Κατερίνα Κατσίρη, Από την ενότητα “Όλα είναι θλίψη”

Έγινε πια ο αγώνας μας θλίψη

Για όσους αγάπησαν τα βουνά με τα πρωινά

φυτρωμένα ήλιο στο χώμα

κι από το βάθος της αυγής

μεγάλη γινωμένη την αγάπη αχνίζοντας στοργή

στα παιδιά της Εύας

Σηκωθείτε! 

Κοιτάχτε!

Ξερά σύννεφα και πέτρες κατρακυλούν

απ’ το βουνό

κοιτάχτε πόσους βράχους τρώμε αδελφοί

Και οι φωνές

γεμάτες ομίχλη, που μπαίνει απ’ το παράθυρο

και κάποιο τέλος τέλους

Κοιτάχτε πάνω ψηλά τα σκυλιά 

που απόμειναν να στολίζουνε τοίχους

αλυχτούν, ω δε σταματούν 

μπαινοβγαίνουν στο μυαλό

πήραν να πέφτουν σ’ όλες τις κουβέντες

Μόνο τα γερασμένα σώματα στους κήπους

τρώνε τον πρώτο ήλιο απ’ το χώμα

Τα πότισαν πολύ καιρό οι έννοιες τους

να γίνουν στρώμα αφράτο

να πλαγιάσουν

Ποιος σκόρπισε τέτοιο χαλασμό;

*Σκίτσο: Γιώργος Φαρσακίδης.

“Τέλος” του Λάζαρου Γεωργιάδη

Ενδιαφέρον τρόπος να ονομάσεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή «Τέλος», οξύμωρο σχεδόν. Δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει εδώ όμως, το αντίθετο μάλιστα:

ξέρω πως αγαπούσες

τους ήλιους που λιώνουν οι νύχτες στα σοκάκια [1]

Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι που διαβάζει κανείς όταν ανοίγει το βιβλίο, ο τόνος έχει δοθεί, μένει να επαληθευτεί η πρώτη εντύπωση. Στο τέλος της ανάγνωσης, αυτό που ξεκινά σαν αίσθηση στο πρώτο ποίημα, γίνεται βεβαιότητα: ο Λάζαρος Γεωργιάδης έχει επιτύχει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν όπου οι σκέψεις του και οι άνθρωποι κινούνται σε αρμονία και σε στενές αλληλουχίες. Υπάρχουν ανομοιογένειες; Σαφέστατα, όμως δεν θέτουν σε κίνδυνο το σύνολο, και η φωνή και οι λέξεις του ποιητή τελικά κυλούν απρόσκοπτα.

Η σχέση μου με τη χυδαιολογία στη λογοτεχνία είναι σταθερά αρνητική εν μέρει για καθαρά αισθητικούς (και γι’ αυτό προσωπικούς) λόγους και εν μέρει για τεχνικούς: συνήθως πρόκειται για ένα εκφραστικό πυροτέχνημα που δεν έχει τελικά να πει και πολλά, βραχείας διάρκειας και αμφίβολης χρησιμότητας, περισσότερο μια καλή κρυψώνα αδυναμιών παρά οτιδήποτε άλλο. Στις περιπτώσεις που ο Γεωργιάδης το χρησιμοποιεί, γίνεται το βασικό αρνητικό του ποιήματος, ευτυχώς όμως περιορισμένης έκτασης. Η προκλητικότητα είναι ένα ηχηρό στοιχείο στο σύνολο της συλλογής, όχι μόνο σε φραστικό αλλά και σε εννοιολογικό επίπεδο, και αυτό είναι το πραγματικά ενδιαφέρον της υπόθεσης, επειδή περικλείει και συγκαλύπτει πάθος. Και παράλληλα με την προκλητικότητα υπάρχει και πρωτοτυπία, υπάρχει ρίσκο στη θεματολογία και στις αλληλουχίες: ο Γεωργιάδης φέρνει κοντά παράδοξα πράγματα σε δύσκολους συσχετισμούς. Οι στίχοι του είναι σαν μικρά ηλεκτροσόκ, σαν να προσπαθεί να επανεκκινήσει όχι την καρδιά αλλά τη σκέψη, να ξαναβρεί τον σφυγμό της. Και αυτό που μένει πίσω κάθε φορά είναι ο απόηχος των αδιέξοδων σκέψεων και των λέξεων που σβήνουν.

Οι στίχοι στο Τέλος είναι σύντομοι, σαν διακεκομμένες σφυριές. Και ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «παράγουν ήχο», αφήνουν πολλές φορές την αίσθηση μιας κατακερματισμένης σκέψης, μιας έλλειψης συνοχής: ο ήχος γίνεται θόρυβος. Σαν ο ποιητής να μην είναι σίγουρος πού θέλει να πάει, ούτε αν θέλει να βρίσκεται εκεί που τον οδηγεί ο δρόμος που πλακοστρώνει. Η προφορικότητα της γραφής λειτουργεί καλά στο σύνολο των ποιημάτων, δίνει στον Γεωργιάδη την ευκαιρία να σπάσει τους κώδικες με ευθύ και αποτελεσματικό τρόπο και να φτάσει στην ουσία από τον συντομότερο δρόμο: η αποτελεσματικότητα της συγκίνησης είναι εξασφαλισμένη.

Στον αντίποδα της προφορικής αμεσότητας, μπορεί να συναντήσει κανείς βία στις λέξεις και στις εικόνες, που μετά το πρώτο ξάφνιασμα επαναπροσδιορίζουν τη ματιά τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη και μάλιστα σε ίδιες δόσεις. Η βιαιότητα της εικόνας ως εκφραστικό εργαλείο αλλά και ως σύμβολο, η παρουσία της ως αποκλειστική συνθήκη αντίληψης του χώρου και των ανθρώπων, δεν αφήνει παρά στενά περιθώρια στις υπόλοιπες αισθήσεις για να καλύψουν τα κενά: στα ποιήματα του Τέλους, η εικόνα αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό φυλακής, γίνεται ένας δεσμοφύλακας σκέψεων και συγκινήσεων που ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών, και στο τέλος κλειδώνει ποιητή και αναγνώστες σε έναν λαβύρινθο πλασματικής αισιοδοξίας.

Η αγάπη στο Τέλος είναι αδηφάγος και συχνά ανθρωποφάγος, σπάνια καταλύτης μιας θετικής οπτικής των πραγμάτων. Η παρουσία της και μόνο παρόλα αυτά, έστω και σε μια δυναμική σπασμένων ισορροπιών, είναι ο βασικός αέρας αισιοδοξίας που φυσάει στα ποιήματα. Δεν καταφέρνει να υπερκαλύψει τον θυμό ούτε τη μοναξιά όπως θα περίμενε κανείς, και ο ποιητής θα κάνει αρκετά γρήγορα τον διαχωρισμό ανάμεσα στην «φυσική» της παρουσία και την επί του πρακτέου δύναμή της που μάλλον σπάνια της αποδίδει τελικά. Σε μια πρώτη συλλογή όπως αυτή, το εγώ έχει μια ισχυρή παρουσία, ακόμα (και κατά κανόνα περισσότερο) και στις σιωπές: το άηχο περίγραμμά του δίνει στις υπόλοιπες παρουσίες οριοθετημένο χώρο και βήμα για να προφέρουν τις αγωνίες και τους φόβους που τις διακατέχουν και που επιχειρούν να εξημερώσουν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων και ανατροπών του αναμενόμενου, συναντάει κανείς στίχους βυθισμένους σε μια καταλυτική τρυφερότητα που ανατρέπει τα πάντα την τελευταία στιγμή: η πραγματική ανατροπή, όπως επίσης και η κατά τη γνώμη μου μεγάλη αξία της συγκεκριμένης συλλογής βρίσκεται εκεί ακριβώς, στην τρυφερότητα που είναι «πεταμένη» ανάμεσα σε άλλες λέξεις και σε απροκάλυπτα σκοτεινές σκέψεις, όχι σε trash κουβέντες ξεπεσμένου ράπερ: ο Λάζαρος Γεωργιάδης βρίσκει τις ισορροπίες του και συναντιέται με κάτι εξίσου σημαντικό: με την διακριτή, σταθερή και ηχηρή ποιητική του ταυτότητα που θα τον οδηγήσει ποιος ξέρει σε ποια παράδοξα μονοπάτια.

Πιο κάτω παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Α) [2] 

Το γρασίδι ήταν γκρι 

Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό 

Και τα αγγίγματα 

Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος 

Κάτι από νεκροτομείο. 

ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ [3] 

Κι έλεγα μέσα μου 

τότε 

πριν φύγω απ’ τη γη 

τα παγκάκια να μην ήταν κρεβάτια 

οι δρόμοι να μην ήταν πεδίο μαχών 

οι άνθρωποι να γινόντουσαν 

αυτό που ήταν 

δραπέτες της αποξένωσης ας πούμε 

και τα παιδιά 

τα παιδιά να μην ήταν 

πρόχειρα μικρά σημειωματάρια 

για του κώλου μας τις μουτζούρες. 

ΑΝ ΟΧΙ ΤΩΡΑ ΠΟΤΕ;[4] 

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για τον έρωτα 

μα πότε αλήθεια επαναστάτησαν γι’ αυτόν 

πιο πάνω απ’ τη ζωή; 

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για την επανάσταση 

μα πότε ερωτεύθηκαν γι’ αυτήν 

πιο πάνω απ’ τον θάνατο; 

Τώρα που με βλέπω κι εμένα εδώ μπροστά μου 

πότε;

Κρις Λιβανίου

[1] Λάζαρος Γεωργιάδης, Τέλος, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2018, στ. 1-2, σελ. 7.

[2] σελ. 37.

[3] σελ. 47.

[4] σελ. 35.

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2020/10/blog-post_28.html

Δεν ενδίδω πια | Νόνη Σταματέλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Στην επικίνδυνη ψευδαίσθηση του φθινοπώρου δεν ενδίδω πια

Τα δέντρα τα γυμνά
και τα κυκλάμινα στις παρυφές των λόφων δεν με ξεγελάνε.
Δεν ρομαντζάρω στη βροχή
Ούτε στοχάζομαι τη ζέστη του τζακιού
στον επερχόμενο χειμώνα.

Κι αν πόθησα ποτέ να περπατήσω
σ’ ένα δάσος με φύλλα ξερά
είναι γιατί δεν ήξερα καλά τί χρώμα έχει ο θάνατος

Της νιότης τα καμώματα τώρα θυμάμαι και γελάω.

Για ποιο φθινόπωρο ειδυλλιακό μιλάτε
Ποια ομορφιά στη χειμωνιά;

Κλαίω σ’ ένα ακρογιάλι παιδικό
γιατί μέσα απ’ τα χέρια μου ’χουν πάρει
’κείνο το αιώνιο το καλοκαίρι.

View original post

William Carlos Williams (1883-1963), Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου

Σύμφωνα με τον Μπρύγκελ

όταν έπεσε ο Ίκαρος

ήτανε άνοιξη

ένας αγρότης όργωνε

το χωράφι του

όλη η λαμπρή γιορτή

της χρονιάς 

ξυπνούσε βουίζοντας

σαν μυρμήγκι πιο πέρα

στον ορίζοντα η θάλασσα 

απασχολημένη μόνο  

με τον  εαυτό της

ίδρωνε στον ήλιο

λιώνοντας το κερί

των φτερών

ανεπαίσθητα

λίγο πιο πέρα απ’ την ακτή

ακούστηκε

ένας ασήμαντος παφλασμός 

ο Ίκαρος ήταν

που πνιγόταν

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Roger Milliot (1927-1968), Ποιος

Ποιος μέσα μου μιλά, ποιος με κοιτά από πού;

Ποιος θέλει το καλό, το χείριστο;

Ποιος θέλει αγάπη, ποιος την αγάπη αρνείται;

Ποιος διανοίγει περάσματα, ποιος ανοίγει αβύσσους;

Ποιος ξένος αισθάνεται;

Ποιος κατοικεί το κενό

Όπου ετούτη η μεγάλη κραυγή αντηχεί;

Ποιος κρατάει ψηλά τ’ αστέρια;

Ποιος τη ζωή επιθυμεί, ποιος επιζητεί το θάνατο;

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/11/03/ποιος/ Μετάφραση: Για τη Φωτογραφία.

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Φωνή”

Να σε ακούσω

με εκείνο το περιζήτητο της θλίψης

του να ζεις αλλού

αλλά το πού να μην είναι σαφές

υπακούοντας παθητικά οτην εγκατάλειψη

ορισμένων

των οποίων η έπαρση είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Να σε ακούοω

δεν είναι παρά ένας άλλος δρόμος να ανέχομαι το αδύνατο

αδιάκοπα μιας κίνησης

που καθρεφτίζει το μέλλον

σε εκείνη την επιφάνεια του νερού

την φτασμένη ως το μυστήριο της συλλαβής των ονομάτων

όλων όσων είπαν τα τελευταία τους λόγια

κι εγώ τα άκουσα

με την απληστία μιας εκούσιας πλάνης 

όπου κανείς δεν είπε ψέματα 

κι εναλλάξ

κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια 

σε μια ιστορία χρονικά περιορισμένη

όπου το να λες χρειάζεται τουλάχιστον την πρόθεση να πεις 

και το να κυνηγάς προϋποθέτει την ίδια πάντα υπομονή 

σε όσα συχνάζουν εδώ

μα έχουν πάψει από καιρό να προσφέρονται –

και σε ό,τι έχω ήδη

και σε όση αμηχανία μου προξενεί

το ότι δεν υπάρχει τίποτα

που επιτέλους να ολοκληρώνει την πτώση του

τίποτα ανάρμοστα ελεύθερο

στη ζωή και στον θάνατο

κι ακόμα ξέρω

πως δεν γνωρίζω όλα τα λουλούδια 

ή την ιστορία του ανθρώπου εκείνου 

που αν γινόταν μια επανάσταση 

θα ήταν πολύ καλό 

θα ήταν για αυτόν πολύ σοβαρό 

τόσο που θα έχανε τις αϋπνίες του 

και θα τον άκουγα να λέει 

πως εγώ

εγώ ο ίδιος είμαι αρκετός πια σε σημείο 

που κι αυτό σε τίποτα δεν μπορεί να βοηθήσει.

Είμαστε δυο απομακρυσμένες περιοχές 

Οι νόμοι της φυσικής μας μισούν 

Κι ο ήλιος μπερδεύεται

Ήρθες με τα πόδια γυμνά σαν λουλούδια 

γλιτωμένη φοβερή αστραπή λαμποκοπούσες ασπράδι 

απλωμένη στα φτερά του ονείρου 

το πιο ακριβό μυστικό στεκόσουν σμιχτή με τη ζέστη 

προσώπων που δεν ένιωθαν πως ήσαν κόκκινα 

κι η λατρεία δεν υπήρχε 

μόνο η φωνή η δική μου.

Ήρθες κι ήμουνα πεθαμένος 

ήμουν στη γη των πεθαμένων ζωών και συντρόφων 

φυτεύοντας τυχαία σπαρτά αυτοκτονίας 

φτιαγμένα από φλέβες γαλάζιες παγωμένες διαταγές 

θεών που σε μίσησαν σαν να ήσουν το τέλος 

ενός κόσμου που ποτέ δεν συγχώρησε 

ομολογίες.

Ήρθες για δυο χαμόγελα που ζουν ξεχασμένα 

το ξέρεις και το ξέρω πως είναι 

μια θολή μεσημεριανή ευκαιρία σε δυο μαχαίρια να σπιθίσουν 

μα δεν υπάρχει ελπίδα το δέρμα κολλάει στα κόκαλα 

τεντώνεται, βαστάζει τη σειρά των πραγμάτων 

μιας φωτογραφίας που τελικά θα απομείνει 

όπου θα συναντιόμαστε σε αργούς μονολόγους.

*“Φωνή”, εκδ. Bibliotheque, Οκτώβριος 2019.

Λίνα Βαταντζή, Περίσσεια

Έργο τέχνης και ακρίβειας,

με όμορφο νυστέρι 

έσχισα το στήθος –

Χάραξα την τομή 

έως την καρδιά 

Είδες το θαυμαστό της χρώμα 

Ικεσία ψέλλισα  

παράπονο είχα στη φωνή 

Φρόντισε, Κύριε! 

Το κόκκινο μου ξεθωριάζει. 

Μου έδειξες το φως στον ουρανό – 

Πάντα υπάρχει, δήλωσες, 

πληθώρα αγάπης. 

Νάμα νίβει τις πληγές,

αντλεί από πηγάδι 

αειφόρο. 

Νυστέρι και ουλή

ενθύμια είναι – 

η συμβουλή σου.

Diane di Prima, Δύο ποιήματα

Το Παράθυρο

είσαι το ψωμί μου

κι αυτός ο λεπταίσθητος ήχος

των οστών μου

είσαι σχεδόν

η θάλασσα

δεν είσαι πέτρα

ή ήχος τηγμένος

νομίζω

δεν έχεις χέρια

αυτό το είδος πουλιού πετά προς τα πίσω

κι αυτή η αγάπη

τσακίζεται  πάνω στο τζάμι ενός παραθύρου

όπου κανένα φως δεν μιλά

δεν είναι τώρα εποχή

για να διαστραυρώνονται γλώσσες

(η άμμος εδώ

δεν αλλάζει ποτέ)

νομίζω

το αύριο σε τούμπαρε με το δάχτυλο του ποδιού του

και θα 

λάμπεις

διαρκώς

αξόδευτα κι υπόγεια.

*Από τη συλλογή “This Kind of Bird Flies Backward”, Totem Press 1958. Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

***

Μια άσκηση στον έρωτα

Ο φίλος μου φοράει το φουλάρι μου στη μέση του

Του δίνω φεγγαρόπετρες

Μου δίνει κογχύλια και φύκια

έρχεται από μια πόλη μακρινή και τον συναντώ

θα φυτέψουμε μελιτζάνες και σέλινο μαζί

Ένα ρούχο μου υφαίνει

Πολλοί έχουν φέρει τα δώρα

που του δίνω για να ευχαριστηθεί

μετάξι, και καταπράσινους λόφους

κι έναν ερωδιό στο χρώμα της αυγή

Ο φίλος μου βαδίζει απαλά σαν μια πλέξη στον άνεμο

Φωτίζει από πίσω τα όνειρά μου

Έχει στήσει βωμούς πλάι στο κρεβάτι μου

Ξυπνάω μες στη ευωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ

Να θυμηθώ το όνομά του ή το δικό μου…

*Από τη συλλογή “Pieces of a Song”, City Lights Books 1990. Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

TAKIS VARVITSIOTIS–ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

vequinox's avatarManolis

TakisVarvitsiotis

POSTSCRIPT

When time comes for the final departure
don’t be sad, my friends
don’t be sad

the wind will blow
loaded with fallen leaves
forgotten voices

pass by silently
through the frozen window
that opens to the night
harsh night
harshest of all the winds
more empty than absence

your tenderness will be the softest
and the kiss of love
will light your way

when time comes for the final departure
don’t be sad my friends
don’t be sad

let your smile travel
from lips to lips

Translated by Manolis Aligizakis

http://www.authormanolis.wordpress.com

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες
Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτα σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία
Θα ’ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της…

View original post 61 more words

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΑΓΚΥΡΑ

Παλιό σκουριασμένο σκαρί
στο πλάϊ γερμένο
αγκυροβολημένο
μια ζωή ολόκληρη στο τέλμα
αμετακίνητης άγκυρας,
η βόλεψή σου,
μ’ όνειρα για ταξίδια
που δεν έκανες

μα σήμερα να κόψεις
το δεσμό σου αποφάσισες
κι αμίλητος σέρνεις τ’ αρθριτικά
πόδια σου στην ανηφοριά
βήμα το βήμα
στιγμή με τη στιγμή
το ακατόρθωτο να κατορθώσεις

και σαν φτάνεις στην άκρη
του αβυσσαλέου γκρεμού
μια βαθειά ανάσα παίρνεις
και στο κενό αφήνεσαι
τελευταία και μόνη πράξη λευτεριάς
πουλί που ποτέ δεν ήσουν
ξάφνου γίνεσαι
στην ανωνυμία του θανάτου

ANCHOR

Old ravaged hull
leaning on its side
all your life
anchored in the swamp
your static phenomenon
with thoughts of long voyages
that you never took

though today you decide to sever
your ties with the bog
and silently you lead
your arthritic joins uphill
step by step
moment by moment
to achieve the unachievable

when you reach the edge
of the abysmal precipice

View original post 25 more words