Γιάννης Λειβαδάς, Άκρα

[Εκδοχή τρίτη]

Το αύριο είναι κάτι με το οποίο

σκουπίζω τα χέρια μου.

Περιπλανώμενη αδελφική καρδιοσύνη,

αυτή η διάσειση η κουβέντα

πέφτει κάποιες στιγμές προξενώντας

μια βαθιά θλίψη που είναι άλαλη,

αυτή που από καιρό έχει λείψει –

σαν οι νεκροί ξέρουν

κι οι ζωντανοί δεν μπορούν

σ’ έναν κόσμο χωρίς επιφάνεια που μοιάζει

τόσο, όσο δεν είναι παρά μια εικόνα,

σε μια αγιογραφία παραξενιάς.

Οι νεκροί μιλούν ασταμάτητα

σαν παρενέργεια μιας αγάπης μέσα μας.

Των νεκρών τα λόγια μας

στα μαύρα περπατώντας

που τα νομίζεις ακόμη

παντελόνι και σακάκι

με της απλής λογικής το σκοινί

και το σαπούνι.

Είσαι η αλήθεια που γράφεται καθώς

παύει να ισχύει κι αντηχεί,

με το λευκό της γάντι αφήνει

μελανιές στου ουρανού το κρέας

νυχιές που οργώνουν

μια εφήμερη καλλιέργεια:

οργή σφυγμοί και σιγανές ρυτίδες,

απομεινάρια είναι οι αιώνες κι αυτή

είναι η αλήθεια γιατί

το σύμπαν διοικείται

μέσα απ’ ένα μουντό καφενείο –

η εποχή με πεθαίνει γιατί έχω ψυχή

για σώμα και για σώμα

δεν υπάρχουν άλλες θέσεις·

και τι ευτυχία να ακούω

καπνίζοντας το καρμικό τσιγάρο μου

βρισιές       κατάρες        ματαιότητες

συριγμούς υπογραφών, αφιερώσεων,

ταχυτήτων που επιτρέπουν

σε κάποιον να παρατηρεί τα διατηρητέα

της λογικής αποξένωσης.

Γδύνομαι και βλέπω να με καλύπτει

μια ψυχή ειμαρμένη

πρέπει να δείχνω φυσιολογικός:

χτυπούν την πόρτα μου χαράματα ανοίγω κι εμφανίζεται

μία στοά από κίονες που οδηγεί

σ’ ένα φως ελεγειακό –

είναι μονάχα μια ζωή καρτεσιανή·

βάζω τα χέρια μου στη φωτιά

που ανάβει η τριβή της ανεξαρτησίας μου

αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται

αυτή η ποίηση πωλείται.

Μαχαπαλίκα Μαργκ, Βομβάη 1990

Καλλιόπη Εξάρχου, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Πες μου
πού θα ‘σαι
μόλις πέσει το σκοτάδι
Θα ΄ρθω
να σε βρω
κι ας μην έχει αστέρια
κι ας κλειδώνει το φεγγάρι

Έτσι τη θέλω τη νύχτα –
κρυφή κι αφώτιστη
σαν εξορία
χωρίς μάρτυρες

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Για σένα γράφω
σε σένα γράφω
σώμα με σώμα

Προφητεύω
τον πόθο
και γίνομαι κομμάτια

Θυσιαστική πράξη
Εξ αμελείας
αποφαίνεται ο ιατροδικαστής
και τραβάει το δέρμα
μέχρι το κεφάλι

*

ΑΠΑΣ

Σε αγγίζω
Ορατός
Σε θωπεύω
Άπας
Γεροδεμένος κορμός
όρθιος
σαν τα περήφανα δέντρα
Έτσι σε βρίσκω
όταν σε χάνω
Με χάδια στα χέρια

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.

Hlín Leifsdóttir, It’s a fine day for airstrikes / Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές  

They didn’t prepare you for the sky
in the simulator
where they taught you how to kill

They didn’t prepare you for the sun

No one can prepare you for beauty

Before you press the button
close your eyes
and feel the warmth on your eyelids

Before it’s too late
open them again
and look into the ticking light

They didn’t prepare you for the fact
that the others cannot die

They didn’t prepare you for the weeping
that wakes you up, night after night,
when you fall like a drop into the ocean of tears
as you merge with them
become them

Nothing can prepare you for the enemy

But you don’t know that yet
so, look now
look into the ticking light

You yourself will die today

Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ουρανό
στον προσομοιωτή
όπου σου μάθαν να σκοτώνεις

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ήλιο

Μα για την ομορφιά ποιος θα μπορούσε να σε προετοιμάσει;

Προτού πατήσεις το κουμπί
τα μάτια κλείσε
και νιώσ’ τη ζεστασιά στα βλέφαρά σου

Προτού να είν’ αργά
ξανάνοιξέ τα
και κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

Δεν σε προετοιμάσαν για το ότι
οι άλλοι δεν μπορούνε να πεθάνουν

Δεν σε προετοιμάσαν για το κλάμα
που σε ξυπνάει κάθε νύχτα,
σαν πέφτεις σ’ ωκεανό δακρύων σαν σταγόνα
καθώς μ’ εκείνους γίνεσαι ένα
γίνεσαι εκείνοι

Μα τι μπορεί για τον εχθρό να σε προετοιμάσει;

Αλλά δεν το ’μαθες ακόμα
οπότε κοίτα τώρα
κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

γιατί εσύ ο ίδιος σήμερα θα πεθάνεις


*Μπορείτε να δείτε τη ζωντανή απαγγελία του ποιήματος στα ελληνικά εδώ: https://www.facebook.com/messenger_media/?thread_id=100004670019905&attachment_id=336733898507279&message_id=mid.%24cAABa9Gm7s_eFyai2l1_mGN3ByTbC


**Μετάφραση Χαρίτα Μήνη, http://www.hmeenee.com

Μιχάλης Νικολούδης, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Πάλι έφυγες
Ή μήπως ποτέ
δεν ήρθες
Εγώ τώρα να λυπηθώ
που έφυγες
ή πιότερο να χαρώ
που δεν ήρθες

Μήπως όμως έλειπα εγώ;

*

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σ’ αυτό τον έρωτα
θάνατος μίζερος κι αργός
-σαν των ταλαίπωρων θνητών-
δεν του ταιριάζει
Αυτοκτονία αντρίκεια
του πρέπει
ταιριαστή μ’ εκείνη
που καταφεύγουν οι θεοί
όταν οι εποχές
τους έχουν πλέον ξεπεράσει

*

ΑΘΩΟΤΗΤΑ

“Πρέπει να αναζητήσουμε
τη χαμένη μας αθωότητα”
έλεγε με έξαψη ο ποιητής

“Πού να τη βρεις, καημένε μου”
τον πείραξε ο φιλόσοφος
“Αθώοι είναι μόνο
οι αγέννητοι και οι νεκροί”
συμπλήρωσε θλιμμένα

*Από τη συλλογή “Έξοδος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.

Γιώργος Αθανασόπουλος, Ποιήματα

Τα σκυλιά στις φυλακές δε βλέπουν όνειρα
Κι εγώ δεν έχω άλλο αίμα για να βάψεις τις σημαίες σου
Σε παρακαλώ, να τρέφεσαι με ουτοπίες.

*

Στην ερημιά της τρέλας μου απόψε
Μέλι θα γίνει το πιο πικρό κρασί

Ποιον να φωνάξω, το δρόμο πώς να αλλάξω
Μικραίνει ο κόσμος και πια δε με χωρά

Δέντρα ψηλά τα χρόνια μου θα θρέψω
Φωτιά θ’ ανάψω μαζί τους να καώ.

*

Αιώνια πέτρα στέκει η Ιππολύτη
Κι ο έρωτας χαμένος σαν το δύτη
Δίχως αέρα
Σε άγνωστο βυθό

*

Δεν προλαβαίνω να σε αγαπήσω
Λόγο δεν έχω να σε μισήσω
Κι ακόμα με πονάνε τα φιλιά.

*

Αταίριαστα τα ρούχα που φοράω
Βγαλμένα από ταινία εποχής
Η πολη ναρκοπέδιο ξεχασμένο
Το στοίχημα από καιρό χαμένο
Σ’ αυτή τη φάρσα πρωταγωνιστής.

*Από τη συλλογή “War cigarettes”, Πάτμος 2016.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ

Καρατομημένο κεφάλι της νύχτας
Χτυπάει της εξώπορτας το κουδούνι
Μια και δυο και τρεις φορές
Σήμα κινδύνου με γουρλωμένα μάτια
Κι ανυψωμένα φρύδια με απορία
Ποιος να ΄ναι τέτοια ώρα της νύχτας
Που γυρεύει να μπει μες στο σπίτι
Να κάνει τι – ποιον θέλει να δει
Να του πει ό,τι έχει να πει
Στη μέση του μήνα του λειψού φεγγαριού
Ποια ηχώ της φωνής μιας φωνής που φωνάζει
Διαρρυγνύοντας του αυτιού μου το τύμπανο.

*

ΚΕΚΡΩΠΕΙΑ

Την έβαλαν σε μεγάλο συλλογισμό
Την έβαλαν σε μεγάλη απόγνωση
Είχε μεγάλη αμηχανία και δεν ήξερε
Αν θα ‘πρεπε να παντρευτεί ή όχι
Τον πρώτο τυχόντα που θα ‘βρισκε
Καθ’ οδόν προς την Ακρόπολη
Την πήραν λοιπόν και τη στεφάνωσαν
Και την έβαλαν σ’ ένα καλάθι
Και το καλάθι το ‘βαλαν σ’ ένα ντουλάπι
Και το καρφώσαν το ντουλάπι για να κλείσει
Κι όταν ύστερα από καιρό το ΄’ανοιαν
Είχε ένα φίδι στο καλάθι κι ένα μωρό
Που ‘γινε ο πρώτος βασιλιάς των Αθηνών

12.12.1983

*

ΑΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΑ ΔΟΧΕΙΑ

Όλη η νύχτα η βρύση βράζει
Βγάζοντας ψιλές ψιλές φωνούλες
Όποιος με μια γλάστρα τα βάζει
Δεν ξημερώνει γι’ αυτόν καλή μέρα

Κανονικά δεν έπρεπε να γίνει τίποτα τέτοιο
Κάτι άλλο θα ‘ταν πολύ φυσικότερο να συμβεί
Μα η φύση δεν ανοίγει τόσο εύκολα
Τα σκέλια της όταν είναι κλεισμένα.

Καλιφόρνια, 1983

*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Η έκδοση είναι δίγλωσση στα ελληνικά και ισπανικά σε μετάφραση Ξένιας Κακάκη.

Νίκος Χούλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΗ

Υπάρχουν ποιήματα
που είναι σαν άνθη
του τότε τα άνθη

δεν θα μεγαλώσουν
ποτέ

δεν θα δέσουν
δεν θα φτάσουν
να γίνουν καρποί

Υπάρχουν ποιήματα
τα κρατάει
μ’ επιμονή

τα μνημονεύει
η γη

αιώνια άνθη

*

ΑΦΙΛΤΡΑ “ΕΘΝΟΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ”

ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Χ.

Το ούτι σπασμένο τυραννισμένο
δίχως απόκριση από τα παλιά
τ’ ανθοδοχείο
οι τρεις καρέκλες
κάτι τ’ ασάλευτο πραγματικά

και στο τραπέζι
ένα πακέτο
το τελευταίο
με δυό τσιγάρα
άφιλτρα “ΕΘΝΟΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ”

*Από τη συλλογή “Ο χρυσοκότσυφας”, εκδ. Αγιάρι, Χίος 2020.

Γιάννης Στίγκας, Δύο ποιήματα

Ο ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Λοιπόν
του χύθηκε το όνειρο στο πάτωμα
να τρίβουν στρατηγοί με τα γαλόνια τους
και να μην φεύγει τ’ άσπρο της υπόσχεσης
να βγάζει κόκκινους αφρούς

αλλά ακόμη και χωρίς αυτούς
χωρίς κανένα υπερσυντέλικο
μιάν έστω πυρασφάλεια
αυτή που δικαιούται η ψυχή

και δώσ’ του βρυχηθμούς ο θάνατος
στο τέλος σπάει τα τύμπανα

αλλά να μην ψαρώνεις – κοίταξε

είναι μονάχα βρυχηθμός
το λεν κι οι δείχτες στο ρολόι σου:

θάρρος και κάτι δευτερόλεπτα


Λέω
οι δείχτες στο ρολόι του

αλλά ακόμη και χωρίς αυτούς

Ο Σαλβαντόρ Αλλιέντε

από μόνος του ποίημα.

*

ΕΝ ΜΕΣΩ ΥΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΠΕΤΩΝ

Μνήμη Νίκου Καρούζου

Πολύ πιο πάνω απ’ τα καυσαέρια
βλέπω την τρομερή βολίδα
να παίρνει παραμάζωμα τα σύννεφα
κι όλες τις προσευχές

που μαύρισαν στην άκρη

Ένα μεγάλο δίχτυ ο κόσμος

κάτω
έχουν ανάψει τα στοιχήματα:
πως δεν μπορεί
τα καύσιμα
πως δεν μπορεί
η βαρύτητα
ένας κρατήρας είναι πάντα
ένας κρατήρας
εγώ θα φέρω τη μεζούρα μου
εγώ θα φέρω το στυπόχαρτο

Σ ι χ τ ί ρ ι σ ε τ ο υ ς ρ ε Ν ι κ ό λ α ε

τα ίδια δεν κάναν και με το φεγγάρι;

*Από τη συλλογή “Ισόπαλο τραύμα”, εκδόσεις “Κέδρος”.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

DES ELEMENTS NOUVEAUX

Ταξίδι ξένο
μακρυνό,
προβάλλεις αφιλόξενο.
Πορεία μη ορατή,
διαφεύγεις του ελέγχου.
Απείκασμα
μορφής παλιάς,
συγγενικής,
διάστικτης νέων στοιχείων,
κατά τόπους πολύχρωμων.
Εξέρχεσαι της γραμμής.
Η ταχύτητα στο νεκρό
εν αναμονή της πρώτης,
μπορεί και δεύτερης
στο κατευθείαν…
Αναλόγως το γκάζι.

*

[1978]

Ζορίζομαι να διαβαίνω
κάτω από παράθυρα
με μισόκλειστες γρίλιες,
ελάχιστα κουφωμένες.
Ξεπροβάλλουν κακές μάγισσες
και ψιθυρίζουν για σένα και για μένα.

*

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΚΙΝΗΣΗ

Το συναίσθημα επαμφοτερίζον,
διανύοντας κατάκοπο
τα τελευταία μέτρα της διαδρομής,
πισωγυρίζει,
κλείνοντας νοσταλγικά το μάτι
στην αφετηρία.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος”, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2017.

Κρίση – Τέχνη – Ποίηση

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης

Γιώργος Μπλάνας

Διαπιστώνω καθημερινά πως -στο πλαίσιο των συζητήσεων για την περιβόητη κρίση της εποχής μας- υπάρχει ένας προβληματισμός για την ίδια την έννοια της κρίσης. Σαν να μην είναι προφανές τι λέει ετούτη η λέξη. Αυτό ήδη είναι σύμπτωμα της σημερινής κρίσης. Σαν να λέμε πως δεν είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό που παράγει σήμερα την αβεβαιότητά μας.

Ωστόσο νιώθουμε πως κάτι δεν πάει καλά. Νιώθουμε σαν να απειλεί το χάος να μας κυκλώσει. Αλλά το χάος μας έχει κυκλωμένους πάντα. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Βρισκόμαστε πάντα σε κρίση. Κι αυτό που λέμε κρίση τελικά δεν είναι παρά η διατάραξη της κατάστασης κρίσης στην οποία έχουμε συνηθίσει. Στην ουσία αρχίζουν να μην δουλεύουν για μας τα συναισθήματα, οι αρχές, οι σκέψεις μας. Κι αυτό είναι κάτι διαρκές. Λόγου χάρη, όταν λέει κανείς πως περνάμε μια οικονομική κρίση είναι σαν να λέει πως έχουμε μιαν αιματηρή αιμορραγία. Όταν λέει πως περνάμε μιαν ηθική κρίση είναι σαν να λέει πως έχουμε μια δυσάρεστη θλίψη. Όταν λέει πως η τέχνη περνάει κρίση είναι σαν να λέει πως δεχόμαστε μαζικό καταιγισμό πέτρινων πετρών.

Η τέχνη ιδίως βρίσκεται πάντα σε κρίση. Είναι οντολογικό χαρακτηριστικό της. Η διερεύνηση της συγκεκριμένης μορφής, που παίρνει κάθε φορά αυτό το οντολογικό χαρακτηριστικό, είναι ό,τι μπορούμε όλο κι όλο να κάνουμε και σχετίζεται με το πώς η τέχνη αποδέχεται ή απορρίπτει την περιρρέουσα ανοησία. Όσο για μένα, πιστεύω πως η τέχνη -ή τουλάχιστον η ποίηση- είναι στις μέρες μας μολυσμένη -με δική της ευθύνη- από τους ιούς της κανονικότητας, της συμβατικότητας, της αναπαράστασης της ασημαντότητας, της αβεβαιότητας και του μη-νοήματος. Το γεγονός πως η σημερινή κανονικότητα εμφανίζεται στην τέχνη ως ριζοσπαστισμός και η συμβατικότητα ως πειραματισμός, δεν λέει τίποτα, αφού στις μέρες μας ό,τι ριζοσπαστικό και πειραματικό είναι εξαιρετικά ευπώλητο προϊόν, σε χρήμα ή άλλου είδους χρεόγραφο ή αξιόγραφο.

Η πραγματικά ριζοσπαστική και πειραματική τέχνη που γίνεται σήμερα, αυτή που δίνει μάχη με το καταστασιακό χάος της ύπαρξής μας, περιφρονείται. Πραγματικά, δεν ξέρω μήπως η κρίση αυτή είναι μια κάποια λύσις. Μήπως η αβεβαιότητα, η κανονικότητα, η συμβατικότητα είναι πράγματα πιο ξεκούραστα – έστω κι αν φοβίζουν. Ίσως να μην είναι καθόλου βέβαιο πως η τέχνη μπορεί ν’ αντέξει τα χτυπήματα του πνευματικού marketing. Ίσως να είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί ν’ απαντήσουμε καταφατικά στο ερώτημα που έθεσε ο Νίτσε πριν από 150 χρόνια: «Είναι ακόμη άνθρωποι αυτοί ή μήπως μόνον μηχανές, που σκέφτονται, που γράφουν και που μιλούν;»

Βλέπεις, στην Ιστορία καθετί καινούργιο είναι μια απάντηση σε κάποιο πολύ παλιό ερώτημα. Ιστορία, πολιτισμός μέσα στον χρόνο δηλαδή, είναι να θέτει ο άνθρωπος ανεπίκαιρα ερωτήματα και να δίνει κάποτε επίκαιρες απαντήσεις. Κι αυτός είναι ο πυρήνας της σημερινής κρίσης. Δεν θέτει ο άνθρωπος ερωτήματα. Παράγει απαντήσεις σε ψευδο-ερωτήματα, που έπονται των απαντήσεων. Κατασκευάζει ανόητα ποιήματα, τα οποία απαντούν στο ερώτημα: Έχει νόημα να κάνεις ποίηση σήμερα; Εννοείται πως απαντούν «όχι». Κι έτσι, το μη-ποίημα είναι ένας σύγχρονος τρόπος ποίησης. Σαν να λέμε πως η ανοησία είναι ένα είδος ευφυΐας, ακριβώς όπως η εξαθλίωση είναι μια σύγχρονη μορφή ευημερίας. Ούτε ο Θεός, ούτε ο Λόγος, ούτε η Επιθυμία δουλεύουν πια. Δούλευαν άραγε ποτέ;