Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Επαναστάτης-Ασκητής

Λύθηκε από μένα

ότι αγάπησα

ήμουν και σχοινί 

και πάσσαλος

και έγνοια

και άχρηστες προετοιμασίες

ήμουν αυτοδίδακτος τύραννος

μικρός επαίτης τής μουσικής

έδιωχνα τις σκοτούρες της

και κυνηγούσα έντομα 

απ τα μαλλιά της..

Στα μεσημέρια τής ζωής

δεν είχα καμμία διήγηση

για να σωπάσω 

τις ανησυχίες 

όσων δεν ήξεραν από μόνοι τους

να ησυχάσουν..

η σχέση μου με το σύνολο

ήταν και παραμένει

ασαφής

ήμουν μάλλον το ψεγάδι του

ο λεκές από απροσεξία

η διαρροή γκαζιού

και

από τα χαμένα σου πρόσωπα

προτιμώ το πιο βαθύ.

Στα απογεύματα τις ζωής 

έπαιζα τάβλι

και έβαζα στοιχήματα

με τον εαυτό μου

και έκανα λογαριασμούς

και έφτυνα κάτω τα λάθη μου

και τόκιζα τα σωστά μου

έγινα μια ειρηνική διαπίστωση

ένα χαμόγελο προς τη μέρα

μια άφεση αμαρτιών

το φωτογραφικό άλμπουμ

ενός ακατοίκητου σπιτιού

ένα δόξα τω Θεώ.

Τα πρωινά τής ζωής 

ήμουν επαναστάτης

και τα βράδια κουρασμένος

επέστρεφα στην σπηλιά μου

ασκητής..

Αποφεύγοντας πάντα

απογεύματα και μεσημέρια

άδειαζα τον εαυτό μου 

με δυό προσευχές στο τραπέζι

ξερό ψωμί κι ελιές

κι ένα κερί να περιγράφει το κενό.

Και ήσυχος κοιμόμουν.

2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis giorgis

Ο Νοέμβρης τους βρήκε πίσω από κάγκελα
ταμπουρωμένους.
Στον αέρα της πόλης πλανιότανε
το μήνυμά τους.
Τόσα και τόσα χρόνια η ίδια λούπα, μόνο
που οι ίδιοι είχαν πια άσπρα μαλλιά,
στους ώμους τους ασήκωτη τη μοναξιά,
κι ίσως τα παιδιά των παιδιών τους
σ’ ωραία κορνίζα.

***

Το κοντέρ της μοτοσικλέτας
μένει στο μηδέν.
Μόλις πιάνω κατηφόρα
το χτυπάω με το δάχτυλο
όπως ο Τζακ Σπάροου
τη χαλασμένη του πυξίδα.
Με μια γκαζιά περνάω
κλειστά μαγαζιά
έρημες πλατείες
στέκια της μνήμης.
Κάτι παπάκηδες
στριμωγμένοι στο φανάρι
μαρσάρουν για κόντρα.
Γέρνω αγκαλιάζω τη γριά μου
και διακτινίζομαι.


[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post

Peter Handke, Από το “Ποίημα για τη Διάρκεια”

Εδώ και καιρό θέλω να γράψω για τη Διάρκεια,

όχι κάποια έκθεση, κάποιο θεατρικό, κάποια ιστορία,

η Διάρκεια πιέζει προς Ποίημα.

θέλω να αναρωτηθώ με ένα ποίημα,

να θυμηθώ με ένα ποίημα,

να ορίσω και να διαφυλάξω με ένα ποίημα,

αυτό που είναι Διάρκεια.

Επανειλημμένως βίωσα τη Διάρκεια,

πριν το έμπα της Άνοιξης στην Fontaine Sainte-Marie,

με τον βραδινό αέρα στην Porte d’Auteuil,

στον καλοκαιρινό ήλιο πάνω στους βράχους,

στον δρόμο για το σπίτι ξημερώματα μετά από

μια συνένωση.

Αυτή η Διάρκεια, τι ήταν;

Ήταν κάποιο χρονικό διάστημα;

Κάτι το μετρήσιμο; Μια βεβαιότητα;

Όχι, η διάρκεια ήταν ένα αίσθημα, 

το πιο φευγαλέο όλων των αισθημάτων, 

πολλάκις ταχύτερο από μια στιγμή, 

απρόβλεπτο, ακυβέρνητο, 

άπιαστο, μη μετρήσιμο.

Και εν τούτοις, θα μπορούσα με τη βοήθειά της, 

να χαμογελώ και να αφοπλίζω όποιον αντίπαλο, 

της γνώμης θα ήταν, 

ότι είμαι ένας κακός άνθρωπος, 

μεταμορφώνοντας την πεποίθησή του:

«Είναι καλός!»

αν ήταν, αν υπήρχε ένας θεός,

το αίσθημα της Διάρκειας θα ήταν παιδί του.

Χθες ακόμη, άκουσα στη Βάαγκπλατς,

στο Σάλτσμπουργκ,

μέσα στον πάταγο και στο σπρωξίδι

της αιώνιας μέρας της αγοράς,

μια φωνή σαν από την άλλη άκρη της πόλης,

να φωνάζει το όνομά μου,

κατάλαβα την ίδια στιγμή,

ότι ξέχασα στον πάγκο της αγοράς

το χειρόγραφο της «Επανάληψης»*,

με το οποίο ήμουν καθ’ οδόν προς το ταχυδρομείο,

άκουσα πισωγυρίζοντας εκείνη την άλλη φωνή,

που πριν ένα τέταρτο αιώνα,

στη νυχτερινή σιωπή ενός προαστίου του Γκρατς,

από την πέρα άκρη του άδειου, μακρύ και ευθύ δρόμου,

κατά τον ίδιο τρόπο έμφροντις,

όπως και τότε, ήρθε από κει πάνω να με συναντήσει

και μπορούσα τότε να περιγράφω

το αίσθημα της Διάρκειας σαν

ένα γεγονός εγρήγορσης,

μια πράξη συνειδητοποίησης ενδότερου γίγνεσθαι, 

μια αίσθηση του περιβάλλεσθαι, του συλλαμβάνεσθαι, 

από ποιον; 

Από έναν συμπληρωματικό ήλιο, 

από έναν φρέσκο αέρα, 

από μιαν άηχη, λεπτή χορδή,

που όλες τις αδεξιότητες δικαιολογεί και συμβιβάζει.

*Διήγημα του Χάντκε που γράφτηκε το 1986, όπως και το «Ποίημα για τη Διάρκεια» και που τα δύο αυτά έργα έχουν μια αδελφική σχέση. Το θέμα του είναι το ταξίδι του Φίλιπ Κομπάλ στη Σλοβενία για να αναζητήσει τον, μετά τον πόλεμο, αγνοούμενο αδελφό του, στη χώρα καταγωγής τους από πατρικής πλευράς. Για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, έκανε ο Χάντκε έρευνες ετών, σπούδασε Γεωγραφία και Ιστορία της Σλοβενίας, έμαθε σλοβενικά σε τέτοιο βαθμό που στη συνέχεια μετέφρασε σλοβενική λογοτεχνία. Εκτός των ερευνών, πραγματοποίησε ταξίδια στον τόπο, κράτησε σημειώσεις και σχέδια, φωτογράφισε αντικείμενα και τόπους. Χαρακτηριστικές φωτογραφίες του είναι «Τα τυφλά παράθυρα».

**Peter Handke,“Ποίημα για τη Διάρκεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2020.

***Μετάφραση: Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

Παναγιώτης Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

η διδαχή των λέξεων

θαρρείς πως γνώρισες το ανόητο

κι αυτο-ορίστηκες νοήμων

σε κούρασε

η αταξία της θάλασσας

ο φάλτσος ήχος του ανέμου

η χλωμή βεντάλια του ήλιου

ν’ αποσυρθείς στις μελανές ρυτίδες σου

να ονειρευτείς πως είσαι γέννημα θεών

σαν κάτι πιο μεγάλο

πιο πολύ να κρύβουν

Μα τι θαυμάζεις στα κενά

που πλήγωσες τον βράχο

τόσο λοιπόν αγάπησες

την απουσία της ύλης

που έγινες κι εσύ μια άδεια λέξη

νοητή

ποιητή, ποιητή

τι γλώσσα μιλάς;

***

Αλληγορία ενός λεπτού

ήμουν εγώ ο τυφλός θεατής

στο ασσύμετρο σώμα

που λείπει

ήμουν εγώ που ψιθύρισα

με φάλτσο φερέφωνο

στον κωφό ακροατή

λέξεις δίχως κόκκαλα

που έκρυψα

με περίσσια τέχνη

κάτω απ’ τη γλώσσα

δεν ήμουν εγώ

αλλά ό,τι χώρεσε η σιωπή

σε μια λέξη

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Αλήθεια

Κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους βρίσκεσαι,

στη μέθη του ιδανικού

στην αναγκαιότητα αποδοχής του πραγματικού

Στον κενό χώρο μεταξύ των αντιθέτων

αδιαλείπτως την θέση σου αναζητάς

Σαν το μέρος σου θαρρείς πως βρήκες

την προσωρινή σου χαρά αντικρύζεις

ώσπου η αέναη ροή του κόσμου

τη ράχη σου αγγίξει

Κι από κει αρχινάς πάλι

-ως να μη γνώριζες ποτέ 

και σαν από πάντα να είχες-

την ταλάντευσή σου 

***

Αβέβαιον                                                                                

Αίσθηση θολή που τις

στιγμές εκείνες με πλευρίζεις

γοητεία κι αν έχεις στην 

ασάφειά σου σκιάζομαι

Της ασφαλούς μου κλίνης 

την ηρεμία απομάκρυνες

ζήλεψες, θαρρώ, τα παιδικά της όνειρα

που έμειναν ως είχαν

Εκείνον τον γνώρισες;

Την αποκλειστική σου προσοχή

μην έχω συλλογίζομαι, και

της εύνοιάς σου αιωνίως

τα προνόμια να απολαμβάνω

Τη μοναδικότητά μου

κι αν άδραξες, μη ξεχαστείς,

τη χαρά του μέσου 

μη περιφρονήσεις 

Μιχάλης Κατσαρός «Ένας προμηθεϊκός ποιητής της απόλυτης ελευθερίας»

Γιώργος Αναγνωστόπουλος*

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, ο οποίος γεννήθηκε το 1919 στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, ανήκει στους λογοτέχνες της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Θα παντρευτεί τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου, μία από τις κυριότερες εκπροσώπους του εξπρεσιονισμού στην Ελλάδα, που συνδύαζε παράλληλα και αφαιρετικά στοιχεία, δημιουργώντας το δικό της προσωπικό στιλ.  Με την  Κούλα Μαραγκοπούλου θα αποκτήσουν ένα γιο, το σκηνοθέτη Στάθη Κατσαρό.

Ο Μιχάλης Κατσαρός το 1953 θα εκδώσει τη συλλογή ποιημάτων, που τον έκανε ευρέως γνωστό, με τον τίτλο “Κατά Σαδδουκαίων“. Η συλλογή του θα εκδοθεί για δεύτερη φορά το 1971 από τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου. Στις παραπάνω εκδόσεις περιλαμβάνεται το πολύ γνωστό πλέον ποίημά του η «Διαθήκη» και το «Υστερόγραφο», ένα δεύτερο ποίημα το οποίο αναγκάστηκε να γράψει σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας για την «αυτολογοκρισία» που υπέστη από τους υπεύθυνους της εφημερίδας «Δημοκρατικός τύπος»  όταν στα 1950 η εν λόγω εφημερίδα εξέδωσε τη «Διαθήκη», αλλά  με περικοπές, φοβούμενη  ενδεχομένως τον κίνδυνο διώξεων, σύμφωνα με το νόμο 509 που υπεγράφη από το βασιλιά Παύλο το 1947.

Ας παραθέσουμε όμως το ποίημα με τους κομμένους στίχους υπογραμμισμένους  και με μία μικρή αναδιάταξη του ποιήματος.

Η διαθήκη μου

«Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι

και λέει: «καλά είμαι εδώ».

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι

και λέει: «Δόξα σοι ο Θεός».

Αντισταθείτε

στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών

στον κοντό άνθρωπο του γραφείου

στην εταιρεία «εισαγωγαί- εξαγωγαί»

στην κρατική εκπαίδευση

στο φόρο

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις

στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες

σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε

πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει

έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή

δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις

από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών

σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια

στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους

στους θεατές

στον άνεμο

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς

στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Οι ιθύνοντες της εφημερίδας θεώρησαν τους παραπάνω στίχους ανατρεπτικούς και επικίνδυνους και τους αφαίρεσαν. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, ο ποιητής προτρέπει τους αναγνώστες του ν’ αμφισβητήσουν και ν’ αντισταθούν σε κάθε είδους υποτέλεια και συμβιβασμό, φτάνοντας ακόμη και στην αμφισβήτηση της ορθότητας της δικής του άποψης. Οπότε, αρνούμενος τον εφησυχασμό, αίρει τα όποια στοιχεία διδακτισμού ή ακόμη και καθοδηγητικού λόγου από το έργο του.

Θα λέγαμε, λοιπόν, πως ο Κατσαρός αντιστάθηκε δίνοντας το δικό του όραμα. Ένα όραμα βαθιά ανθρώπινο, αρνούμενο να συμβιβαστεί με την κατεστημένη και φθοροποιό δύναμη της εξουσίας.

Ο ποιητής επαναλαμβάνει στη «Διαθήκη» τρεις φορές τη φράση «αντισταθείτε… σε μένα ακόμα που σας ιστορώ» και όχι τυχαία. Ως γνήσιο τέκνο του Πυρρώνειου σκεπτικισμού, επαγγέλλεται μία εσωτερική επανάσταση άνευ ορίων, οραματιζόμενος για τους ανθρώπους την απόλυτη εσωτερική ελευθερία.

 «[…] ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Διαβάστε ακόμη :   Ιστορικό: Οι νεκροί της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Μιχάλης Κατσαρός είναι ένας μοναχικός πρίγκιπας των δρόμων, περιφέροντας τη μοναξιά της ποίησής του στα Αθηναϊκά καφενεία και εστιατόρια, όπως έγραφε ο ίδιος. Ένας «φυγάς θεόθεν και αλήτης» όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος. Ένας περιπλανώμενος των δρόμων χωρίς σημείο αναφοράς, όπως κάθε γνήσιος μοναχικός επαναστάτης που ζει το δικό του καλοστημένο καφκικό δράμα. Ένας μετεωρίτης που αναζητά το δικό του κέντρο στο στερέωμα της ζωής.   

Όταν το ποίημά του δημοσιεύτηκε λογοκριμένο από το «Δημοκρατικό Τύπο» αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το ποίημά του «Υστερόγραφο». Όπου στον τελευταίο του στίχο ασκεί οξεία κριτική σε όλες τις δήθεν δημοκρατικές ένθεν κακείθεν  απελευθερωτικές ιδεολογίες για τις οποίες τόσο αίμα σπαταλήθηκε άδικα.

Υστερόγραφο

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί -καθώς διαβάστηκε

ήταν ένα ζεστό άλογο

ακέραιο

-πριν διαβαστεί-

όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν

αλλά σφετεριστές καταπατήσανε τις εντολές της.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε

χρόνια καταχωνιάστηκε σε χρονοντούλαπα

από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές -είχαν την εξουσία-

με τρόπο εξαφανίσανε την αντίσταση

σ’ ό,τι τους αφορούσε.

Σας κλέψανε τα μέρη με τους ποταμούς

τη νέα βουή στα δάση

τον άνεμο τον σκότωσαν

–τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα-

ποιός είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν

στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι.

στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος;

Δεν θα μιλάς λοιπόν ποτέ;

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. 

Ο ποιητής και φιλόλογος Στάθης Κουτσούνης το 1999 στο τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό του Γιώργου Χρονά «Οδός Πανός» Νο 103-104, σ’ ένα κείμενό του με τίτλο «Μιχάλης Κατσαρός ένας απόλυτος επαναστάτης» θα γράψει:

«Η καθολική αυτή αντίσταση του ποιητή, η αδυναμία και η απροθυμία του να υποταχτεί σε οποιαδήποτε σύμβαση τον οδήγησαν σε μία εμφανή διαφορετικότητα. Και το αντίτιμο αυτής της διαφορετικότητας το πλήρωσε ακριβά με τη μοναξιά του. Ο Κατσαρός υπήρξε ένας μάρτυρας με θέληση καταπατημένη, που έζησε από πολύ νωρίς σε μία βαθιά αλλά ιδιαίτερη μοναξιά:

Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος

Μόνος μου 

Σα νάμουνα η φωνή του

Ο Μιχάλης Κατσαρός υπήρξε αναμφίβολα ιδιάζων ποιητής: ένας σκοτεινός συνωμότης εναντίων όσων καταπιέζουν τα όνειρά μας, που παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του (όπως έγραψε σ’ ένα στίχο του) εν πλήρει συγχύσει αθώος».

Ο ποιητής θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή, ελεύθερος και ασυμβίβαστος, ένα Σάββατο πρωί, στις 21 Νοεμβρίου του 1998, στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο δεκαπενθήμερο. Ενώ η κηδεία του θα τελεστεί τρεις ημέρες αργότερα στο Πρώτο Νεκροταφείο, δημοσία δαπάνη,  με πολύ κόσμο, αλλά κατ’ ουσίαν:  «μόνος μόνος μόνος / απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου».

Όπως είχε γράψει σ’ ένα ποίημά του (ΟΡΟΠΕΔΙΟ, 1956)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.gnomionline.gr/michalis-katsaros-enas-promitheikos-poiitis-tis-apolytis-eleftherias/?fbclid=IwAR1QBKZBwTKmO2OdNeKNU61IW32BudjVNiO8ugWajSlZg8c3r3B73gg9C4I

Χρήστος Μαρτίνης, Από το «Ελίοφορ Φέστους»

Σας στέλνω μια τελευταία αναφορά απ’ το πεδίο.

Λαμβάνοντας υπόψη την ενεργητική συμμετοχή στα γεγονότα, 

              ας μου επιτραπεί ένας τόνος ελαφρώς προσωπικός, 

γιατ’ ήταν οι διαδικασίες σκληρές, σαν να ριζώνουν δέντρα

              μες στο στήθος σου, σαν να περνάς το δάχτυλο πάνω στη 

              σκουριασμένη λαμαρίνα.

Όπως και να ’χει, δεν ξεπέρασα τα όρια, υπέγραψα δηλώσεις, 

              κατέθεσα τ’ απαραίτητα έγγραφα, 

έμαθα να κρατάω το σύρμα με κομψότητα, σαν να κρατάω 

              κρυστάλλινο ποτήρι.

Όπως τα συμφωνήσαμε απ’ την αρχή, 

παρέδωσα τους κεραυνούς μου.

Και βεβαιώνω: δεν σήκωσα τα μάτια μου ποτέ στον ουρανό.

Χαμένος κόπος -δεν αλλάζει το αποτέλεσμα.

Σαν να πετάς χαλίκια για να μπαζώσεις τον γκρεμό, 

τα παρασέρνει ο ποταμός που φούσκωσε μες στα στενά περάσματα, 

όπως φουσκώνει μια κραυγή όταν την σφίγγεις μες στην τσέπη.

Έτσι κατέληξα να γράφω την αναφορά, γιατί με τόσες λίστες, 

                δεκαψήφιους κωδικούς, διαγραφές, τόσους σεισμούς 

                από τις διαρκείς επισυνάψεις, ανοίχτηκε γκρεμός 

και δεν τον γεφυρώνουν τα πρωτόκολλα.

Ακούστε, οι φωνές πάνω στους λόφους δυναμώνουν,

                η πόρτα μας θα σπάσει, θα μπει βροχή να μας δικάσει, 

                τινάζοντας πρίζες, καλώδια, εκτυπωτές, οι ρίζες θα μας δέσουν 

                στις καρέκλες, κι όταν σηκώσουμε το βλέμμα· πατώματα, 

                παράθυρα, ταβάνια θα ’χουν ανοίξει και μπροστά μας 

θα χάσκει το κενό.

                                                     «-Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;

                                                     Κι εγώ της είπα:

                                                     -Μπορώ.»

Συνάντησα τον Ελίοφορ Φέστους στον εξωτερικό περίβολο, 

μέσα στη ζώνη βήτα.

Τήρησα βέβαια τους κανόνες ασφαλείας, 

τα κάγκελα γερά,

ο ασύρματός μου πάντα ανοιχτός στη δεύτερη συχνότητα.

Μας χώριζε η κονσερτίνα, 

ένα συρμάτινο σπιράλ όλο ξυράφια 

—κάθε επτά εκατοστά κι ένα ξυράφι— 

λίγο αν σηκώναμε φωνή θα μας ματώναν.

Σε αρμονία με το πρωτόκολλο, του ’πα πως η υπόθεσή του ήταν 

τελειωμένη, οι προθεσμίες χάθηκαν, απορριφθήκαν οι ενστάσεις, 

φάκελο πάνω στο φάκελο 

-του εξήγησα-

κάτω απ’ τα πρόχειρα χαρτιά μεσ απ’ τους μπερδεμένους πίνακες 

αφίξεων και τους σπασμένους κωδικούς ερχότανε το κτήνος 

να μας πνίξει.

*«Ελίοφορ Φέστους», Εκδόσεις Υποκείμενο, 2019.

Βαγγέλης Γέττος, Δύο ποιήματα

Προέκταση

Οι γυναίκες έχουν την τάση

να θεωρούν

ως προέκταση του άνδρα

κάτι δικό του

το πράμα του

τα χέρια του

τις ροχάλες που φτύνει στις γωνίες

τα τσιγάρα που σβήνει στα μπαρ

τα λόγια που σε έπεισαν να μείνεις

κι όμως η προέκτασή του

είναι η ζωή που σβήνει

ένα μόλις μέτρο

μακριά του

***

Μάρτυρας

Προσπάθησε να του μιλήσει

αδύνατον

σαν βράχος

που φυτρώνει πάνω του η ομορφιά.

Η ομορφιά βουίζει

κάνει έναν ήχο σαν αυτό του ψυγείου

στις δύο το πρωί.

Προσπάθησε να του μιλήσει

να τον πείσει να μιλήσει

αδύνατον

Περισσότερο όμορφος

παρά χρήσιμος

Μάρτυρας κλειδί κατά τα άλλα.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Nostos and Algos/Νόστος και Άλγος

vequinox's avatarManolis

nostos and algos cover_300

Πυργίσκος

 

Χαμογελαστός ο στρατηγός ανέβηκε

στον πυργίσκο του τανκ για

την αποχαιρετιστήρια φωτογραφία.

 

Τέτοιες εικόνες συσσωματώνουν

τη χώρα και σφυρηλατούν

τους πολεμοχαρείς κάτω απ’ τη σημαία.

 

Ώσπου ήρθε κι ο επίσκοπος

κι ευλόγησε τ’ ασκέρι και

τα πολεμοφόδια, να βεβαιώσει

 

πως οι σφαίρες όλες θα `βρουν

στόχο. Κι επειδή η επίθεση

τούτη ήταν κι όλας ευλογημένη

 

κι αποφασισμένη απ’ τους επισήμους

ο κατάλληλος παιάνας ακούστηκε

κι οι λεπτομέρειες των στρατιωτών δουλειά.

Turret

 

General stood smiling on

top of a tank for commemorative

picture before the campaign started.

 

Such images unified

country and solidified

brave and timid under a flag.

 

Until the bishop arrived and

blessed the troops sanctified

all ammunition to make sure

 

they all find targets and since

this attack was already blessed

and dignified by officials

 

let the trumpet sound its

marching paean and let the

troops…

View original post 211 more words

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός

χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε: 

ε. λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεου.

Και ξέρεις γιατί Νταγκ;

Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει 

το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς: 

πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται 

ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος 

που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα 

κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,

γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου

και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμωνων.

Με στήθος επιούσιο

κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.

Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου 

κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών 

για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ 

θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες

και τις ταμπέλες εκείνες, των σπασμένων ανθρωπων 

στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

*”Χρονορυχείο”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2017.