Σωτήρης Σιαμανδούρας, Δύο ποιήματα

Η σημαία

έβγαλες
με μια κίνηση
το κόκκινό σου μαγιουδάκι

λευκό το σώμα σου απομακρυνόταν
πώς κολυμπούσες
σαν ορίζοντας

σε πλησίαζα κι απομακρυνόσουν
απομακρυνόσουν και σε πλησίαζα
με σπαρταρούσες κόκκινη

ακόμη πάνω μου πώς σπαρταρούσες
μια θάλασσα μέσα στη θάλασσα
πριν λίγο

τώρα
στο αριστερό σου χέρι
το κόκκινό σου μαγιουδάκι
Είναι σημαία
Είναι σημαία

*

Ο κήπος

τη μια στιγμή αγωνιούσα για σένα μόνο,
όπως πάντα
ανθίζουν για πάντα οι κερασιές
ακόμη και μέσα στον χειμώνα;
την άλλη
μετρούσα τα θαυμαστικά
να βάλω κι εγώ δύο;
όπως εκείνη;
είχα μια μικρή αγωνία και για κείνη
Ένα μικρό αηδόνι
σπάνε καμιά φορά οι καρδιές τους τον χειμώνα
ξανά όμως μ’ αυτό
τις αρρυθμίες σου σκέφτομαι
πόσο εύθραυστα τα σαλιγκάρια

*Από τη συλλογή “Έκτος όροφος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Ιανουάριος 2024.

Αργύρης Χιόνης, Ακίνητη παρέλαση 

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που’χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να’ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.΄΄

*Από τη συλλογή ”Σχήματα απουσίας’’.

William Carlos Williams, The Poor

It’s the anarchy of poverty
delights me, the old
yellow wooden house indented
among the new brick tenements

or a cast-iron balcony
with panels showing oak branches
in full leaf. It fits
the dress of the children

reflecting every stage and
custom of necessity —
Chimneys, roofs, fences of
wood and metal in an unfenced

age and enclosing next to
nothing at all: the old man
in a sweater and soft black
hat who sweeps the sidewalk —

his own tenfeetofit—
in a wind that fitfully
turning his corner has
overwhelmed the entire city

Οι φτωχοί

Είναι η αναρχία της φτώχειας
που με ευχαριστεί, το παλιό
κίτρινο ξύλινο σπίτι
ανάμεσα στις καινούργιες πολυκατοικίες από τούβλα

ή ένα μπαλκόνι από χυτοσίδηρο
με πάνελ που δείχνει κλαδιά βελανιδιάς
σε πλήρη φυλλωσιά. Ταιριάζει
με το ντύσιμο των παιδιών

αντανακλώντας κάθε στάδιο και
συνήθεια της αναγκαιότητας –
Καμινάδες, στέγες, φράχτες από
ξύλο και μέταλλο σε μια περιφραγμένη

εποχή και περιφράσσοντας δίπλα σε
τίποτα απολύτως: ο γέρος
με πουλόβερ και μαλακό μαύρο
καπέλο που σκουπίζει το πεζοδρόμιο –

τα πόδια του-
σε έναν άνεμο που φυσάει άστατα
στρίβοντας στη γωνία του έχει
έχει κατακλύσει ολόκληρη την πόλη

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Παπαδήτσας, Η περιπέτεια

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών
Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να βρει λίγα τοπία
Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος
Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου
Αυτό σημαίνει κίνδυνο
Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα
Έτσι λοιπόν ξανά σε θυμήθηκα
Ταίριαξα τη γραμμή του ώμου σου με την πιο χαρούμενη μέρα μου
Τα μάτια σου δε μ’ άφηναν να ησυχάσω
Κι από πού δε μου έρχονταν
Απ’ τη βροχή
Απ’ τ’ αμπέλια
Από τα κουρασμένα χέρια της χωριάτισσας
Κι από μένα τον ίδιο
Σε θυμόμουν και σε είχα στη μνήμη μου
Όπως ένα κομμάτι ζάχαρη στο νερό.

Nicanor Parra, Παίρνω πίσω ό,τι έχω πει

Πριν σας αφήσω χρόνους
Περιμένω την εκπλήρωση
Της τελευταίας μου επιθυμίας
Μεγαλόψυχε αναγνώστη
Κάψε αυτό το βιβλίο
Δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι ήθελα να πω
Αν και γράφτηκε με αίμα δεν είναι διόλου
Αυτό που ήθελα να πω
Ο κλήρος που μου ‘λαχε βαρύς
Ηττήθηκε από την ίδια μου τη σκιά
Οι λέξεις μ’ εκδικήθηκαν
Συγχώρα με αναγνώστη
Που δεν μπορώ να σ΄ αποχαιρετίσω
Αγκαλιάζοντάς σε σ΄ εγκαταλείπω
Μ’ ένα βιαστικό και λυπημένο χαμόγελο
Και με τα τελευταία μου λόγια:
Παίρνω πίσω ότι έχω πει
Με τη μεγαλύτερη πίκρα του κόσμου
Ανακαλώ ότι έχω πει.

*Μετάφραση: Τάσος Πορφύρης.
**Από το βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιος 2022.

Νίκος Σκούτας, Τρία ποιήματα

ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ

Ήταν αλλεργική
στη γύρη,
όπως μου είπε.
Φταρνίστηκε απανωτά
επτά φορές λουλούδια
Σταγονίδια
με έραναν
παρά την προσπάθεια
να τα συγκρατήσει
με την παλάμη της.

Ποιος τώρα να πιστέψει
ότι με αυτό τον τρόπο
κόλλησα έρωτα.

*

ΔΟΚΙΜΕΣ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ

Έγειρε υποδειγματικά,
σταύρωσε τα χέρια,
σταμάτησε να ανασαίνει
και πέθανε.

Ακίνητος αγνόησε
τον ήχο του κουδουνιού,
κάποιες σκέψεις
και ένα φτερούγισμα
στο στήθος.

Άρχισε να μουδιάζει,
ώσπου ήρθε ένας ύπνος
και του χάλασε το θάνατο.

Απτόητος όταν ξύπνησε
υπεδύθη τον ανεστημένο.

*

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Κότσυφες πιτσούνια
και άλλα ιπτάμενα αλητάκια
έσκαβαν όλο το χειμώνα
με το ράμφος τους
στις γαριφαλιές μου.
Εγώ απορούσα μέσα από το τζάμι
σαν σπιτικό καναρίνι.
Έλα που φύτρωσε χασίς.

Αρσενικά και θηλυκά βγάζουν
τα μάτια τους μπροστά μου,
τραγουδούν φαλτσάροντας
και χορεύουν βαριά λαϊκά,
κόβουν όλα τα γαρίφαλα
και με ραίνουν με αυτά.

Είσαι πολύ εντάξει, ποιητή,
μου λένε.
Ώρες ώρες καταφέρνεις και
πετάς.

*Από τη συλλογή “ξι”, εκδόσεις Κέδρος.

Λεωνίδας Καζάσης, Δυο ποιήματα

Στα κακοτράχαλα, στα σφαλιστά παράθυρα, στα σώματα
τα αθώπευτα υπήρξαν νίκες μου που δεν αντίκρυσα ποτέ;
Λέανδρε, πόσες νύχτες επάνω στις επιστολές μου
αποκοιμήθηκες;
Κι εσύ Αντιγόνη, πόσες φορές ανένηψες,
την καλημέρα μου γυρεύοντας;
Στα μισά του δρόμου έφθασα με τοπία μολυσμένα και
ανθρώπους που δοξάζουν τον χρηματιστή, τον πρωτοσύγκελο, τον φρούραρχο.
Καθήκον ιερό οι αξίες να αναπαραχθούν!
Τα ιδανικά να λάμψουν!
Ηθικόν ακμαιότατον! Επ’ ώμου…άρμ!
Οι αντιρρησίες θα συντρίβονται.
Τα χέρια των δημίων μου θα τα έχουν οπλίσει
ο Σάββας ο φιλόλογος, ο Διονύσης ο μουσουργός, ο Θόδωρος ο μαθηματικός, ο Σπύρος ο γυμναστής, ο Πέτρος ο γιατρός,
ο Κώστας ο μηχανικός, ο κυρ Ανδρέας ο υδραυλικός,
ο Βασίλης ο γεωργός, ο Βύρων ο ηθοποιός,
οι μητέρες οι στοργικές.

*

Η ήβη βρυκολάκιασε,
με σίδερα αιχμηρά τα ρουθούνια της κάρφωσε,
τον αφαλό, τον σβέρκο, τα χείλη της, τα φρύδια!
Μουτζούρες χάραξε στο στέρνο της, στην ωμοπλάτη,
στους μηρούς της,
και περιφέρεται τον έρωτα ξορκίζοντας.
Χαρτιά πιστοποιούν τις σπουδές διαστροφής
στα σπίτια, στις εκκλησίες, στα σχολειά
που την ζωή απαξιώνουν!
Αποφοιτήσαντες ευνούχοι, τα εγκλήματα του παρελθόντος
δοξάζουν!
Δεκαέξι ώρες την ημέρα ανάκριση
για μισό κομμάτι ψωμί βρώμικο.
Η ελπίδα κακοποιημένη ψυχορραγεί στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης.
Τα ινδάλματά μου στο απόσπασμα˙
ολιγάρκεια, σκόλη, γυναίκες εύκολες – αγχίνοια!!!
Γυναίκες εύκολες, γυναίκες εύκολες!

Fadwa Tuqan, Αρκετό για μένα

Αρκετό για μένα στη γη της να πεθάνω
να θαφτώ σ’ αυτήν
να λιώσω να χαθώ στο χώμα της
κι ύστερα σαν λουλούδι να φυτρώσω
μ΄ αυτό ένα παιδί απ΄την πατρίδα μου να παίζει.
Αρκετό για μένα
στην αγκαλιά της χώρας μου να μένω
να ΄μαι κοντά της σαν μια χούφτα σκόνη
ένα ψιλό χορτάρι ένα λουλούδι.

*Απόδοση: George Nas

Αργύρης Χιόνης, Κέρδος

Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2024/05/30/kerdos-chionis/

Μυρτώ Χμιελέφσκι, Δύο ποιήματα

Home or not home

Τα υφάσματα στην ντουλάπα
στην καρέκλα στο σχοινί είναι μετρημένα
φτάνουν για δυο με τρεις ζωές
η στέγη συντηρείται
με νερό και ηλεκτρισμό
η τροφή στο ντουλάπι στο ψυγείο στο τραπέζι
φτάνει για μια εβδομάδα
με λίγο μειωμένες τις μερίδες

Υπάρχουν και κάποια είδη πολυτελείας
όπως η λεκάνη με το καζανάκι
και μια οθόνη που ενημερώνει
για τις εισροές προσφύγων και τυχόν πνιγμένους

Κάποιος λέει τι κρίμα και θέλει να παρακολουθήσει
αλλά αρχίζει η δημοφιλής δραματική σειρά

*

Migration.gov

Φτάνουν στις τάξεις υποδοχής
όταν το σχολείο έχει αδειάσει.
Τότε κάποιες στήνουμε πανό
-ζητάμε να φοιτούν μόνο δικά μας παιδία.
Κλειδώνουμε με αλυσίδες.
Προφασιζόμαστε ασθένεια
-μην πάμε απ’ έξω και φωνάζουμε.
Άλλες ορθώνουμε τα σφιχτά μας στήθη
ασπίδα για να περάσουν.
Λίγο λίγο συνηθίζεται η αδικία,
τέλος ο ακτιβισμός και άλλα τέτοια.
Ερωτευόμαστε και ασχολούμαστε
με την παραγωγή βιολογικών προϊόντων.

*Από τη συλλογή «Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος», εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.