρεφρέν στην ασθενή εκ φύσεως μνήμη των αναγνωστών. Μόνο που ακόμη πιο καίρια είναι ακριβώς η επίγνωση ότι τίποτα δεν αξίζει να παίρνει κανείς στα σοβαρά. Μέσα από την επανάληψη λέξεων που δηλώνουν αυτά τα ανούσια άψυχα πράγματα που σωρεύονται γύρω από τον Κλεό στοιχειώνοντάς τον ( τηλέφωνο, δουλειά) και που τελετουργικά και μεθοδικά διώχνει από πάνω του.

Ο αφηγητής από την αρχή συνδιαλέγεται με τον δυνητικό αναγνώστη. Του κλείνει το μάτι με μια διανοητική ευφυία που εντυπωσιάζει, γιατί είναι ολότελα απροσποίητη. Η γλώσσα στην Πόρτα ρέει. Δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα ποτάμι που για καιρό έμεινε κλεισμένο σε φράγμα συγκεντρώνοντας ετερόκλητα ψήγματα λόγου κι όταν κάποτε το φράγμα έπεσε, με μια ελευθερία ορμητική ξεχύθηκε, παρασύροντάς στο πέρασμά του τα πάντα.

Από ένα σημείο και μετά, ο αφηγητής και ο κύριος ήρωας της αφήγησης, ο Κλεό, ταυτίζονται.( Έκδηλη η αυτοαναφορικότητα σε όλο το έργο ). Κι ενώ ταυτίζονται, ο συγγραφέας επιμένει στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, εμπλέκοντας τον ήρωα σε έναν ιδιότυπο διάλογο τόσο με τον αφηγητή όσο και με τον δυνητικό αναγνώστη.

Έξοχο δείγμα γραφής αυτό που τιτλοφορείται « ένα πολύ λυπητερό κεφάλαιο». Το κεφάλαιο αυτό κλείνει με την ανατρεπτική φράση : «… το επίγειο τέλος της αφήγησης». Τι υπονοεί αυτή η φράση; Ότι η ιστορία του Κλεό ( εξαρχής ο ήρωας, ο Κλεό συστήνεται στον αναγνώστη ως « ο άνθρωπος της ιστορίας μας» ) ίσως συνεχιστεί και σ’ έναν υπερβατικό χώρο, έναν μη χώρο έξω από την επίγεια σφαίρα. Το ανατρεπτικό τέλος της ιστορίας επιτείνει αυτήν την αίσθηση. Μια αίσθηση ότι ο λογοτεχνικός ήρωας του έργου αυτονομείται από ένα σημείο και μετά και αποκτά δική του Γλώσσα, επομένως και δική του Ζωή.

Κι αν αποτολμήσουμε έναν ορισμό της αυθεντικής λογοτεχνίας και του αυθεντικού λογοτεχνικού ήρωα είναι αυτός, ότι ο ήρωας στέκει πιο πάνω από το χέρι του δημιουργού του. Ο Δημήτρης Τσεκούρας στην Πόρτα καταφέρνει να πλάσει έναν τέτοιο λογοτεχνικό ήρωα και να μάς τον συστήσει με τρυφερότητα, οξυδέρκεια και ανατρεπτική ματιά. Την ανατρεπτική ματιά του ονείρου που σε αφήνει εμβρόντητο να αναρωτιέσαι αν αυτό που μόλις διάβασες ανήκει στη σφαίρα της πεζογραφίας, του φιλοσοφικού δοκιμίου ή της πεζόμορφης ποίησης. Η Πόρτα είναι ένα λογοτεχνικό έργο που αρνείται την ταξινόμηση. Αυτό και μόνο αρκεί, για να την κατατάξουμε στα αυθεντικά έργα της λογοτεχνίας.

*Αναδημοσίευση από εδώ: 

**Πρώτη δημοσίευση: https://www.vakxikon.gr/tsekourasreview/

Kenneth Rexroth, Για μια μασέζ και πόρνη



Φωτογραφία: Édouard Boubat, A Gentle Eye, 1970

Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι η αγάπη.

Κάνεις δεν ξερει στο θεό τι συνέβη.

Μετά τα μεσάνυχτα, οι αδελφές και οι λεσβίες 

Ξεχύνονται στους δρόμους των παλιών μπορδέλων,

Σαν σπειροχαίτες σε ένα ηλίθιο μυαλό.

Οι απατεώνες ολοι χάθηκαν από την πόλη.

Θυμάμαι τις ώρες που πέρασαν 

Μιλώντας μαζι σου για τις ανοησίες 

Του κόσμου που καταρρέει και τις κτηνωδίες 

Της ράτσας μου και της δικής σου,

Ενώ οι άρρωστοι, οι ανώμαλοι, οι κακομούτσουνοι,

Ήρθαν κι έφυγαν, κι εσύ τους τακτοποίησες 

Και τους εδωσες να καταλάβουν,

Και τους ξαποστειλες με λίγη αίσθηση 

Ηλεκτρικής ζωής από τα ακροδάχτυλά σου.

Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει το γλυκό σου κορμί 

Η τα γαλήνια ευγενικά σου αισθήματα,

Ή τον χαμογελαστό σου έρωτα

Υποθέτω πως το άγγιγμά σου κράτησε πολλούς άντρες 

Όσο ήταν δυνατό στα συγκαλά τους.

Κάθε ώρα όλο και λιγοστεύει τούτο το άγγιγμα στον κόσμο.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μαριαλένα Δισακιά, Δύο ποιήματα

Έφυγε

Χαράματα κατέβηκε από το καράβι 

Ένιωθε πια πως λόγος επιστροφής δεν υπάρχει 

Γύρισε βλέποντας την θάλασσα 

Πόσα της είχε πάρει 

Πόσα της είχε δώσει 

Σήμερα 

Χτες

Ο χρόνος που οι άλλοι μετρούν με λέξεις 

Άχρηστες για εκείνην πιά 

Αγκαλιάζει την θάλασσα 

Σφιχτά

Ανύπαρκτοι λόγοι επιστροφής 

Σε κανέναν δεν θα λείψει 

Σε κανέναν δεν έλειψε.

***

Πορεύομαι

Σβήνουν τις σκιές των δέντρων 

τα σύννεφα 

Σβήνει το φως της μέρας 

στο θάνατο 

Ναοί σιωπούν μπρος στο χάρο που 

σφύζει ζωή.

Το χέρι στης απώλειας το δρόμο δεν μπορώ να 

ακουμττήσω.

Ναι για τον δικό σου πόνο μιλώ αυτόν που 

δεν αντάμωσα 

Μαζί του πορεύομαι!

*Από τη συλλογή “Στροβιλισμοί της Αστάρτης”, εκδ. Λευκό Μελάνι, Αθήνα 2018.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Φθινοπωρινά φύλλα

Του φθινοπώρου τα φύλλα,

στην πτώση τους στριφογυρίζουν

σηκώνουν άνεμο που τον νιώθουν

η γη, ο ποταμός κι η θάλασσα

Σαν πέσουν, της προσφοράς τους οι χάρες

έχουν ήδη προσφέρει ζωή

Σεπτέμβριος 2019

***

Όνειρο πτώσης τυράννου

Στην επαρχία Ναμ Βέι, ο τυραννικός κυβερνήτης

αποκομμένος με την αυλή και τους αξιωματούχους του

καταπίεζε αβάσταχτα τους υποτελείς

Η μικρή έφηβη Γιν Λι Σαν, ονειρεύτηκε:

“προετοιμαζόμαστε κι όταν πέσεις από εμάς

οι γύπες δεν θα πεινάσουν την μέρα εκείνη

Κι αν πέσουμε εμείς,

η γενιά μας,

οι επόμενες γενιές θα έχουν διδαχτεί

ότι γίναμε απροσκύνητοι

μέχρι τον θάνατό μας”

Ιούλιος 2019

***

Στην κανονικότητα

έτσι, ξανά,

καθημερινότητα και κανονικότητα

το κομμένο σκοινί κρατάει

αλλά και πάλι κομμένο είναι

κι αν γίνεται ν’ ανταμώσουμε ξανά

θα ερχόμαστε από διαφορετικά σημεία

Ιούλιος 2019