Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Νίκος Σφαμένος, Τραγούδι…

οι μούσες κρεμάστηκαν στις ροδακινιές
η θάλασσα μύρισε κάρβουνο
και γω περπατώ
λίγο νέος
λίγο γέρος
λίγο σοφός
λίγο ανίδεος
παραπάνω θλίψη δε χωράει
και να
γίνομαι καλός
γίνομαι κακός
και όλα τα πράγματα του κόσμου
δεν υπάρχουν πια
μόνο περπατώ
μ’ ένα άδειο κεφάλι
μ’ ένα άδειο κορμί
οι λέξεις στερεύουν
η καρδιά πεθαίνει
δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό
δεν υπάρχει κανείς
δεν υπάρχει τίποτα
κρέμομαι στην άρπα μου
ενώ οι μούσες παραπατάνε
τα λιμάνια καίγονται
λίγο τρελός
λίγο δυνατός
λίγο σοφός
λίγο ηλίθιος
περπατώ

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως».

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/06/13/auta-pou-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

Φτερά Χήνας

kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω…

View original post 287 more words

Κωστής Τριανταφύλλου, Η επόμενη μέρα

Στην πρωτομάντη Γαία.
Εκχωμάτωση από το μαντείο της Δωδώνης όπου και βρέθηκε ο κεραυνός αυτός. Hλεκτρονικός κεραυνός, αέρας, αγωγιμοποιημένο χώμα, πάνω σε ξύλινη κατασκευή.  Το έργο αυτό του Costis Triandaphyllou μπορείτε να δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

μετά την
πριν από την
έχοντας χάσει το
διατηρώντας τις σχέσεις με
μετά λοιπόν άρχισα να σκάβω την σκιά μου
ανοίγω αργά το τοπίο λόγω ανωτέρας βίας
τραβάω απ’ το κλειστό συρτάρι μικρές κραυγές κι αναστεναγμούς
για να ζήσω την ανοιξιάτικη ανάσα με μέλλον
τόσο μακρυά ακόμη
μετά την ρωγμή
μετά το σκίσιμο στα δυό τσακισμένος
τραγούδι του τρελού αδερφού
μετά τον προηγούμενο στίχο
μου είπες τί να κάνουμε πες μου σε παρακαλώ!
πως να σε αποχωριστώ
άφησέ μου την σκιά σου να σε βρω

η μέρα μετά όπως και πριν
η νύχτα μετά την μέρα μετά
με εθνικούς νικητές για το αύριο
με εθνικούς νεκρούς της παράνοιας
βιασμένους, ποδοπατημένους, χτυπημένους στην ανάσα απάνω
όλοι ντυμένοι με άγνωστα χρώματα
πάνω σε ερείπια πολιτισμών σκιές
πια σκάλα να ανέβω στο σκοτάδι που δε βγάζει στο θεό;
για να μου δείξει τον δρόμο
να μου ανοίξει δρόμο στο κενό γύρω μου γεμάτο λέξεις
από την μια μέρα στην άλλη τελείωσε η μέρα πριν
χωρίς τελετουργία αποχαιρετισμού
ξεριζωμένη γενιά σε άγριο φευγιό για τη Δύση χωρίς σκιές

και πάλι ξεκινάω για να καταλάβω τί διάολο δουλειά έχω εγώ εδώ
τί να κάνω πριν όπως και μετά αύριο γιατί χτες
όταν τα αγάλματα δεν τα πίστευε πια κανείς
δολιοφθορά μέχρις εσχάτων
κι ήρθε ο ένας και σπουδαίος λυτρωτής μέσα απ’ το δάσος
κι έκανε την απρόοπτη εμφάνισή του μέσα από την μαύρη θάλασσα γυμνός
τόσο μικρός και κωμικός από την φύση του
που δεν αντέξαμε
και τον αγαπήσαμε μέσα από τα σκορπισμένα και νεκρά
μια τέτοια μελωδία!
ας το σκεφτούμε αν θα υπάρχει αύριο
όταν έτσι ξαφνικά αυτό που ακούσαμε
που ανήκε σε όλους
έγινε τέρας που κυνηγάει στην γκρεμισμένη πόλη εφιάλτης
αν θα υπάρχει αύριο για μας την επόμενη στιγμή σήμερα
μουδιασμένος σε ένα άγνωστο τοπίο χωρίς συνέχεια ισόπεδο άναρθρο
μπερδεμένος σε ισορροπία τρόμου απορημένος
σε μια καινούρια μέρα με ξεχασμένες συνήθειες
άγνωστες φωνές κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακούω μια μελωδία γνωστή κι αγαπημένη πίσω απ’ τα οδοφράγματα
πότε θα την κάνει το θεριό;
άντε για να δω!
τέτοιο καημό;

έχω γύρω μου δικούς μου
μάλλον με αναγνωρίζουν και μου μιλούν
τί λένε; τί μου λένε;
πώς γίνεται να βλέπω μόνον τις σκιές τους;
οι ήχοι δεν τραγουδάνε
είμαι εδώ αλλά και εκεί
σκοτεινιασμένη η γλώσσα μου
σε μια άγνωστη στιγμή που δεν είμαι εγώ
μέσα σε σκοτεινά οπλισμένα αδιέξοδα χαρακώματα
σε περιμένω άφωνος
νιώθω να μη με ακούνε
να μη καταλαβαίνουν μια τέτοια μελωδία
κάτι μου λείπει
είμαι στο πριν και το μετά μαζί
μετά την αστραπή καβάλα στην βροντή
όλα ανάποδα στρωμένα σιωπή
για να μου δώσεις λίγη αγάπη να φροντίσεις αυτή τη στιγμή
να μοιραστώ την επόμενη μέρα
να είμαι σίγουρος εδώ

  1. 3 . 2022

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
της βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
Στους κήπους στις αυλές,
νέα κορμιά
για τους εμπόρους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
κανένα ρούχο δεν σας ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκυθρα
Στην χιονοθύελλα της αγάπης μου.

*

ΚΑΡΦΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ

Έρχεται στιγμή που είναι υψωμένο το λεπίδι
Λάμποντας από τα σωθικά ώς το κρανίο
Ευτυχισμένος ο θνητός
γυρίζει στον δημιουργό του

Κύριε, του λέει, κόψε κι άλλο από το σαράκι
Αφαίρεσε το σάπιο ξύλο
Μη λυπηθείς μάτια ωραία, χείλη αιρετικά
Κνήμες αγαλμάτων
Ναό του χυμένου αίματος μην υπολογίσεις
από την τάξη των επιπλωμένων.

Μάστορα θάνατε,
τί δύναται το σώμα μη ρωτήσεις.
Με μια πνοή καρφί να μην αφήσεις.

Ελαφρύ το κρεβατάκι της σάρκας, ξυλουργέ μου!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες, Τρία ποιήματα

LACANDONA

φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενά στις αποσκευές σου

“μέσα υπάρχει το όχι
έξω κοχλάζει το ναι”

Ν. Καρούζος

εσύ πάντως
χαμπάρι δεν πήρες

μέσα-έξω

Ο ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ έΜΠΩΡ

οφείλει να το γνωρίζει
κάθε μελλοντικός αγοραστής
που τη βλέπει στη βιτρίνα
και δακρύζει

ο αισθητήρας της
δεν αντιλαμβάνεται
όλα τα χρώματα
εντελώς σωστά
(ιδίως τις αποχρώσεις του κόκκινου)

και το κλείστρο τηε
αργεί ν’ ανταποκριθεί
στις απότομες αλλαγές του φωτός

αν μιλάμε βέβαια για την canon fx2

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ενοράσεις του καιρού μου

Κοινοποιώ τον οίκτο μου απόψε
γι’ αυτούς που αρνήθηκαν τον πλούτο των προγόνων τους
κι άρχισαν να διαλογίζονται πάνω από άψυχα κορμιά
στοιβάζοντας ενοχές
και τα κρυφά τους χάχανα
Κοινοποιώ τον εμετό που έκανα πάνω στο
πορφυρό ιμάτιο του ψηφιδωτού βασιλιά
πάνω στις κρυφές πανουργίες, τις αποπλανήσεις,
το μολυσμένο αίμα
Κοινοποιώ τη λύπη μπροστά στα άδεια βλέμματα
στα σώματα που δεν γρηγορούν
στα χέρια τα ξερά που δεν σφίγγουν
στην πρώτη χειραψία
Κοινοποιώ τη θλίψη του πολέμου
κι εκείνη την άχαρη ειρήνη
που δεν μου δίνει τίποτε να κοινοποιήσω
το διαλυμένο χέρι που εξέχει κάτω από το σεντόνι
τις απαγγελίες των χιμπατζήδων
μαζί με
τη δημοσίευση του φίλου μου που πήγε στην Αλάσκα
το κρασί που ήπια στα γενέθλια
το φόρεμα που φόρεσα στα γενέθλια
τον κρυφό μου πόθο
την άρνηση
τον βιασμό μου
Κοινοποιώ την ήττα μου απόψε
τη ρητή λέξη
τη μία
την ποίηση
που γράφω στα πλήκτρα χτυπώντας σαν
σεβαστιανό σόλο
Κοινοποιώ εμένα κι εσένα
το ψεύτικο φως που ρίχνει τις σκιές τους
στη σπηλιά μας
τις φωνές τους στ’ αυτιά μας
τα λόγια τους και τα δικά μας
τη ματαίωση κοινοποιώ
και την απελευθέρωση
από τα αόρατα δεσμά μου

Γιάννης Λειβαδάς, Άκρα

[Εκδοχή τρίτη]

Το αύριο είναι κάτι με το οποίο

σκουπίζω τα χέρια μου.

Περιπλανώμενη αδελφική καρδιοσύνη,

αυτή η διάσειση η κουβέντα

πέφτει κάποιες στιγμές προξενώντας

μια βαθιά θλίψη που είναι άλαλη,

αυτή που από καιρό έχει λείψει –

σαν οι νεκροί ξέρουν

κι οι ζωντανοί δεν μπορούν

σ’ έναν κόσμο χωρίς επιφάνεια που μοιάζει

τόσο, όσο δεν είναι παρά μια εικόνα,

σε μια αγιογραφία παραξενιάς.

Οι νεκροί μιλούν ασταμάτητα

σαν παρενέργεια μιας αγάπης μέσα μας.

Των νεκρών τα λόγια μας

στα μαύρα περπατώντας

που τα νομίζεις ακόμη

παντελόνι και σακάκι

με της απλής λογικής το σκοινί

και το σαπούνι.

Είσαι η αλήθεια που γράφεται καθώς

παύει να ισχύει κι αντηχεί,

με το λευκό της γάντι αφήνει

μελανιές στου ουρανού το κρέας

νυχιές που οργώνουν

μια εφήμερη καλλιέργεια:

οργή σφυγμοί και σιγανές ρυτίδες,

απομεινάρια είναι οι αιώνες κι αυτή

είναι η αλήθεια γιατί

το σύμπαν διοικείται

μέσα απ’ ένα μουντό καφενείο –

η εποχή με πεθαίνει γιατί έχω ψυχή

για σώμα και για σώμα

δεν υπάρχουν άλλες θέσεις·

και τι ευτυχία να ακούω

καπνίζοντας το καρμικό τσιγάρο μου

βρισιές       κατάρες        ματαιότητες

συριγμούς υπογραφών, αφιερώσεων,

ταχυτήτων που επιτρέπουν

σε κάποιον να παρατηρεί τα διατηρητέα

της λογικής αποξένωσης.

Γδύνομαι και βλέπω να με καλύπτει

μια ψυχή ειμαρμένη

πρέπει να δείχνω φυσιολογικός:

χτυπούν την πόρτα μου χαράματα ανοίγω κι εμφανίζεται

μία στοά από κίονες που οδηγεί

σ’ ένα φως ελεγειακό –

είναι μονάχα μια ζωή καρτεσιανή·

βάζω τα χέρια μου στη φωτιά

που ανάβει η τριβή της ανεξαρτησίας μου

αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται

αυτή η ποίηση πωλείται.

Μαχαπαλίκα Μαργκ, Βομβάη 1990

Καλλιόπη Εξάρχου, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Πες μου
πού θα ‘σαι
μόλις πέσει το σκοτάδι
Θα ΄ρθω
να σε βρω
κι ας μην έχει αστέρια
κι ας κλειδώνει το φεγγάρι

Έτσι τη θέλω τη νύχτα –
κρυφή κι αφώτιστη
σαν εξορία
χωρίς μάρτυρες

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Για σένα γράφω
σε σένα γράφω
σώμα με σώμα

Προφητεύω
τον πόθο
και γίνομαι κομμάτια

Θυσιαστική πράξη
Εξ αμελείας
αποφαίνεται ο ιατροδικαστής
και τραβάει το δέρμα
μέχρι το κεφάλι

*

ΑΠΑΣ

Σε αγγίζω
Ορατός
Σε θωπεύω
Άπας
Γεροδεμένος κορμός
όρθιος
σαν τα περήφανα δέντρα
Έτσι σε βρίσκω
όταν σε χάνω
Με χάδια στα χέρια

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.

Hlín Leifsdóttir, It’s a fine day for airstrikes / Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές  

They didn’t prepare you for the sky
in the simulator
where they taught you how to kill

They didn’t prepare you for the sun

No one can prepare you for beauty

Before you press the button
close your eyes
and feel the warmth on your eyelids

Before it’s too late
open them again
and look into the ticking light

They didn’t prepare you for the fact
that the others cannot die

They didn’t prepare you for the weeping
that wakes you up, night after night,
when you fall like a drop into the ocean of tears
as you merge with them
become them

Nothing can prepare you for the enemy

But you don’t know that yet
so, look now
look into the ticking light

You yourself will die today

Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ουρανό
στον προσομοιωτή
όπου σου μάθαν να σκοτώνεις

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ήλιο

Μα για την ομορφιά ποιος θα μπορούσε να σε προετοιμάσει;

Προτού πατήσεις το κουμπί
τα μάτια κλείσε
και νιώσ’ τη ζεστασιά στα βλέφαρά σου

Προτού να είν’ αργά
ξανάνοιξέ τα
και κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

Δεν σε προετοιμάσαν για το ότι
οι άλλοι δεν μπορούνε να πεθάνουν

Δεν σε προετοιμάσαν για το κλάμα
που σε ξυπνάει κάθε νύχτα,
σαν πέφτεις σ’ ωκεανό δακρύων σαν σταγόνα
καθώς μ’ εκείνους γίνεσαι ένα
γίνεσαι εκείνοι

Μα τι μπορεί για τον εχθρό να σε προετοιμάσει;

Αλλά δεν το ’μαθες ακόμα
οπότε κοίτα τώρα
κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

γιατί εσύ ο ίδιος σήμερα θα πεθάνεις


*Μπορείτε να δείτε τη ζωντανή απαγγελία του ποιήματος στα ελληνικά εδώ: https://www.facebook.com/messenger_media/?thread_id=100004670019905&attachment_id=336733898507279&message_id=mid.%24cAABa9Gm7s_eFyai2l1_mGN3ByTbC


**Μετάφραση Χαρίτα Μήνη, http://www.hmeenee.com