Τζακ Χίρσμαν: «Ποτέ δεν αναφέρομαι σε μένα ως ποιητή χωρίς να λέω ότι είμαι κομμουνιστής»

Ιωάννης Κοντός*

Ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, ο 87χρονος Βορειοαμερικανός Τζακ Χίρσμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή κομμουνιστές ακτιβιστές διανοούμενους.

Συνομιλούμε μαζί του, με αφορμή την ποιητική του ανθολογία “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952-2001”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2019 από τις Εκδόσεις Απόπειρα.

«Έχω τραβήξει τη σφαίρα/τόσες φορές απ’ τον εγκέφαλό σου/που θα μπορούσα να ταΐσω εκατό/ένοπλους αγώνες με τ’ όνειρό σου», γράφετε στο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η «συνάντηση», δε θα είχατε γίνει ποιητής;

Ίσως θα είχα γίνει, αλλά η ανακάλυψη της δουλειάς του όταν ήμουν φοιτητής στο City College της Νέας Υόρκης όντως άλλαξε τη ζωή μου, γιατί ο Μαγιακόφσκι ήταν ο πρώτος «ποιητής δρόμου» του 20ού αιώνα, ο πρώτος που αγκάλιασε πλήρως την Μπολσεβίκικη Επανάσταση. Αυτή η ανακάλυψη συνέβη το 1953.

Το 1957, στην Ιντιάνα, όπου ήμουν βοηθός καθηγητή και μελετούσα για το διδακτορικό μου, ζήτησα από τον Βίκτορ Έρλιχ, συγγραφέα του Ρωσικού Φορμαλισμού, να μου δώσει τη μετάφραση από τα ρωσικά των ποιημάτων του ΒΜ.

Στη συνέχεια θα τα απέδιδα σε ιδιωματικά αμερικανικά, γιατί ο ΒΜ μού φαινόταν πιο κοντά στους αμερικανικούς δρόμους. Αυτά τα ποιήματα εκδόθηκαν υπό τον τίτλο Electric Iron το 1971.

Την επόμενη χρονιά, με το τέλος του αμερικανικού πολέμου στο Βιετνάμ, άρχισα να μεταφράζω Ρώσους ποιητές στο café Τριέστε στο Σαν Φρανσίσκο.

Από το 1976 μέχρι το 1988 όχι μόνο έγραφα ένα ποίημα τη μέρα στα ρωσικά, εν μέσω δύο ποιημάτων στα αμερικανικά, αλλά και δημιούργησα και διένειμα 75 με 100 χιλιάδες πολιτιστικά agitprop φυλλάδια ή πόστερ εμπνευσμένα από τον ΒΜ.

Τα αποκαλούσα «ομιλούντα φύλλα», ωστόσο, από την ιδιοφυία των Τσιρόκι, τον Sequoyah. Ήταν ο Μαγιακόφσκι που έκανε οπτική προπαγάνδα για την Επανάσταση, που ήταν ο μαέστρος αυτών των έργων μου για δεκάδες χρόνια.

Από τα πρώιμα 60s κι εξής, κυριολεκτικά βγάλατε την ποίησή σας στους δρόμους. Εκεί ανήκει κυρίως ή έχει και μια πιο προσωπική/ενδοσκοπική διάσταση; Έχει υπάρξει ή μπορεί να γίνει εργαλείο για τη συλλογική χειραφέτηση;

Βγήκα στους δρόμους γιατί εκεί ζει η εργατική τάξη. Η ακαδημαϊκή ζωή είναι ο κόσμος της μπουρζουαζίας. Είχα υπάρξει εκεί, κι απολύθηκα από το UCLA επειδή προσπάθησα να αποτρέψω τους φοιτητές μου από την επιστράτευση.

«Επιστράφηκα» στην εργατική τάξη απ’ όπου είχα προέλθει. Εκεί ζει η Επανάσταση. Δε ζει στον κόσμο της μπουρζουαζίας, ο οποίος στις μέρες μας κυριαρχείται από τις εταιρείες, που είναι ο φασισμός του καιρού μας.

Θα διδάσκατε σήμερα;

Απολύτως όχι. Το πανεπιστήμιο και οι εταιρείες υποστηρίζουν τον σύγχρονο φασισμό.

Είχατε ποτέ την ευκαιρία να συναντήσετε τον Τζιμ Μόρισον εκείνη την εποχή;

Συνήθιζε να παρακολουθεί το μάθημά μου στο UCLA.

Είναι, όμως, άσκοπο να πω την αλήθεια για τη συνάντησή μας, γιατί τέσσερις δημοσιογράφοι με είχαν ρωτήσει σχετικά στο παρελθόν και δε δημοσίευσαν ποτέ ούτε μία λέξη, επειδή αυτό δεν εξυπηρετούσε τη διαφήμιση της εικόνας του.

Το ποίημά σας Ευρώπη από το 1968 θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα είδος φόρου τιμής σ’ αυτή. Θα το γράφατε διαφορετικά σήμερα; Τι έχει απομείνει από την Ευρώπη της νεότητάς σας;

Η Ευρώπη μάς έδωσε τον Καρλ Μαρξ και τον Βλαντίμιρ Λένιν. Πραγματικούς επαναστάτες. Αυτό και μόνο είναι μέρος του «φόρου τιμής» μου.

Αν και ο «εθνικισμός» κι η φυλετική μισαλλοδοξία αντηχούν το ναζισμό του παρελθόντος, έχω πίστη στην επαναστατική διάσταση της ευρωπαϊκής ευαισθησίας.

Το σώμα της δουλειάς σας ως μεταφραστή και δοκιμιογράφου είναι επίσης πλούσιο και σημαντικό. Οι επιλογές σας έχουν υπαγορευτεί από μια πολιτισμική, υπαρξιακή και/ή πολιτική σύνδεση με τους αντίστοιχους καλλιτέχνες;

Οι επιλογές μου, με μερικές εξαιρέσεις, προέκυψαν επειδή ήθελα να φέρω κομμουνιστές ποιητές στην αμερικανική γλώσσα.

Γι’ αυτό και μετέφρασα το Ένα ουράνιο τόξο για τη χριστιανική Δύση του Αϊτινού ποιητή Ρενέ Ντεπέστρ, ένα σπουδαίο κομμουνιστικό βιβλίο ποιημάτων για την εισβολή πνευμάτων βουντού από την Αϊτή στο νότιο, και πιο ρατσιστικό, τμήμα των Η.Π.Α.

Μετά από εκείνη τη μετάφραση, ποτέ δεν αναφέρομαι σε μένα ως ποιητή χωρίς επίσης να λέω ότι είμαι κομμουνιστής.

Τι σας τράβηξε πιο πολύ στον Παζολίνι, λοιπόν;

Το ότι ήταν ένας σπουδαίος κομμουνιστής ποιητής, ένας ποιητής κατά βάθος.

Απλά διάβασε το La Belle Bandiere. Το τελευταίο τμήμα του, η λυρική μίξη της κόκκινης σημαίας και των κερασιών, είναι ένας από τους σπουδαιότερους ύμνους στον κομμουνισμό σε ποιητική μορφή.

Και στην Κατερίνα Γώγου, που μέρος της δουλειάς της έχετε επίσης μεταφράσει;

Θεωρώ την Κατερίνα την σπουδαιότερη ποιήτρια της προηγούμενης γενιάς. Μια μείζονα ποιήτρια δρόμου, η γλώσσα της οποίας είναι ταυτόχρονα ευρηματική και παθιασμένη.

Ήταν μια αναρχική, που εραστής της ήταν στην ουσία ένα κομμουνιστικό κίνημα το οποίο την «απατούσε».

Μετέφρασα το πρώτο βιβλίο της, “Τρία κλικ αριστερά”, αλλά έπειτα, και προς μεγάλη μου ευχαρίστηση, σύστησα τη δουλειά της στον Άγγελο Σακκή, έναν Έλληνα ποιητή και μεταφραστή που ζούσε στο Μπέρκλεϊ.

Μετέφρασε και τα επτά βιβλία της και ελπίζω τα άπαντά της να εκδοθούν σύντομα στις Η.Π.Α. Έχω επίσης μεταφράσει ποιήματα του Σωτήρη Παστάκα.

Η ποιητική σας ανθολογία Μονοπάτι, Ποιήματα 1952-2001 είναι η πρώτη και μόνη ολοκληρωμένη στα ελληνικά, επιμελημένη από τον Χρίστο Αγγελακόπουλο και τις Εκδόσεις Απόπειρα. Ποια είναι η αντίληψή σας για την Ελλάδα;

Σπούδασα κλασικά ελληνικά ως φοιτητής και σύγχρονα στους δρόμους. Η Ελλάδα είναι ένα βαθύ μέρος της ζωής μου. Το ΦΩΣ της δε μοιάζει με κανένα άλλο.

Έζησα εκεί το 1965 για έξι μήνες. Το 1980 ο Λέοναρντ Κοέν παραχώρησε σε μένα και την Kristen Wetterhahn το σπίτι του στην Ύδρα για πέντε βδομάδες, και δέκα χρόνια πριν ο Ντίνος Σιώτης με προσκάλεσε να διαβάσω τη δουλειά μου στην Αθήνα.

Παραμένοντας στο μεταφραστικό «μέτωπο», πώς μάθατε για τον Jusef Gërvalla, η ποιητική συλλογή του οποίου “Η ευλογία μιας μητέρας” είναι η μόνη διαθέσιμη στα αγγλικά;

Είχα διαβάσει ότι ο Jusef, ο αδερφός του, Bardosh, κι ένας τρίτος σύντροφος είχαν δολοφονηθεί στη Γερμανία. Μάχονταν για την απελευθέρωση του Κοσόβου.

Ξέρω πώς να μεταφράζω από τα αλβανικά, και με τη βοήθεια του Idlir Azizaj, μεταφραστή του “Οδυσσέα” του Τζόυς στα αλβανικά, μεταφράσαμε το βιβλίο του Gërvalla.

«Υπάρχει μια γλώσσα που λέγεται/Ψυχή, μια γλώσσα που είναι/το φιλί που είναι η μεγαλύτερη/ευτυχία. Δε μεταφράζεται», γράφετε στο Ερωτικό ποίημα, αφιερωμένο «στην Άγγι σας». «Το πλήγωμα της καρδιάς συστήνει την απαρχή/κάθε αληθινής υποδοχής», συμπεραίνετε, έπειτα, στο Μονοπάτι. Είχατε το μερτικό σας από αγάπη και πλήγωμα στη ζωή σας;

Μπράβο! Αντιλήφθηκες τον πιο σημαντικό στίχο στο Μονοπάτι. Και ναι, είχα το μερτικό μου από αγάπη και πλήγωμα, το τελευταίο με το θάνατο του γιου μου Ντέιβιντ στα 25 του.

«Αρρωστήσαμε απ’ τη μοίρα της εκμετάλλευσης/και θέλουμε μια άλλη κοινωνία/και μπορούμε να την έχουμε, και θα την έχουμε», διακηρύσσετε στο ποιητικό σας «κάλεσμα στα όπλα», Ποίημα για τη νέα χιλιετία. Εξακολουθείτε να συμμερίζεστε αυτή την αισιοδοξία, 20 χρόνια αργότερα;

Ασφαλώς και τη συμμερίζομαι.

Από πολιτικής άποψης, θα αυτοπροσδιοριζόσασταν ακόμα ως κομμουνιστής;

Απολύτως. Kι αν η ελπίδα μου είναι ακριβής, πρέπει κι εσύ.

Για ποια πράγματα θα γράφατε πιο πρόθυμα ή σε ποια θα δρούσατε ενάντια στις μέρες μας, σε μια εποχή που ο ανορθολογισμός -από την αναβίωση της Ακροδεξιάς μέχρι τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό- «κάνουν πάρτι»;

Έχω έναν στόχο, τον μετασχηματισμό αυτού του φασιστικού καπιταλιστικού κόσμου σε έναν κομμουνιστικό. Γι’ αυτό -μαζί με άλλους- δουλεύω, μεταφράζω, γράφω και οργανώνω εκπαιδεύοντας άλλους για την αλήθεια αυτών των ημερών.

Ονειρεύεστε στον ύπνο σας; Κι αν ναι, ποιο είναι το πιο επίμονο όνειρό σας;

Σπάνια ονειρεύομαι ή θυμάμαι τα όνειρά μου, γιατί πίνω ένα ή δύο ποτήρια Στολίσναγια πριν πέσω για ύπνο κάθε νύχτα και προφανώς με αφήνουν να κοιμηθώ υπερβολικά βαθιά.

Μια τελευταία ερώτηση «κλωθογυρίζει» στο μυαλό μου. Από πού πηγάζει η τεράστια ζωτικότητα που σας χαρακτηρίζει;

Έχοντας ζήσει ως παιδί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πιστεύοντας κυριολεκτικά ότι η ποίηση είναι το σπουδαιότερο όπλο συλλογικοποίησης της ανθρώπινης καλοσύνης, και συνεπώς ο μεγαλύτερος εχθρός του θανάτου, που είναι ο φασισμός.

Από το 2009 υπήρξα από τους ιδρυτές της Επαναστατικής Ταξιαρχίας Ποιητών, που ξεκίνησε στο Σαν Φρανσίσκο. Τώρα υπάρχουν 14 Ταξιαρχίες: 5 στις Η.Π.Α., 2 στη Γαλλία και 7 στην Ιταλία.

Η ετήσια ανθολογία μας διεθνούς ποίησης τιτλοφορείται “Ανατρέποντας τον καπιταλισμό”. Τον Νοέμβριο του 2020 εκδίδεται το 7ο τεύχος.

Είμαι επίσης ιδρυτικό μέλος του Παγκόσμιου Κινήματος Ποίησης, το οποίο εδρεύει στο Μεντεγίν της Κολομβίας. Το περιοδικό του, που επιμελείται ο Τούρκος ποιητής Ataol Behramoğlu, λέγεται “Ποιητικό Πλανηταριάτο”.

Παρέδωσα αυτό το όνομα στον κόσμο μεταφέροντας τον παλιό όρο του «προλεταριάτου» της βιομηχανικής εποχής στο «πλανηταριάτο» της τεχνολογικής. Το Παγκόσμιο Κίνημα Ποίησης ιδρύθηκε το 2011.

*Μια πρώτη εκδοχή της συνέντευξης βρίσκεται δημοσιευμένη στο καλοκαιρινό τεύχος (#6) του περιοδικού Yusra, που κυκλοφορεί.

Ευχαριστώ θερμά την Kat Crespin, ιδρύτρια και managing editor του ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου Swimming with Elephants, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

**Photo credit (Τζακ Χίρσμαν): Christopher Michel/ https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/deed.en

***Η ποιητική ανθολογία του Τζακ Χίρσμαν “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952-2001” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Απόπειρα σε επιλογή και μετάφραση Χρίστου Αγγελακόπουλου.

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://poli-k.net/tzak-chirsman-pote-anaferomai-se-mena-os-poiiti/?fbclid=IwAR2f4ykajfLEn5qrCIIyupA8Q7ff1dgdhQdVmgCW8tPzUhcBnj1edcFdGWY

Williams Carlos Williams, Between Walls / Ανάμεσα σε τοίχους

the back wings 

of the 

hospital where 

nothing 

will grow lie 

cinders 

in which shine 

the broken 

pieces of a green 

bottle

————————————————

Ανάμεσα σε τοίχους 

στις πίσω πτέρυγες 

του 

νοσοκομείου όπου

τίποτα 

δεν φυτρώνει κείτονται

στάχτες

που μέσα τους λάμπουν

τα σπασμένα

κομμάτια από να πράσινο

μπουκάλι

*Απόδοση Στρατής Φάβρος.

Η διαπλοκή του ατομικού με το συλλογικό στην ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη – Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη δεν εντάσσεται σε αυτό που ονομάζουμε ομογενειακή ποίηση, παρά το γεγονός ότι από τη δεκαετία του ’90 έχει εγκατασταθεί στην Αυστραλία. Η μεταναστευτική λογοτεχνία (στην οποία εντάσσεται και η ομογενειακή) απευθύνεται πρωτίστως στους ανθρώπους της εκεί φυλετικής ή γλωσσικής κοινότητας. Στα ποιοτικά της η μεταναστευτική ποίηση στοιχεία καθρεφτίζει την κοινωνία της χώρας φιλοξενίας, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας τις σχέσεις του με τις άλλες κοινότητες και φυσικά τη χώρα διαμονής ως κοινωνικοπολιτική ολότητα. Το ίδιο βέβαια συναντάμε και στη λογοτεχνία άλλων φυλών, όπως στην ισπανόφωνη βορειοαμερικανική λογοτεχνία, στη νέγρικη κ.ά.τ. Η ποίηση του Τρωαδίτη απευθύνεται στη μητρόπολη. Γράφεται για να διαβαστεί στην Ελλάδα, μιλά για την Ελλάδα διατηρώντας ένα γενικό/οικουμενικό περίβλημα. Παρά τα στοιχεία μνήμης ή οικουμενικής ανταπόκρισης, το εν δυνάμει κοινό της είναι το ελλαδικό, παρά το γεγονός ότι ενσωματώνονται και ζητήματα που βιώνουν και ομογενείς σε άλλες χώρες (εδώ στις νότιες εσχατιές, ξέχασα τη μάνα μου).

Η νέα του ποιητική συλλογή («λοξές ματιές», στοχαστής 2018) προκύπτει από τις σεισμικές δονήσεις που διαμορφώνει η επαφή του ρυθμού με τη βεβαιότητα του λόγου στις ρωγμές των συναισθημάτων, σε ένα κοινωνιοϋπαρξιακό πλαίσιο με πολιτικές αναφορές. Και ενώ ο ποιητής είναι ένα ενεργό πολιτικό πρόσωπο, δεν αφήνει τη στιχουργική του να φτάσει στην πολιτική φλυαρία. Αποφεύγει την πολιτική ρητορεία, προσανατολιζόμενος στην καλλιτεχνική έκφραση, δίχως αυτό να λειτουργεί σε βάρος της κοινωνικής αγωνίας και των πολιτικών αναζητήσεων.

Ο Τρωαδίτης πειραματίζεται με τις γλωσσικές συσχετίσεις και διατυπώσεις σε μια συνδυαστική και ευφάνταστη δοκιμή πάνω στη γλώσσα. Υιοθετεί ένα αφηγηματικό ύφος με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά που δροσίζονται με μία αίσθηση στοχασμού, η οποία προκύπτει από την εικαστική και την ελεγχόμενη χρήση της ανοικείωσης (δεν υπάρχει φως στα μάτια). Στη ρητορική του ξεχωρίζουν οι επαναλήψεις (οι πρόγονοί μου, ριγούμε, το παρόν, ο κόσμος μας, μέρες, ο χρόνος, καθήκον) και οι παρηχήσεις (υάκινθοι και μικροί ήλιοι). Η μικρή φόρμα (ταραγμένες ώρες, πέντε πρωινά, τέσσερα χαϊκού, εξορία, με γκάζια ανάπλερα, αφομοίωση, εκτός κι εναλλάξ) εντείνει τη στοχαστική διάθεση με τη βραχυλογική διάστασή της ως αποτύπωση της στιγμής και βοηθά στη συναισθηματική ένταση.

Στη στιχουργική του ξεχωρίζει η χρήση της ήπιας αλογίας. Αξιοποιεί το άλογο στοιχείο ενσωματώνοντας την εικαστική του δύναμη αναδεικνύοντας το στοχαστικό υλικό (οι πρόγονοί μου, στον ρου της ιστορίας). Για τον Γιώργο Αράγη η ποίηση, ως λόγος του μέσα μας άρρητου, έχει να κάνει με την άλογη διάσταση του ανθρώπου. Ποίηση χωρίς αναφορά στο άλογο στοιχείο δύσκολα μπορεί να υπάρξει, ούτε ποίηση απόλυτα λογική δύσκολα. Με κονίαμα τη συνειρμικότητα ο Τρωαδίτης δημιουργεί ξεχωριστές πρωτότυπες μεταφορές εκφράζοντας με την ποιητική μεταγλώσσα συναισθήματα και αγωνίες (τα κρύα μας ήρθαν και φέτος, το τίμημα είναι πολυσχιδές, ίσως, το παρελθόν είναι ένα ύφασμα ). Η αλογία δεν χάνει τη λειτουργική της θέση μέσα στον στίχο. Ο πλούτος κρύβεται στον δυναμισμό των ίδιων των λέξεων, μέσα από τη θέση τους και τους συνδυασμούς τους θυμίζοντας τον Μίμη Σουλιώτη που έλεγε πως η ποίηση γράφεται με λέξεις τετριμμένες.

Ο Τρωαδίτης αξιοποιεί τη φαντασία, την ικανότητά του στον γλωσσικό χειρισμό. Η χρήση του άλογου στην ολιγόστιχη φόρμα διαμορφώνει μια αφαιρετική εικονοπλασία ιμπρεσιονιστικής υφής (τοις μετρητοίς, αφομοίωση, εκτός κι εναλλάξ, το άνυδρο). Το υπερρεαλιστικό κίνημα κληροδότησε στη μεταμοντέρνα ποίηση την αγάπη για την εικόνα και στην περίπτωση του Τρωαδίτη αποτελεί βασικό συστατικό του ποιητικού λυρισμού. Οι μεταφορές εντείνουν το συναισθηματικό έδαφος του ποιήματοςκατασκευάζοντας εικόνες μέσα από ετερόκλητες παραστάσεις, μετωνυμίες ονομάτων, και αλληγορίες (εδώ στις νότιες εσχατιές, τέσσερα χαϊκού). Η μεταφορά, στην οποία συχνά ακροβατεί η εικόνα, λειτουργεί ως ένα προσωπείο της γλώσσας που εκφράζει τη βαθύτερη αναζήτηση του δημιουργού σε έναν κόσμο παράλογο, γεμάτο εικόνες που πληγώνουν. Είναι η σκευή του στην ποιητική σκηνή διατηρώντας τη δραματικότητα της μίμησης στο φανταστικό, εκείνο το εξωλογικό στοιχείο που συντίθεται σε εικόνα, σε κάτι αντιληπτό με τις αισθήσεις χωρίς να απεμπολεί άλλες νοηματικές προεκτάσεις.

Ενσωματώνει κοινωνικά στιγμιότυπα σε μία ποιητική με έντονα υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Ο ποιητής λειτουργεί ως εκπρόσωπος μιας πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας εκθέτοντας αγωνίες και αναζητήσεις. Άλλωστε, όπως σημείωνε κι ο Goldman, υπάρχει μία αντιστοιχία ανάμεσα στην τέχνη και τη διανοητική δομή της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει ή την οποία εκφράζει ο συγγραφέας. Τείνει προς την ποίηση της κοινωνικής αγωνίας. Αποκαλύπτει τον βαθύ τον προβληματισμό του με στοχαστικές απολήξεις για την κίνηση της κοινωνίας και όσα την τραυματίζουν (πόλεμος, φτώχεια, φανατισμός, αντίδραση στη διαφορετικότητα κτλ).

Την έκφραση κοινωνικής αγωνίας υποστηρίζει και η συχνή χρήση του α’ πληθυντικού γραμματικού προσώπου. Με τη χρήση του συλλογικού υποκειμένου τα ποιήματα απομακρύνονται από το ατομικό και ενσωματώνουν ερμηνευτικά τον αναγνώστη/ακροατή στον ποιητικό προβληματισμό (εδώ στις νότιες εσχατιές, προς λοξομανείς, ίσως, όλοι αποστρέφουν το βλέμμα, το παρελθόν είναι ένα ύφασμα, τροπάριο για ηδονοβλεψίες πολιτικούς, τα κρύα μας ήρθαν και φέτος, το άνυδρο, ριγούμε, ο κόσμος μας, μέρες). Ακόμα και η πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή αποτελεί ένα προσωπείο του ποιητικού αφηγητή για να εκφράσει το οικουμενικό (οι πρόγονοί μου, υποθήκες, στα κρεματόρια του υπεδάφους, ξέχασα τη μάνα μου). Από την άλλη, το β΄ ενικό προσφέρει μία θεατρικότητα, σαν να συζητά το ποιητικό υποκείμενο με έναν βουβό υποκριτή (τέσσερα χαϊκού, τοις μετρητοίς, εκτός κι εναλλάξ, η μνήμη βρέχει).

Το κοινωνικό στοιχείο εισάγεται με αβίαστα, ως στιγμιότυπο το οποίο γεννά τον προβληματισμό για το παρόν, το μέλλον και το παρελθόν (το τίμημα είναι πολυσχιδές, όλοι αποστρέφουν το βλέμμα, με γκάζια ανάπλερα). Συνδέει το κοινωνικό στιγμιότυπο με την πολιτική αγωνία μέσα σε ένα υπαρξιακό πλαίσιο (στα κρεματόρια του υπεδάφους, τα κρύα μας ήρθαν και φέτος, δεν υπάρχει φως στα μάτια, το ρίγος των κτερισμάτων). Χαμηλών τόνων πολιτικά σχόλια εκθέτουν την αγωνία του ποιητή για την πορεία της κοινωνίας σε μία διαπλοκή του ατομικού με το συλλογικό (τροπάριο για ηδονοβλεψίες πολιτικούς), με έναν υπόκωφο πολιτικό υπαινιγμό (με γκάζια ανάπλερα) συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν. Ο χρόνος, άλλωστε κατέχει σημαντική θέση στην ποιητική του, είτε σε έναν κοινωνικό προσανατολισμό, διατηρώντας την ήπια αλογία (το παρόν, ο κόσμος μας), είτε σε ένα υπαρξιακό στοχαστικό περιεχόμενο (ο χρόνος). Αγωνιά για το μέλλον, φέρνοντάς το σε μια διαλεκτική σχέση με το παρελθόν (υποθήκες). Και μέσα στην θεματική πολυκεντρικότητα συχνά το κοινωνικό συνδέεται με τη μνήμη (ξέχασα τη μάνα μου) ή τον θάνατο (τοις μετρητοίς, το ρίγος των κτερισμάτων).

*Αναδημοσίευση από το https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi-vivlion/h-diaploki-tou-atomikou-me-to-syllogiko-stin-poihsi-tou-dimitri-troaditi-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR398fOb7MYKy7TvMt32ocKiT6pSRP1PiL725RmRc_MOwrb6rvz42PvVa1Q

Ανθή Τσεκρέκου, Δύο ποιήματα

Σε περίμενα

Σε περίμενα καιρό,

έπεισα τον εαυτό μου 

πως και συ με έψαχνες, 

ότι πηγαίναμε στα ίδια μέρη

αλλά μας έλειπε ο συγχρονισμός. 

Πάντα εγώ σε έστηνα, 

δικό μου ήταν το φταίξιμο. 

Άλλοτε νόμιζα πως απλά 

είχες πολλές υποχρεώσεις 

και ήσουν κάπως δύσκολος στην έκφραση 

ή δείλιαζες ακόμα.

Είδες τι επιείκεια υπάρχει στον έρωτα;

Όλο σε δικαιολογούσα. 

Δεν μπορεί, 

θα ένιωθες το ίδιο, έλεγα. 

Φαντάστηκα ότι παίζαμε 

κρυφτό ή τυφλόμυγα 

κι ήταν μια μεταξύ μας συμφωνία, 

ήθελες να με δοκιμάσεις, 

να δεις τις αντοχές μου 

και ’γω δε βιαζόμουν. 

Σε περίμενα καιρό 

και ο χρόνος δεν είναι γιατρικό, 

τρώει απ’ τις ίδιες χαρακιές 

του εαυτού που σμιλέψαμε, 

καθώς αυτός περνάει. 

Σε περίμενα χρονικά, νοητά, υπερβατικά, 

σβήνοντας μέρες, εμπόδια, με κάθε τρόπο.

Πια δεν ξέρω τι περιμένω 

κι αν υπάρξεις εσύ αυτό, 

εγώ του ’δωσα πρόσωπο 

Και μια σιωπή. 

Το δικό σου πρόσωπο 

που δε βλέπω 

και τη σιωπή σου 

να μονολογώ. 

***

Ατυχές σενάριο

Έτσι όπως αναπολώ τα χρόνια που πέρασαν, 

κάποιες στιγμές νιώθω 

σα να μην ήταν η πραγματική μου ζωή αυτή, 

ότι επρόκειτο για ένα ατυχές, 

κακό σενάριο και μια πρωταγωνίστρια 

που η φήμη της ήταν να τη χλευάζουν όλοι 

για το πόσο κακή ηθοποιός ήταν 

και γενικώς φανταστείτε ένα κλίμα στραβό 

που το ’φαγε και ο γάιδαρος 

και δεν έγινε ποτέ ένα παλιό καλό κρασί 

να μας μεθάει. 

Κι αν δεν υπάρξει ένα καλύτερο σενάριο 

κι αν δε γίνω μια έμπειρη πρωταγωνίστρια 

που θα τ’ αποθεώσει 

κι αν δε φτιάξω ένα άλλο κλίμα, 

ρε παιδί μου, 

απ’ αυτό που δεν τρώνε οι γάιδαροι, 

αφήστε τα. 

Θα κλαίνε και οι ρέγγες στα πίσω καθίσματα.

*Από τη συλλογή “Ικανές και αναγκαίες συνθήκες”, Εκδόσεις Όστρια, Γενάρης 2019. 

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

γυναίκα πουλί

και θα κρατάς στις χούφτες σου 

μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου 

Κατερίνα Γώγου, Θέλω να κουβεντιάσω

αν ήμουν πουλί

και ήσουν παραλία

κι ήμουν πουλί της θάλασσας

και λάτρις σκουληκιών

που κρύβονται στην άμμο

και σου ’μπηγα το ράμφος μου

κι αν έμενες εκεί

παρά το κρύο του χειμώνα

κι ερχόμουν στις λακκούβες σου

να κρύψω αυγά

και κάποτε όταν έρθει η ώρα και πεθάνω 

αγκάλιαζες σιγά σιγά με τον καιρό τα οστά μου 

τότε θα μ’ αγαπούσες;

βέβαια είμαστε άνθρωποι 

κακώς που σε ρωτώ 

μα αν προσπαθήσω πιο πολύ 

δεν θα ’ναι σαν πουλί να τραγουδώ;

***

μις έρημος

Please stop by, I’m still alive 

though I’m missing fifty tomb lilies 

Cinema Strange, Tomb Lilies

κάνουν τα παιδιά ποδήλατο κι εκείνη 

πάει στα μνήματα

παίζουν τα παιδιά στη θάλασσα κι εκείνη 

πίνει γάλα 

μια ζωή

μια λευκή τιμωρία 

Πόλεμος

           δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, 

να λες ναι, ναι,

                  στα μέτωπα

                                                        με βολές πολυβόλου

να τυπωθεί στις προκηρύξεις λέει η μικρή 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ 

Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ

πεταλούδα παιδί στοιχειωμένο 

ήσουν κάτι σαν γέλιο θαμμένο

εκτός κι αν δεν 

ήσουν

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2018.

William Matthews (1942 – 1997), Ο Μίνγκους στο Showplace

Ήμουνα χάλια, φυσικά, καθ’ ότι δεκαεπτά, 

κι έτσι ανέλαβα δράση και έγραψα ένα ποίημα,

και αποδείχθηκε οικτρό, διότι έτσι σκεφτόμουν πως

η ποίηση λειτουργούσε: χώνευες εμπειρία και έχεζες

λογοτεχνία. Ήταν το 1960 στο Showplace, καιρό έκτοτε 

κλειστό, στη Δυτική 4η Οδό, και κάθισα στο μπαρ,

με λίγα χρήματα για μπύρα από ένα μασουράκι που μάζευα, 

το παιδί στην πόλη, μεγάλα αυτιά σαν κουταβάκι.

Και ήξερα για τον Μίνγκους πως επρόκειτο για ιδιοφυία.Ήξερα δυο 

ακόμα πράγματα μα όπωε φάνηκε λανθασμένα.

Επομένως τον ανάγκασα να δει το ποίημα.

«Κυκλοφορούν πολλά τέτοια», είπε,

και Χριστέ μου είχε δίκιο. Με στραβοκοίταξε 

μα δε φάνηκε να σκέφτεται

την επικινδυνότητα των άσχημων ποιημάτων, όπωε κάποιοι ποιητές. 

Αν ήταν ανώτερα στελέχη του μπέιζμπολ θα συνωμοτούσαν

να καταστρέψουν oites zis αλάνεε παντού ώστε το παιχνίδι 

να σταματούσε για τα παιδιά. Βέβαια αργότερα

εκείνη τη νύχτα απέλυσε τον πιανίστα του στη μέση τns παράστασηε 

και τον κατέβασε απ’ την εξέδρα.

«Αντιμετωπίζουμε ένα ντιμινουέντο στο προσωπικό», 

εξήγησε, και η μπάντα συνέχισε να παίζει.

MINGUS AT THE SHOWPLACE

I was miserable, of course, for I was seventeen, 

and so I swung into action and wrote a poem,

and it was miserable, for that was how I thought 

poetry worked: you digested experience and shat

literature. It was 1960 at The Showplace, long since 

defunct, on West 4th St., and I sat at the bar,

casting beer money from a thin reel of ones, 

the kid in the city, big ears like a puppy.

And I knew Mingus was a genius. I knew two 

other things, but as it happened they were wrong.

So I made him look at the poem.

“There’s a lot of that going around,” he said,

and Sweet Baby Jesus he was right. He glowered 

at me but he didn’t look as if he thought

bad poems were dangerous, the way some poets do. 

If they were baseball executives they’d plot

to destroy sandlots everywhere so that the game 

could be saved from children. Of course later

that night he fired his pianist in mid-number 

and flurried him from the stand.

“We’ve suffered a diminuendo in personnel,” 

he explained, and the band played on.

*Επιλογή – Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος.

**Από το δίγλωσσο (ελληνικά και αγγλικά) βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ”, εκδόσεις Bibliotheque, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Ακαδημαϊκά χαϊκού

Κάτι μεγάλα 

εγώ, παρασυρμένα 

κούτσουρα μοιάζουν.

Ο βαρκάρης τα 

εξισώνει μονομιάς. 

Αγύριστο στο 

διάβα σου καράβι, 

να έχεις λιμάνι;

***

Μη κερδοσκοπικό

Είχε ανατρέξει σε πολλά εγχειρίδια αυτοβελτίωσης 

και ερασιτεχνικής ψυχολογίας.

Η χαρά δικτατόρευε το έργο του, όπου οι προτάσεις 

ξεκινούσαν, συνήθως, με το να.

Στο facebook, αριθμούσε μερικές χιλιάδες φίλους. 

Φωτογραφιζόταν παντού χαμογελαστός, ποζάροντας 

-δήθεν αιφνιδιασμένος- με φόντο, κατά προτίμηση, 

βιτρίνες εμπορικών, καφετέριες, χασαποταβέρνες.

Γραμμένος σε πάσης φύσεως συλλόγους, επιτροπές 

και φιλανθρωπικά σωματεία.

Το κλείσιμο της ημέρας τον έβρισκε, 

να φτύνει περαστικούς απ’ το μπαλκόνι.

***

Ξετάγκ

Δε θέλω να με βάζεις σ’ ετικέτα.

Θέλω να πάμε για καφέ.

Δεν έχω καν προτίμηση στα στέκια 

απλά δε συμπαθώ τα κυριλέ. “

Εκεί μπορεί να ξαναβρούμε 

το νήμα μιας συζήτησης παλιάς.

Ή, έστω, μια στιγμή να ξεχαστούμε 

όπως ξεχνιέται ένας φουκαράς

από το πάρκο απέναντι κοιτώντας

μια που θα ανάσταινε νεκρούς και ζώντας.

*Από τη συλλογή “Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Στροβιλισμός αφής

Ι

Χωρίς τον ερχομό 

Ποιο νόημα έχει η φυγή;

Χωρίς τον πηγαιμό

Ποιο νόημα έχει η επιστροφή;

II.

Πώς θα επιστρέφω

Εκεί που δεν ξέρω αν έχω φύγει

Στο πρόσωπο

Στα πρόσωπα

Που είναι όλα αλλόκοτα

Μα είναι όλα παρόντα

Tt να πεις;

Στροβιλισμός αφής

III.

Έλα κοντά μου 

Δες τη σιωπή 

Δες το αίμα 

Δες την αφή

Δεν είμαι εγώ 

Δεν είσαι εσύ 

Είμαι όλοι αυτοί

IV.

Ποια νύχτα 

Ποιο φως 

Ποια αυγή 

Ποιος πόλεμος 

Ποια ανακωχή

Μας άφησε στο δρόμο μισούς;

V.

Ξεκουράσου. Περίμενέ με, αν θέλεις.

Έχω να κολυμπήσω στη λίμνη του ηλιοβασιλέματος. 

Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Είναι ο μόνος μου δρόμος για τον ουρανό.

VI.

Ένα τούλι από ατλάζι ο ουρανός 

Τρυφερό σαν χάδι 

Εμείς ξανά

VII.

Ρίχνω στον αέρα το σεντόνι μου 

Αρώματα της νύχτας στο φως 

Ευχή να ευωδιάσουν τα κύματα 

Ο νόστος της αυγής να σε φέρει κοντά μου

VIII.

Ξέπνοος

σε ταχύτητα δίνης 

το φιλί σου

*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.

Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης, Αιμάτινα πουκάμισα

Στη Μάγδα Φύσσα

Και εκείνες γυρνούν στα σπίτια τους

έπειτα από τόσο καιρό

αποδύονται τα αιμάτινα πουκάμισα

και τα δάκρυα από τις πρώτες βροχές

από τους πρώτους πολέμους

και δεν υπάρχει καιρός για λιποταξίες

ούτε για πόθους ούτε και για άλλη ζωή 

μόνο μπορούν σε μια στιγμή ανθρώπινη

να σηκώσουν τα χέρια τους 

και να απελπιστούν για τον Γολγοθά

στη γυμνή πληγιασμένη σάρκα της ψυχής τους

μα μια στιγμή μετά 

παίρνουν ξανά τα αιμάτινα πουκάμισα

από τις κρεμάστρες

τα φορούν

σαν μόνη σάρκα

βγαίνοντας έξω

κλείνουν τις πόρτες

σφαλίζουν καλά τα παράθυρα

διαγράφοντας το τελευταίο ίχνος

ενός σπιτιού

του δικού τους σπιτιού 

δεν έχουν σπίτι

εκείνες οι γυναίκες

που ενδύθηκαν 

τα αιμάτινα πουκάμισα 

εκείνες οι γυναίκες

που ανάχθηκαν σε σύμβολα

της αιώνιας μάχης

απέναντι στις Λερναίες Ύδρες

των καιρών

εκείνα τα αιμάτινα πουκάμισα 

δεν ήταν αδειανά

δεν θα είναι ποτέ αδειανά

θα έχουν πάντα το αίμα

των νεκρών μας

~~~~~~~~~~

Bloodied Shirts

To Magda Fissa 

And these women return to their homes

after all this time

they take off the bloodied shirts

and the cries

from the first rains

and the first wars

and there is no time for surrendering 

neither for longing nor for another life

only they can;  in a human moment

to put up their hands 

and be desperate about their via Dolorosa

into their naked wounded skin of their souls

but in the next moment

they take once again the bloodied shirts

from the hangers 

they put them on 

as only skin

and going out

they lock the doors

they shut tight the windows

erasing the last thread of 

a home

their home

because they don’t have a home

these women who have worn

these bloodied shirts 

these women who have been risen

as symbols of 

our endless fight against 

the hydras of our times 

these bloodied shirts

were never empty 

they will be never empty

they will always have the blood

of our dead

Ένα έτσι, Σφίγγω τα δόντια …

Σφίγγω τα δόντια για τον ίδιο λόγο

που τα παιδιά τρυπάνε τις καρδιές τους.

Η πατρική μου φωνή στο ημίφως

κρατά τα βιβλία κλειστά μέχρι να φέξει.

Κλειδώνει την μητέρα σε μια ιαχή.

Σπάω τα δόντια για τον ίδιο λόγο

που μια επανάληψη συμπληρώνει τις ανακρίβειες.

Μπροστά από κάθε μύθο σταλάζει ο οίκτος των μαρτύρων του.

Ένα αδέσποτο σκυλί εξημερώνει την νύχτα.

Γαβγίζει για να μάθει την αλήθεια.

Η νύχτα είναι μια καραντίνα σε πλοίο.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/10/06/4906/