Θεοδώρα Βαγιώτη, H μακρινή ευτυχία του C major

Το ρημάδι

το φεγγαρόφωτο

μας έφεξε και γλιστρήσαμε

πάνω στ’ άγνωρα χέρια

που στίβουν τη δυστυχία 

των πότηδων on the rocks

/ή μήπως οι βράχοι είναι 

οι πιο αδύναμοι απτόητοι θεοί;

και ξαποστάσαμε κάπως 

διηγώντας την ειμαρμένη, να γελάς

την εγκάθετη σπιούνα των απολαύσεων

την τρισκατάρατη κι αστεία

πως δε γίναμε άλλοι

στην κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας

και πως ήρωες σαν εμάς

γεννιούνται ο μ η ρ ι κ ο ί

μα πεθαίνουν στον κτύπο της λ ύ ρ α ς

Με πεταμένο το όπλο στην άκρη του δρόμου

παραδινόμαστε σ’ αυτά, ναι

τ’ άγνωρα χέρια

που μας χάρισαν μέθη, έρωτα ή θάνατο

παρέα με ένα μπουκάλι νοθευμένου αλκοόλ

/το κέφι μας 

/στουπί 

/πωμίζεται 

φωτιά [E minor]

τα άστρα θα μπορουσαν να ειναι τελειες

nefelor's avatarnefelor

Τα άστρα θα μπορούσαν να είναι τελείες.

Σε μια φράση που είπες κάποτε

και θα έπρεπε να την έχεις σταματήσει.

Σε μια πρόταση που δεν τόλμησες να προφέρεις

και θα έπρεπε.

Σε κείμενα αιρετικών πληβείων

που χαλάνε την πιάτσα στις θρησκείες

και σ’ εκείνες τις έξι τρύπες στο σιφόνι του νιπτήρα

που χύνονται τα λίπη του κόσμου τούτου

όταν πλένεις τα πιάτα.

Θα μπορούσε να είναι και οι θέσεις στη ζώνη σου

που σφίγγεις ή ξεσφίγγεις.

Αποφάσισε.

Η πίσω πλευρά από σφαίρες

εφτά εξήντα δύο μιλιμέτρ

που ένας δεινός σκοπευτής τις μετρά

και εσύ προσεύχεσαι να σε πετύχουν.

Είναι κουλ να πεθαίνεις από άστρα.

Με κάποιο τρόπο γίνονται νιφάδες χιονιού

και σβήνουν ως αποσιωπητικά στην άσφαλτο.

Για το τέλος αφήνω την ηδυπαθή τελεία.

Το φεγγάρι στην ολότητά του.

Αλλά αυτή είναι άνω.

Γιατί τίποτε δεν χάθηκε ακόμα.

Εύκολα λέει κανείς τελεία και παύλα

μα εξίσου εύκολα γίνεται και θαυμαστικό.

Ενενήντα…

View original post 3 more words

Antonio Gamoneda, Αν ένα ρόδο απέραντο…

Αν ένα ρόδο απέραντο μού έσκαγε στο στήθος

και, με το που ερχόταν σούρουπο, άνθιζε στα χείλη μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να σου πάρω πέρα τους ίσκιους

–γιατί ζεις σε ίσκιους– με τα διψασμένα μου χέρια

και με άλογα άγρυπνα που καλπάζουν στο κεφάλι μου

να ρθω να το αποθέσω απαλά στους νυχτερινούς σου ώμους;

Αν ένα κλαδί φωτιάς μπουμπούκιαζε στη γλώσσα μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να γίνω σαν τον άνεμο τη νύχτα

–τη νύχτα αυτή που κρύβεις στη φωνή και στο σπίτι σου–

να ρθω και να σου πω λόγια στη γυμνή σου ράχη;

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ania Walwicz (1951 Poland – 2020 Australia)

“You big ugly. You too empty. You desert with your nothing nothing nothing. You scorched suntanned. Old too quickly. Acres of suburbs watching the telly. You bore me. Freckle silly children. You nothing much. With your big sea. Beach beach beach. I’ve seen enough already. You dumb dirty city with bar stools. You’re ugly. You silly shopping town. You copy. You too far everywhere. You laugh at me. When I came this woman gave me a box of biscuits. You try to be friendly but you’re not very friendly. You never ask me to your house. You insult me. You don’t know how to be with me. Road road tree tree. I came from crowded and many. I came from rich. You have nothing to offer. You’re poor and spread thin. You big. So what. I’m small. It’s what’s in. You silent on Sunday. Nobody on your streets. You dead at night. You go to sleep too early. You don’t excite me. You scare me with your hopeless. Asleep when you walk. Too hot to think. You big awful. You don’t match me. You burnt out. You too big sky. You make me a dot in the nowhere. You laugh with your big healthy. You want everyone to be the same. You’re dumb. You do like anybody else. You engaged Doreen. You big cow. You average average. Cold day at school playing around at lunchtime. Running around for nothing. You never accept me. For your own. You always ask me where I’m from. You always ask me. You tell me I look strange. Different. You don’t adopt me. You laugh at the way I speak. You think you’re better than me. You don’t like me. You don’t have any interest in another country. Idiot centre of your own self. You think the rest of the world walks around without shoes or electric light. You don’t go anywhere. You stay at home. You like one another. You go crazy on Saturday night. You get drunk. You don’t like me and you don’t like women. You put your arm around men in bars. You’re rough. I can’t speak to you. You burly burly. You’re just silly to me. You big man. Poor with all your money. You ugly furniture. You ugly house. You relaxed in your summer stupor. All year. Never fully awake. Dull at school. Wait for other people to tell you what to do. Follow the leader. Can’t imagine. Workhorse. Thick legs. You go to work in the morning. You shiver on a tram.”

*From https://www.goodreads.com/quotes/9004463-you-big-ugly-you-too-empty-you-desert-with-your?fbclid=IwAR05CtzG4YygG92kVh-lH4awm2zQLSUjICDeVBAdzaP50gUU3JDGc3SFT6w

**As part of the F..tloose team we recorded a number of tracks by Ania, some which can be found on

https://aniawalwicz.wixsite.com/poet/performances

These recordings were part of a series of 5 CD’s we brought out called “Voiceprints” which aimed to archive experimental poetry in Melbourne

More details can be found in http://www.ftloose.com.au/footloose/html/footloose.html

Photo from  her performance in “Voiceprints” at La Mama as part of the 1907 Melbourne International Festival.

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Τρία χάικου

Ἦρθες, φεγγάρι:

κρυφὰ τὶς ἄσπρες σκεπὲς

νὰ χρωματίσεις

***

Σελήνη μόνη

ὁλόγιομη, τραγική·

χωρὶς ποιητές

***

Θὰ γίνω δέντρο

στὴ σκιά του νὰ κάτσεις

τὸ καλοκαίρι

*Από τη συλλογή “Βάθος ουρανού”, Εκδόσεις ΑΩ.

Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

ΕΚ-ΜΑΓΕΙΑ

Ένας άντρας

πάνω απ’ τα χαρτιά του κύβει

και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί

σε δυο χιλιάδες λέξεις.

Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,

διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,

τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει

αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.

Ένας άντρας

κοιτάζεται στον καθρέφτη,

Το αίμα εκρύγνηται στα μάτια του,

κάτω από το λευκό πουκάμισο

τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου

στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας

άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται

και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα

φτιάχοντας με τα μπράτσα του ψωμί

των νηστικών αιώνων.

***

ΑΓΑΠΗΣ ΣΑΡΚΑ

Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.

Τις σιωπές να ντύσει

και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει.

Σαν παλτό να κουκουλώσει

τη μοναξιά μας αυτήν

την άγρια νύχτα. Χάδι σοφό

στ’ αχάιδευτα μέλη ζωή να δώσει.

Να ξαναθυμίσει την ανακάλυψη

του πρωτόφαντου κόσμου. Θέλω

μέσ’ απ’ το χάος του εαυτού

τούτη η γλώσσα

ν’ αγκιστρώσει

την αγάπη.

*Από τη συλλογή “Κάπου ν΄ ακουμπήσεις”, εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2018.

Αντώνης Αντωνάκος, Τρία ποιήματα

(I)

ΤΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΛΟΚΗΣ

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα

Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου

Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή

Μπαλώνει την αγάπη

Και των κοριτσιών το τραύλισμα

Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς

Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι

Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του

Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία

Μυρίζω σβουνιές από μαντριά

Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου

Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς

Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος

Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας

Ένας ξεπεσμένος γαμιάς

Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της

Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου

Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι

Με χώμα και φακές

Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους

Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς

Πατατοφαγία εκσπερμάτωση

Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές

Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας

Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία

Σε μυρίζω τώρα

Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές

Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις

Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές

Για πούτσους και μουνιά

Σοσιαλισμό του αγρού

Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες

Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα

Πασπαλισμένη με αλεύρι

Τηγανισμένη σε βούτυρο

Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας

Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

(II)

ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΑ

Θα σου εξηγήσω τι εστί κολποραφή και βάτεμα Ιοκάστης

Τον θάνατο τον κέρδισα

Τον ήλιο τώρα πολεμώ

Λάσπες κορδέλες κοριτσάκια περιβόητα

Κλαίνε ποτίζουν γλάστρες

Βάζουν δάχτυλο

Στην πιο γλυκιά τρυπούλα τους

Ας είναι λες που ξεκουρδίστηκε ο λυγμός

Ας είναι τα ζουμιά μας μυρωδάτα

Κι οι καταχνιές μες στα θολά Λονδίνα

Ας είναι του μαγκούφη πόνου η αγρύπνια

Όπως ο κώλος της μαϊμούς

Δράματα με ψωλές και αιδοία

Το άγριο λαθρεμπόριο του έρωτα

Οι λέξεις πάλι

Οι προικοθήρες οργασμοί

Οι αβάτευτες κλουβίσιες ονειρώξεις

Θα σου εξηγήσω την ανθηρή χυσιά της ευστοχίας

Μπούτια μαντεία του ζεστού εκτροχιασμού

Μπούτια της εταιρίας λογοτεχνών

Μπούτια μιάς αγνώστου ταυτότητος Μαρίας

(III)

Ο ΖΕΦΥΡΟΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΩΔΕΙΣ ΟΧΘΕΣ ΚΑΤΟΥΡΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

Έγραψες πολλά ποιήματα

για το θάνατο στο κινητό σου

Στο μετρό κάτω απ΄ τη μύτη συλλογισμένων αμνών

μετά τη δουλειά

Έγινες ο μακελάρης

που σκοτώνει τα αφροδίσια με περίστροφο

Ο σκύλος που σκοτώνει τη γάτα

κι η γάτα που τρώει τον ποντικό

Έγινες η ταφόπλακα

που γράφει όλες τις πομπώδεις βλακείες των ζωντανών

Ο ζέφυρος μακριά στις βρυώδεις όχθες

κατουρά την όμορφη πατρίδα μας

Εσύ γράφεις πάλι για το θάνατο

γι΄ αυτή την εμμονή που την έκαναν ποίηση

οι αγγλοσάξονες και οι μεθυσμένοι

Όμως ο θάνατος ο αριστοκράτης ο ηδονιστής

χαρίζει μπισκότα με σοκολάτα στα κοριτσάκια

Τραβά τις αιμορροΐδες απ΄ τον κώλο των αστών

σα να τραβά την περόνη

*Αναδημοσίευση από το Εξιτήριον: https://exitirion.wordpress.com/2020/10/23/antonis-antonakos-3-poems/?fbclid=IwAR30tr17jJUpAe6YRaQFIUNVXYdlp3o6J0RK4ixPEHUgHD_p3cofieHZCic#more-13306

Θα ’θελα ο καφές… | Γιάννης Σγουρούδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

sarge

Θα ’θελα ο καφές να ’χει την δυνατότητα
μιας προσωρινής φιλοξενίας

Με το βλέμμα της έντονης επιθυμίας
να παρατηρείς τους ανθρώπους
ζητώντας τον καλό λόγο
ένα φιλί τρυφερό στο μάγουλο
για να σου δώσει την δύναμη που χρειάζεσαι

Όλοι περιμένουν να δουν κάτι από κάποιον
που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν

Βυθίζομαι στο ποτήρι
ο λικνιζόμενος καπνός που βγαίνει από το φλιτζάνι ερωτοτροπεί –

Κλείνω τα μάτια για να θυμηθώ το άγγιγμα σου

Παραγγέλνω δεύτερο καφέ ανάβω τσιγάρο

περιμένω πάλι να με φιλήσεις με τον δικό σου τρόπο

Κάνω κάτι που ίσως να μη προσφέρει κορύφωση στους άλλους
μα ίσως προσφέρω έτσι το ξεκαθάρισμα της ιστορίας μας

Στα καφέ ονειρεύομαι πως το πρόσωπο σου γυρίζει να με βρει

Η φιλοξενία του για μένα έχει τελειώσει.


*από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Σγουρούδη,
Η Ολοκλήρωση της Έλλειψης, εκδ. Κουκούτσι

View original post

Joaquin Pasos (1914-1947), Αυτή δεν είναι εκείνη

Αυτή δεν είναι εκείνη, είναι ο άνεμος,

είναι ο αγέρας που την καλεί.

Είναι η θέση της, είναι ο άδειος

χώρος που την απαιτεί.

Είναι μονάχα ο αγέρας που προσμένει

Είναι η αύρα που την καρτερεί,

αλλά δεν είναι εκείνη, δεν είναι εκείνη,

δεν είναι εκείνη που μου μιλάει

είναι ένα φως μέσα σε καθρέπτες,

είναι ένας κατειλημμένος ίσκιος,

είναι το ταξίδι του σώματός της.

Είναι μόνο το αμάξι που περνάει!

Είναι μόνο το δέντρο, το φύλλο

που τη σκεπάζει και τη συντροφεύει,

είναι μόνο η χειρονομία της που βουλιάζει

δάχτυλα ονείρων στο τίποτα

Είναι ο βραχίονας που ανοίγει,

είναι το χέρι που με καλεί,

αλλά δεν είναι εκείνη, δεν είναι εκείνη

παρόλο που εκείνο είναι το πρόσωπό της.

Εκείνο είναι το πρόσωπο του ανέμου

εκείνο είναι το στόμα του αγέρα,

εκείνη η αγκαλιά φιλιών

πετάει σκόρπια και δίχως φτερά.

Τι  το  θέλω  αυτό  το  κενό

που της χρησίμευε για μαξιλάρι,

αφού για να το γεμίσω το στήθος μου προσφέρει

μονάχα ένα στεναγμό – φάντασμα.

Σε τι ωφελεί αυτή η ζωντανή απουσία

που μεγαλώνει μέσα στην ψυχή; 

Σε τι ωφελεί ο αγέρας, αυτός ο αγέρας

που μασκαρεύεται με πρόσωπο; 

Εκεί που υπήρχε ένα σώμα 

υπάρχει μονάχα μια θύμηση: 

κι εκεί που υπήρχαν φωνές,

πτώματα λέξεων…

Υπάρχει ένα καμπαναριό

που έχασε τις καμπάνες του,

υπάρχει μια πηγή στο βουνό

που στέρεψε

κοντά σ΄ ένα ροδανθώνα χωρίς ρόδα

γεννιέται μια μέρα δίχως πρωί

και σ΄ αυτό το κενό του ανέμου

όπου ήταν εκείνη

μόνο ένα γυμνό κενό

με τη μορφή μιας κοπέλας.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σύριζα κόβει ο άνεμος των κλαδιών την τόλμη

κι ο μικρός δρυοκολάπτης ακόμα πληγώνει

τον κορμό της καρυδιάς.

Σύριζα ανάβει κι ο ήλιος ό,τι το μάτι του πιάνει

Και μια που το αναθρέφει

μια που το καταποντίζει πάλι

στο χώμα.

Είναι σ΄ αυτό το χωραφάκι του κόσμου που κολατσίζουνε

-κουρασμένο απ΄ τη δουλειά αντρόγυνο-

ο Θάνατος ο θεριστής και η σπορίτισσα η Ζωή.

Κι ήτανε πίσω από τα βάτα τότε

που κάποιος έκανε το τρομερό το κλικ

– με όλα του τα δάχτυλα.

Κι από το φλας, για μια στιγμή

γυρίσαν όλοι να κοιτάξουν.

***

ΑΠΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κι αν ήπιες κάποτε με τον Θάνατο καφέ

και δεν το ξέρεις;

Κι αν πέρασε από μπροστά σας η Ζωή

και μόνο Αυτός της χαμογέλασε;

***

ΑΠΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Μα ακόμα κι αυτή η Περσεφόνη θα συνήθισε

τη θέα των νεκρών.

Κι ίσως από μέσα της χαμογελούσε.

Σημάδι πως μεγάλωσε και ξέχασε

το ηλιοφώτιστο λιβάδι

Και τα λουλούδια της που μάζευε ντυμένη στα λευκά.

Για έναν θρόνο θα μου πεις τα ξέχασε

κι όχι για λίγα σπόρια ρόδι.

Τώρα όμως που έμαθε τα πράματα

-και από πρώτο χέρι-

σίγουρα μονολογεί κάθε που κατεβαίνει:

“Είναι απλώς ο Θάνατος.

Είναι απλός ο Θάνατος”.

*Από τη συλλογή “Βροχή περασμένη”, εκδόσεις Μελάνι, 2020.