Χρήστος Μαρτίνης, Από το «Ελίοφορ Φέστους»

Σας στέλνω μια τελευταία αναφορά απ’ το πεδίο.

Λαμβάνοντας υπόψη την ενεργητική συμμετοχή στα γεγονότα, 

              ας μου επιτραπεί ένας τόνος ελαφρώς προσωπικός, 

γιατ’ ήταν οι διαδικασίες σκληρές, σαν να ριζώνουν δέντρα

              μες στο στήθος σου, σαν να περνάς το δάχτυλο πάνω στη 

              σκουριασμένη λαμαρίνα.

Όπως και να ’χει, δεν ξεπέρασα τα όρια, υπέγραψα δηλώσεις, 

              κατέθεσα τ’ απαραίτητα έγγραφα, 

έμαθα να κρατάω το σύρμα με κομψότητα, σαν να κρατάω 

              κρυστάλλινο ποτήρι.

Όπως τα συμφωνήσαμε απ’ την αρχή, 

παρέδωσα τους κεραυνούς μου.

Και βεβαιώνω: δεν σήκωσα τα μάτια μου ποτέ στον ουρανό.

Χαμένος κόπος -δεν αλλάζει το αποτέλεσμα.

Σαν να πετάς χαλίκια για να μπαζώσεις τον γκρεμό, 

τα παρασέρνει ο ποταμός που φούσκωσε μες στα στενά περάσματα, 

όπως φουσκώνει μια κραυγή όταν την σφίγγεις μες στην τσέπη.

Έτσι κατέληξα να γράφω την αναφορά, γιατί με τόσες λίστες, 

                δεκαψήφιους κωδικούς, διαγραφές, τόσους σεισμούς 

                από τις διαρκείς επισυνάψεις, ανοίχτηκε γκρεμός 

και δεν τον γεφυρώνουν τα πρωτόκολλα.

Ακούστε, οι φωνές πάνω στους λόφους δυναμώνουν,

                η πόρτα μας θα σπάσει, θα μπει βροχή να μας δικάσει, 

                τινάζοντας πρίζες, καλώδια, εκτυπωτές, οι ρίζες θα μας δέσουν 

                στις καρέκλες, κι όταν σηκώσουμε το βλέμμα· πατώματα, 

                παράθυρα, ταβάνια θα ’χουν ανοίξει και μπροστά μας 

θα χάσκει το κενό.

                                                     «-Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;

                                                     Κι εγώ της είπα:

                                                     -Μπορώ.»

Συνάντησα τον Ελίοφορ Φέστους στον εξωτερικό περίβολο, 

μέσα στη ζώνη βήτα.

Τήρησα βέβαια τους κανόνες ασφαλείας, 

τα κάγκελα γερά,

ο ασύρματός μου πάντα ανοιχτός στη δεύτερη συχνότητα.

Μας χώριζε η κονσερτίνα, 

ένα συρμάτινο σπιράλ όλο ξυράφια 

—κάθε επτά εκατοστά κι ένα ξυράφι— 

λίγο αν σηκώναμε φωνή θα μας ματώναν.

Σε αρμονία με το πρωτόκολλο, του ’πα πως η υπόθεσή του ήταν 

τελειωμένη, οι προθεσμίες χάθηκαν, απορριφθήκαν οι ενστάσεις, 

φάκελο πάνω στο φάκελο 

-του εξήγησα-

κάτω απ’ τα πρόχειρα χαρτιά μεσ απ’ τους μπερδεμένους πίνακες 

αφίξεων και τους σπασμένους κωδικούς ερχότανε το κτήνος 

να μας πνίξει.

*«Ελίοφορ Φέστους», Εκδόσεις Υποκείμενο, 2019.

Βαγγέλης Γέττος, Δύο ποιήματα

Προέκταση

Οι γυναίκες έχουν την τάση

να θεωρούν

ως προέκταση του άνδρα

κάτι δικό του

το πράμα του

τα χέρια του

τις ροχάλες που φτύνει στις γωνίες

τα τσιγάρα που σβήνει στα μπαρ

τα λόγια που σε έπεισαν να μείνεις

κι όμως η προέκτασή του

είναι η ζωή που σβήνει

ένα μόλις μέτρο

μακριά του

***

Μάρτυρας

Προσπάθησε να του μιλήσει

αδύνατον

σαν βράχος

που φυτρώνει πάνω του η ομορφιά.

Η ομορφιά βουίζει

κάνει έναν ήχο σαν αυτό του ψυγείου

στις δύο το πρωί.

Προσπάθησε να του μιλήσει

να τον πείσει να μιλήσει

αδύνατον

Περισσότερο όμορφος

παρά χρήσιμος

Μάρτυρας κλειδί κατά τα άλλα.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Nostos and Algos/Νόστος και Άλγος

vequinox's avatarManolis

nostos and algos cover_300

Πυργίσκος

 

Χαμογελαστός ο στρατηγός ανέβηκε

στον πυργίσκο του τανκ για

την αποχαιρετιστήρια φωτογραφία.

 

Τέτοιες εικόνες συσσωματώνουν

τη χώρα και σφυρηλατούν

τους πολεμοχαρείς κάτω απ’ τη σημαία.

 

Ώσπου ήρθε κι ο επίσκοπος

κι ευλόγησε τ’ ασκέρι και

τα πολεμοφόδια, να βεβαιώσει

 

πως οι σφαίρες όλες θα `βρουν

στόχο. Κι επειδή η επίθεση

τούτη ήταν κι όλας ευλογημένη

 

κι αποφασισμένη απ’ τους επισήμους

ο κατάλληλος παιάνας ακούστηκε

κι οι λεπτομέρειες των στρατιωτών δουλειά.

Turret

 

General stood smiling on

top of a tank for commemorative

picture before the campaign started.

 

Such images unified

country and solidified

brave and timid under a flag.

 

Until the bishop arrived and

blessed the troops sanctified

all ammunition to make sure

 

they all find targets and since

this attack was already blessed

and dignified by officials

 

let the trumpet sound its

marching paean and let the

troops…

View original post 211 more words

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός

χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε: 

ε. λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεου.

Και ξέρεις γιατί Νταγκ;

Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει 

το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς: 

πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται 

ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος 

που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα 

κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,

γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου

και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμωνων.

Με στήθος επιούσιο

κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.

Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου 

κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών 

για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ 

θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες

και τις ταμπέλες εκείνες, των σπασμένων ανθρωπων 

στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

*”Χρονορυχείο”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2017.

Κατερίνα Κατσίρη, Από την ενότητα “Όλα είναι θλίψη”

Έγινε πια ο αγώνας μας θλίψη

Για όσους αγάπησαν τα βουνά με τα πρωινά

φυτρωμένα ήλιο στο χώμα

κι από το βάθος της αυγής

μεγάλη γινωμένη την αγάπη αχνίζοντας στοργή

στα παιδιά της Εύας

Σηκωθείτε! 

Κοιτάχτε!

Ξερά σύννεφα και πέτρες κατρακυλούν

απ’ το βουνό

κοιτάχτε πόσους βράχους τρώμε αδελφοί

Και οι φωνές

γεμάτες ομίχλη, που μπαίνει απ’ το παράθυρο

και κάποιο τέλος τέλους

Κοιτάχτε πάνω ψηλά τα σκυλιά 

που απόμειναν να στολίζουνε τοίχους

αλυχτούν, ω δε σταματούν 

μπαινοβγαίνουν στο μυαλό

πήραν να πέφτουν σ’ όλες τις κουβέντες

Μόνο τα γερασμένα σώματα στους κήπους

τρώνε τον πρώτο ήλιο απ’ το χώμα

Τα πότισαν πολύ καιρό οι έννοιες τους

να γίνουν στρώμα αφράτο

να πλαγιάσουν

Ποιος σκόρπισε τέτοιο χαλασμό;

*Σκίτσο: Γιώργος Φαρσακίδης.

“Τέλος” του Λάζαρου Γεωργιάδη

Ενδιαφέρον τρόπος να ονομάσεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή «Τέλος», οξύμωρο σχεδόν. Δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει εδώ όμως, το αντίθετο μάλιστα:

ξέρω πως αγαπούσες

τους ήλιους που λιώνουν οι νύχτες στα σοκάκια [1]

Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι που διαβάζει κανείς όταν ανοίγει το βιβλίο, ο τόνος έχει δοθεί, μένει να επαληθευτεί η πρώτη εντύπωση. Στο τέλος της ανάγνωσης, αυτό που ξεκινά σαν αίσθηση στο πρώτο ποίημα, γίνεται βεβαιότητα: ο Λάζαρος Γεωργιάδης έχει επιτύχει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν όπου οι σκέψεις του και οι άνθρωποι κινούνται σε αρμονία και σε στενές αλληλουχίες. Υπάρχουν ανομοιογένειες; Σαφέστατα, όμως δεν θέτουν σε κίνδυνο το σύνολο, και η φωνή και οι λέξεις του ποιητή τελικά κυλούν απρόσκοπτα.

Η σχέση μου με τη χυδαιολογία στη λογοτεχνία είναι σταθερά αρνητική εν μέρει για καθαρά αισθητικούς (και γι’ αυτό προσωπικούς) λόγους και εν μέρει για τεχνικούς: συνήθως πρόκειται για ένα εκφραστικό πυροτέχνημα που δεν έχει τελικά να πει και πολλά, βραχείας διάρκειας και αμφίβολης χρησιμότητας, περισσότερο μια καλή κρυψώνα αδυναμιών παρά οτιδήποτε άλλο. Στις περιπτώσεις που ο Γεωργιάδης το χρησιμοποιεί, γίνεται το βασικό αρνητικό του ποιήματος, ευτυχώς όμως περιορισμένης έκτασης. Η προκλητικότητα είναι ένα ηχηρό στοιχείο στο σύνολο της συλλογής, όχι μόνο σε φραστικό αλλά και σε εννοιολογικό επίπεδο, και αυτό είναι το πραγματικά ενδιαφέρον της υπόθεσης, επειδή περικλείει και συγκαλύπτει πάθος. Και παράλληλα με την προκλητικότητα υπάρχει και πρωτοτυπία, υπάρχει ρίσκο στη θεματολογία και στις αλληλουχίες: ο Γεωργιάδης φέρνει κοντά παράδοξα πράγματα σε δύσκολους συσχετισμούς. Οι στίχοι του είναι σαν μικρά ηλεκτροσόκ, σαν να προσπαθεί να επανεκκινήσει όχι την καρδιά αλλά τη σκέψη, να ξαναβρεί τον σφυγμό της. Και αυτό που μένει πίσω κάθε φορά είναι ο απόηχος των αδιέξοδων σκέψεων και των λέξεων που σβήνουν.

Οι στίχοι στο Τέλος είναι σύντομοι, σαν διακεκομμένες σφυριές. Και ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «παράγουν ήχο», αφήνουν πολλές φορές την αίσθηση μιας κατακερματισμένης σκέψης, μιας έλλειψης συνοχής: ο ήχος γίνεται θόρυβος. Σαν ο ποιητής να μην είναι σίγουρος πού θέλει να πάει, ούτε αν θέλει να βρίσκεται εκεί που τον οδηγεί ο δρόμος που πλακοστρώνει. Η προφορικότητα της γραφής λειτουργεί καλά στο σύνολο των ποιημάτων, δίνει στον Γεωργιάδη την ευκαιρία να σπάσει τους κώδικες με ευθύ και αποτελεσματικό τρόπο και να φτάσει στην ουσία από τον συντομότερο δρόμο: η αποτελεσματικότητα της συγκίνησης είναι εξασφαλισμένη.

Στον αντίποδα της προφορικής αμεσότητας, μπορεί να συναντήσει κανείς βία στις λέξεις και στις εικόνες, που μετά το πρώτο ξάφνιασμα επαναπροσδιορίζουν τη ματιά τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη και μάλιστα σε ίδιες δόσεις. Η βιαιότητα της εικόνας ως εκφραστικό εργαλείο αλλά και ως σύμβολο, η παρουσία της ως αποκλειστική συνθήκη αντίληψης του χώρου και των ανθρώπων, δεν αφήνει παρά στενά περιθώρια στις υπόλοιπες αισθήσεις για να καλύψουν τα κενά: στα ποιήματα του Τέλους, η εικόνα αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό φυλακής, γίνεται ένας δεσμοφύλακας σκέψεων και συγκινήσεων που ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών, και στο τέλος κλειδώνει ποιητή και αναγνώστες σε έναν λαβύρινθο πλασματικής αισιοδοξίας.

Η αγάπη στο Τέλος είναι αδηφάγος και συχνά ανθρωποφάγος, σπάνια καταλύτης μιας θετικής οπτικής των πραγμάτων. Η παρουσία της και μόνο παρόλα αυτά, έστω και σε μια δυναμική σπασμένων ισορροπιών, είναι ο βασικός αέρας αισιοδοξίας που φυσάει στα ποιήματα. Δεν καταφέρνει να υπερκαλύψει τον θυμό ούτε τη μοναξιά όπως θα περίμενε κανείς, και ο ποιητής θα κάνει αρκετά γρήγορα τον διαχωρισμό ανάμεσα στην «φυσική» της παρουσία και την επί του πρακτέου δύναμή της που μάλλον σπάνια της αποδίδει τελικά. Σε μια πρώτη συλλογή όπως αυτή, το εγώ έχει μια ισχυρή παρουσία, ακόμα (και κατά κανόνα περισσότερο) και στις σιωπές: το άηχο περίγραμμά του δίνει στις υπόλοιπες παρουσίες οριοθετημένο χώρο και βήμα για να προφέρουν τις αγωνίες και τους φόβους που τις διακατέχουν και που επιχειρούν να εξημερώσουν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων και ανατροπών του αναμενόμενου, συναντάει κανείς στίχους βυθισμένους σε μια καταλυτική τρυφερότητα που ανατρέπει τα πάντα την τελευταία στιγμή: η πραγματική ανατροπή, όπως επίσης και η κατά τη γνώμη μου μεγάλη αξία της συγκεκριμένης συλλογής βρίσκεται εκεί ακριβώς, στην τρυφερότητα που είναι «πεταμένη» ανάμεσα σε άλλες λέξεις και σε απροκάλυπτα σκοτεινές σκέψεις, όχι σε trash κουβέντες ξεπεσμένου ράπερ: ο Λάζαρος Γεωργιάδης βρίσκει τις ισορροπίες του και συναντιέται με κάτι εξίσου σημαντικό: με την διακριτή, σταθερή και ηχηρή ποιητική του ταυτότητα που θα τον οδηγήσει ποιος ξέρει σε ποια παράδοξα μονοπάτια.

Πιο κάτω παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Α) [2] 

Το γρασίδι ήταν γκρι 

Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό 

Και τα αγγίγματα 

Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος 

Κάτι από νεκροτομείο. 

ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ [3] 

Κι έλεγα μέσα μου 

τότε 

πριν φύγω απ’ τη γη 

τα παγκάκια να μην ήταν κρεβάτια 

οι δρόμοι να μην ήταν πεδίο μαχών 

οι άνθρωποι να γινόντουσαν 

αυτό που ήταν 

δραπέτες της αποξένωσης ας πούμε 

και τα παιδιά 

τα παιδιά να μην ήταν 

πρόχειρα μικρά σημειωματάρια 

για του κώλου μας τις μουτζούρες. 

ΑΝ ΟΧΙ ΤΩΡΑ ΠΟΤΕ;[4] 

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για τον έρωτα 

μα πότε αλήθεια επαναστάτησαν γι’ αυτόν 

πιο πάνω απ’ τη ζωή; 

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για την επανάσταση 

μα πότε ερωτεύθηκαν γι’ αυτήν 

πιο πάνω απ’ τον θάνατο; 

Τώρα που με βλέπω κι εμένα εδώ μπροστά μου 

πότε;

Κρις Λιβανίου

[1] Λάζαρος Γεωργιάδης, Τέλος, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2018, στ. 1-2, σελ. 7.

[2] σελ. 37.

[3] σελ. 47.

[4] σελ. 35.

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2020/10/blog-post_28.html

Δεν ενδίδω πια | Νόνη Σταματέλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Στην επικίνδυνη ψευδαίσθηση του φθινοπώρου δεν ενδίδω πια

Τα δέντρα τα γυμνά
και τα κυκλάμινα στις παρυφές των λόφων δεν με ξεγελάνε.
Δεν ρομαντζάρω στη βροχή
Ούτε στοχάζομαι τη ζέστη του τζακιού
στον επερχόμενο χειμώνα.

Κι αν πόθησα ποτέ να περπατήσω
σ’ ένα δάσος με φύλλα ξερά
είναι γιατί δεν ήξερα καλά τί χρώμα έχει ο θάνατος

Της νιότης τα καμώματα τώρα θυμάμαι και γελάω.

Για ποιο φθινόπωρο ειδυλλιακό μιλάτε
Ποια ομορφιά στη χειμωνιά;

Κλαίω σ’ ένα ακρογιάλι παιδικό
γιατί μέσα απ’ τα χέρια μου ’χουν πάρει
’κείνο το αιώνιο το καλοκαίρι.

View original post

William Carlos Williams (1883-1963), Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου

Σύμφωνα με τον Μπρύγκελ

όταν έπεσε ο Ίκαρος

ήτανε άνοιξη

ένας αγρότης όργωνε

το χωράφι του

όλη η λαμπρή γιορτή

της χρονιάς 

ξυπνούσε βουίζοντας

σαν μυρμήγκι πιο πέρα

στον ορίζοντα η θάλασσα 

απασχολημένη μόνο  

με τον  εαυτό της

ίδρωνε στον ήλιο

λιώνοντας το κερί

των φτερών

ανεπαίσθητα

λίγο πιο πέρα απ’ την ακτή

ακούστηκε

ένας ασήμαντος παφλασμός 

ο Ίκαρος ήταν

που πνιγόταν

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Roger Milliot (1927-1968), Ποιος

Ποιος μέσα μου μιλά, ποιος με κοιτά από πού;

Ποιος θέλει το καλό, το χείριστο;

Ποιος θέλει αγάπη, ποιος την αγάπη αρνείται;

Ποιος διανοίγει περάσματα, ποιος ανοίγει αβύσσους;

Ποιος ξένος αισθάνεται;

Ποιος κατοικεί το κενό

Όπου ετούτη η μεγάλη κραυγή αντηχεί;

Ποιος κρατάει ψηλά τ’ αστέρια;

Ποιος τη ζωή επιθυμεί, ποιος επιζητεί το θάνατο;

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/11/03/ποιος/ Μετάφραση: Για τη Φωτογραφία.

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Φωνή”

Να σε ακούσω

με εκείνο το περιζήτητο της θλίψης

του να ζεις αλλού

αλλά το πού να μην είναι σαφές

υπακούοντας παθητικά οτην εγκατάλειψη

ορισμένων

των οποίων η έπαρση είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Να σε ακούοω

δεν είναι παρά ένας άλλος δρόμος να ανέχομαι το αδύνατο

αδιάκοπα μιας κίνησης

που καθρεφτίζει το μέλλον

σε εκείνη την επιφάνεια του νερού

την φτασμένη ως το μυστήριο της συλλαβής των ονομάτων

όλων όσων είπαν τα τελευταία τους λόγια

κι εγώ τα άκουσα

με την απληστία μιας εκούσιας πλάνης 

όπου κανείς δεν είπε ψέματα 

κι εναλλάξ

κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια 

σε μια ιστορία χρονικά περιορισμένη

όπου το να λες χρειάζεται τουλάχιστον την πρόθεση να πεις 

και το να κυνηγάς προϋποθέτει την ίδια πάντα υπομονή 

σε όσα συχνάζουν εδώ

μα έχουν πάψει από καιρό να προσφέρονται –

και σε ό,τι έχω ήδη

και σε όση αμηχανία μου προξενεί

το ότι δεν υπάρχει τίποτα

που επιτέλους να ολοκληρώνει την πτώση του

τίποτα ανάρμοστα ελεύθερο

στη ζωή και στον θάνατο

κι ακόμα ξέρω

πως δεν γνωρίζω όλα τα λουλούδια 

ή την ιστορία του ανθρώπου εκείνου 

που αν γινόταν μια επανάσταση 

θα ήταν πολύ καλό 

θα ήταν για αυτόν πολύ σοβαρό 

τόσο που θα έχανε τις αϋπνίες του 

και θα τον άκουγα να λέει 

πως εγώ

εγώ ο ίδιος είμαι αρκετός πια σε σημείο 

που κι αυτό σε τίποτα δεν μπορεί να βοηθήσει.

Είμαστε δυο απομακρυσμένες περιοχές 

Οι νόμοι της φυσικής μας μισούν 

Κι ο ήλιος μπερδεύεται

Ήρθες με τα πόδια γυμνά σαν λουλούδια 

γλιτωμένη φοβερή αστραπή λαμποκοπούσες ασπράδι 

απλωμένη στα φτερά του ονείρου 

το πιο ακριβό μυστικό στεκόσουν σμιχτή με τη ζέστη 

προσώπων που δεν ένιωθαν πως ήσαν κόκκινα 

κι η λατρεία δεν υπήρχε 

μόνο η φωνή η δική μου.

Ήρθες κι ήμουνα πεθαμένος 

ήμουν στη γη των πεθαμένων ζωών και συντρόφων 

φυτεύοντας τυχαία σπαρτά αυτοκτονίας 

φτιαγμένα από φλέβες γαλάζιες παγωμένες διαταγές 

θεών που σε μίσησαν σαν να ήσουν το τέλος 

ενός κόσμου που ποτέ δεν συγχώρησε 

ομολογίες.

Ήρθες για δυο χαμόγελα που ζουν ξεχασμένα 

το ξέρεις και το ξέρω πως είναι 

μια θολή μεσημεριανή ευκαιρία σε δυο μαχαίρια να σπιθίσουν 

μα δεν υπάρχει ελπίδα το δέρμα κολλάει στα κόκαλα 

τεντώνεται, βαστάζει τη σειρά των πραγμάτων 

μιας φωτογραφίας που τελικά θα απομείνει 

όπου θα συναντιόμαστε σε αργούς μονολόγους.

*“Φωνή”, εκδ. Bibliotheque, Οκτώβριος 2019.