Έλσα Κορνέτη, Δύο ποιήματα

Αγγελόπτερο

Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί 

Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ 

Για να εζορύξει χώμα;

Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες στη ράχη του ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής Τα δάκρια μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου θολού Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας

Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ 

Όπως υπέρλαμπρος πετούσε 

Πριονίζοντας με το δοξάρι 

Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε 

κι ευθύς μου πέταξε 

σαν τόπι χρυσό 

κομμένο το κεφάλι του 

που φέγγοντας 

ακόμα χαμογελούσε

***

Αντανάκλαση

Ο πατέρας μου ο πετεινός

Η μητέρα μου το φίδι

Εκπαίδευσαν τα μάτια μου

Στη μαρμάρινη σιωπή

Το πρόσωπό μου γυάλινο

Χίλια κομμάτια θραύσματα ενωμένα

Η έλξη για το όμοιο με ωθεί

Μια ζωηρή αντανάκλαση να ερωτευθώ

Σήμερα

Είμαι μελαγχολικός 

Στριμωγμένος

Στη βρόμικη γωνία της βιτρίνας 

Ξεντύνομαι βιαστικά 

Το πουκάμισο της ημέρας 

Πέφτω σε λήθαργο 

Έναν αιώνα για να κοιμηθώ

Κι όταν κάποτε ακίνητο 

Παγωμένο με βρουν 

Θα πουν:

Του τελευταίου βασιλίσκου το φιλί 

Ήταν θανατηφόρο 

Αυτοκτόνησε 

Φιλώντας με πάθος 

Τον καθρέφτη

*Από τη συλλογή “ΑΓΓΕΛόΠΤΕΡΑ”, Εκδόσεις Μελάνι, 2016.

Ολα μιά λέξη

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry


Λάμνω
Λαμνοκόπι
Είμαι κομμάτι αυτής της ρίζας
Είμαι το μετέωρο λήμμα της
κινώ
ό,τι παγώνει
κι ό,τι δειλιάζει
και ύστερα βυθίζομαι
στη νωπή λάσπη
των αναφιλητών της
και στην κινούμενη προσευχή 
που όσο την τραγουδάς 
βουλιάζει
γιατί η Μέκκα της
δεν είναι μακριά
βαθιά είναι
Η μοίρα της αγαπημένης μου
λέξης
είν' ο αφορισμός
Λάμνω
στο ιερό της σπλάχνο
όλα μια λέξη
Αυτή προφήτης
και γω
Προσκυνητής

View original post

2 ποιήματα | Αντώνης Κίτσιος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focusΟι θεριστές

Το σώμα στη κάμψη της τρίτης αλληγορίας
κατηφορίζει τη πλαγιά σκυμμένο
Δείχνει ν’ ανταμώνει στο βάθος η πληρότητα
με το κούφιο του ίσκιου μιας κερασιάς
Απάνω της ο Λεβάντες υπόσχεται
τα πρώτα του γυμνάσματα
πριν απ’ το γέρμα αποθάνει κι αυτός
Το χώμα πιο πέρα σήπεται
σαν τέφρα που κάποτε φώναζε seminandi
κι ο ουρανός ξοπίσω του περίσσευμα
για το λίγο της γης
Μα στη μέση ο άνθρωπος
ρόδινο αγρίωμα
στην εφηβεία του Σκιροφοριώνα
κόβει το στάρι πριν το σπουδάσουν τα δάχτυλα
μαζεύοντας το βιός του από συνήθεια
σπέρνοντας τα χρόνια του όπως οι άλλοι
Κι είναι το σβέρκο αβάστακτο
και η τρικυμία ίδια
Κανείς εδώ
κανείς εκεί
τον πόνο του δεν τραγουδά
μονάχος το δρόμο σέρνει
Σε θέρισε το θέρος θεριστή
μ’ απόμεινες ν’ ανασαίνεις

View original post 123 more words

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Φυσική θέση

Πάνε μήνες που έχασα την φυσική μου θέση.

Από τότε:

Αποκοιμιέμαι στον καναπέ.

Ξεχνώ ανοιχτά τα φώτα.

Ανεβαίνω αντικανονικά τις κυλιόμενες στο σούπερ μάρκετ. 

Στρίβω δίχως να βγάζω φλας.

Και φοράω τα ρούχα μου απ’ την ανάποδη.

Κι όχι πως το κατάλαβα η ίδια!

Είναι που μου το ψιθυρίζουνε αποδημητικά πουλιά.

***

Τυχαία έξοδος

Γλίστρησες μέσα στη νΰχτα των άλλων

για να με συναντήσεις

στην κορυφογραμμή των οριζόντων.

Πάνω στην κόψη της πραγματικότητας 

μου ξημέρωσες 

κάτι από παραμύθι 

με δόσεις

αστικού ρομαντισμού.

Χάθηκες πριν την αυγή

ακριβώς πάνω στην εκπνοή του χρόνου.

Αναγκάστηκα να φορέσω κόκκινα γυαλιά

για να ανεχτώ τον ήλιο

να φωτίζει

κατάματα το γυμνό μου όνειρο

κι αυτό να καίγεται

στην πυρά μιας ανένδοτης λήθης.

***

Ώρες αιχμής

Ο καλύτερός μου φίλος 

σε καθεστώς ανάγκης 

δεν είναι άλλος,

παρά οι ώρες αιχμής στο κέντρο

και η συμφόρηση σε πλατείες και λεωφορειόδρομους.

Ξέρεις ότι είσαι πεζός 

και απολαμβάνεις

τη δυστυχία της σύμπτωσης με αποδημητικά πουλιά 

και αναλώσιμη ύλη.

Η προσοχή που σου αναλογεί

στοιβάζεται σε μία μερίδα πιθανοτήτων

να πρωταγωνιστήσεις σε αναστημένες ιστορίες.

Κανένα τρακάρισμα 

δεν σε ταράζει περισσότερο 

από τον ήχο

δυο άδειων, περαστικών βλεμμάτων 

που τσακίστηκαν

πάνω σε τοίχο ακριβούς ασυγχρονίας.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Τάσος Γαλάτης, Boogie-woogie

‘Ωραίες τοΰ μάμπο 

κι ωραίες τοΰ μπούγκι-γούγκι 

τώρα σημαδεμένες από τον καιρό 

χίλιες φορές ωραίες

χίλιες φορές ταξιδεμένες 

μέ τούς πελώριους κεκρύφαλους 

καί τούς πανύψηλους κοθόρνους.

Πόσοι αιώνες φλυαρίας 

στο ψιλικατζίδικο μέ τά φτηνά καλλυντικά 

στο γύρο τής μικρής πλατείας μέ τις ακακίες 

στα σταυροδρόμια καί στα κεφαλόσκαλα· 

ό άκονιστής, ό παλιατζής, ή γύφτισσα 

καί ό σακατεμένος στρατιώτης.

Εΐδα τό γράμμα πού διπλώνατε στον κόρφο σας

σάς έφερα τό κοκοράκι γιά τον πονοκέφαλο

τό Ζέφυρο καί τό Ρομάντζο

άκουσα τά χωνιά καί τά συνθήματα

τούς πυροβολισμούς μέσ’ στο σκοτάδι

γι’ αύτό ποτέ μη σταματάτε

λικνίστε ακόμη στο χορό σας τό παιδί

ώ άρχαγγέλισσες νυχτερινές

ώραίες του μάμπο

κι ωραίες του μπούγκι-γούγκι…

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος 1 – Τεύχος 4 – Χειμώνας 2007-2008, σελ. 499.

Γρηγόρης Σακαλής, Ψευδαίσθηση

Ποιοί είναι αυτοί

που καθορίζουν τη ζωή μας

που λένε πόσο θα δουλέψουμε

και πόσο θα πληρωθούμε

που με την προπαγάνδα τους

μας λένε τι θα φάμε

τι θα πιούμε

τι θα πιστέψουμε

που έχουν όλα τα μέσα

στα χέρια τους

και φτιάχνουν

μια πλαστή εικόνα

να καταναλώνεται

απ΄ τη μάζα

κι αυτοί ανενόχλητοι

να διοικούν

σε μια δημοκρατία ψεύτικη

που κάθε τέσσερα χρόνια

δίνει στο λαό

μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.

Αντώνης Μπουντούρης, Σιωπητήριο

Να επιβληθεί στη χώρα σιωπή

Αυτό της πρέπει

Όσο φλυαρεί κουλουριάζεται από τον φόβο

κι ο φόβος λεπίδα στη σφιγμένη χούφτα της

Ερειπωμένα λόγια, επαναλήψεις, ψυχαναγκασμοί.

Η σιωπή καλπάζει πιο γρήγορα απο τον ήχο

επουλώνει, θεραπεύει.

Να σωπάσουμε μαζί

να ξαναβρούμε την ανάσα μας

να σπρώξουμε την πάχνη – να μας δούμε

να δώσουμε όνομα στη νύχτα – να σκεφτούμε.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

Τζίμ, μπάμ, μπουμ, έμείς οι γερο-τζαζίστες

Στον Αλέξανδρο Αραμπατζή

Στην αγορά, 

στο φόρο

                 όντας κατεβαίνω

τό καλό μου φορώ

                 όνομα – τό “Θεόδωρος”

(ε! μή μάς λένε και λέτσους…)

Στο πέτο

—άλα! – λελουδικό:

το πιό ώραίο τραγούδι άγάπης στον κόσμο.

 (κι) όλοι ν’ αναρωτιώνται, άπό ποιόνε γειά 

                                        μπαξέ τό ’κλεψα;

***

 Βροχή μετεωριτών (12/8/2007)

Κορίτσια πέφτουν

στην ουράνια απόψε γέφυρα ομορφιάς

ώ! οι μικρές μου στάρλετ 

οι περσίδες που τις λέγανε οί παλιοί 

ώσάν άγγελοι μ’ αποκαλυπτικά μπικίνι 

                 από λάθος φωτιά φλεγομενες

ονειρεύονται καριέρες

               καί πρίγκηπες 

οί καημένες! έρχονται απ’ τά μαύρα σκότη 

απόψε ζοΰν τό παραμύθι τους

Στό φινάλε, τί άπομένει:

λευκή σάρκα ημερολογίου σ’ ένα ποίημα φαναρτζιδικο. 

Σταθμός

Σαββατόβραδο στα Λεχαινά

Ψένει ό Μητσάρας πέτρες να φάμε 

Καβαλίνα γιομίσαμε τις πίπες μας καί φουμάρουμε 

Τά τρένα φέρνουνε άκόμα στά Λεχαινά ποιητές 

Σάμπως ανάποδα, προς τά πίσω γυρνάει τ’ ώρολοϊ 

τού Σταθμού

Μερακλήδικα ωχ, πώς γλυκοκελαϊδεΐ τ’ όργανάκι τής νύχτας 

Στήν άκρη κάνουμε, ή Μαίριλυν νά

                χορέψει / με τον Μπελογιάννη.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος 1 – Τεύχος 4 – Χειμώνας 2007-2008, σελ. 499.

Antonio Machado, Τρία ποιήματα

ΒΑΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ…

Βαρούσαν δώδεκα… και ήταν δώδεκα 

χτυπιές τσαπιού πάνω στη γη…

… Η ώρα μου! -φώναξα-… Η σιωπή 

μου αποκρίθη: – Μη φοβάσαι·

δε θα την δεις εσύ να πέφτει την τελευταία σταγόνα 

που τρεμοπαίζει στην κλεψύδρα.

Θα κοιμηθείς ώρες πολλές ακόμα 

επάνω στην παλιά ακροποταμιά, 

κι ένα καθάριο πρωινό θα βρεις 

τη βάρκα σου δεμένη στην άλλη όχθη.

***

ΠΗΓΑΣΟΙ, ΩΡΑΙΟΙ ΠΗΓΑΣΟΙ

Γυρίζετε, γυρίζετε, αλογάκια ξύλινα 

VERLAINE

Πήγασοι, ωραίοι πήγασοι, 

αλογάκια ξύλινα.

………………………….

Εγώ εγνώρισα μικρός 

τη χαρά να φέρνω γύρους 

σ’ ένα κόκκινο αλογάκι, 

μία νύχτα της γιορτής.

Μες στο σκονισμένο αγέρα 

σπινθήριζαν τα κεριά, 

κι έκαιγε η γαλάζια νύχτα 

ολοκέντητη από αστέρια.

Παιδικές χαρές που κάνουν 

όσο μια τρύπια δεκάρα, 

όμορφα αλογάκια, ωραία 

αλογάκια ξύλινα!

***

ΚΗΠΟΣ

Μακριά απ’ τον κήπο σου καίει το απομεσήμερο 

χρυσά λιβάνια με πορφυρές φλόγες, 

πίσω από το σταχτί, χάλκινο δάσος.

Στον κήπο σου έχει ντάλιες.

Καταραμένος νά ‘ναι ο κήπος σου!…

Σήμερα μοιάζει έργο κομμωτή,

με το φτωχό, καχεκτικό του φοίνικα,

κι αυτόν εκεί τον πίνακα από μυρτιές κουτσουρεμένες…

και την πορτοκαλίτσα στο βαρέλι της…

Το νερό της πηγής

δεν παύει να γελάει πάνω στο άσπρο κοχύλι.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.