2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

Φτερά Χήνας

kefalas

Εξαγωγή

Γαργάρα μ’ αλατόνερο
κι ένα κονάκι απόμερο,
με την εφημερίδα
τα νέα απ’ την πατρίδα.

Ξεδοντιασμένο απόγευμα
σουπίτσα έχεις για πρόγευμα,
και για κυρίως πιάτο
σκοτάδι δίχως πάτο.

***

O ύπνος

Ο ύπνος κράτησε. Δεν συνέφερε να ξυπνήσεις. Τι θ’ αντίκριζες παρά ερημιά. Πώς θα ξανακοιμόσουν σαν τρύπωνε καμιά ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια; Όχι, δεν συνέφερε.

Κι ας πούμε τ’ αποφάσιζες να βγεις στους άδειους δρόμους, μόνος εσύ σε μέρη πλέον άγνωστα κι απάτητα. Δεν θα κινδύνευες; Δεν θα σε τρόμαζε η ίδια σου η φωνή; Πώς θα βεβαιωνόσουν ότι δεν ξύπνησες σε εφιάλτη; Όχι, ευτυχώς. Ο ύπνος κράτησε.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Νο 136 ( ο δρόμος όταν δεν ανάβουν τα φώτα)

alexandros milioridis

Ένα
μόνιμο σημάδι
από σιωπή
και το παράθυρο
στο κακό μέρος της πόλης,
ένας χαλασμένος
άνεμος,
ένα ραδιόφωνο παλιό
και να
κρέμεται ανάποδα ένας θεός από τη μπλούζα μου,
παράξενο ζευγάρωμα,
τρώω
σήμερα,
πεινώ αύριο,
κι έτσι ξυπνούν τα αγκάθια
στο βρώμικο
χαλί,
το πατώ γυμνός
και κοιτώ έξω το θάνατο των αναπνοών.
~
(alexmil)

View original post

Οικόσιτο γρασίδι | Βαλάντης Βορδός

Φτερά Χήνας

All-focus

Πρέβεζα

Για πες
σου μιλάει για ποίηση;
πολλοί μιλάνε
λίγοι έχουν να πουν
Γι’ αυτούς που μάτωσαν
να μιλήσουν
η Πρέβεζα στάθηκε
το ένδοξο ανάχωμα

***

Πομπηία

Ανδρόγυνο
ο ένας δίπλα στον άλλον
μέσα στον τάφο
προσδοκία μεταφυσικής;
επιτομή ρομαντισμού;
η απλά η τέλεια αυτοκτονία

***

Εκ των ων συνετέθη

Καθόταν παραδομένος
με τα χέρια ριγμένα στα γόνατα
αν του ’ριχνες ένα κουβά νερό
λάσπη θα γινόταν

***

Οικόσιτο γρασίδι

Το περιφραγμένο γρασίδι
ποτίζεται λιπαίνεται κουρεύεται
με κηπουρό ή μη
Δεν περπάτησαν πάνω του
ζώα απεγνωσμένα για τροφή
λύκοι πονηρά αλεπουδάκια
δεν κατούρησαν κάθε κρυφή
του γωνιά
πουλιά πέρασαν και δεν φώλιασαν
παιδιά σπρώξαν πάνω του ποδήλατα
και τα πλαστικά τους φορτηγάκια
δεν έκανε ποτέ του κεφαλιού του
επαναστάσεις και τέτοια πράγματα

Φράχτες δεν ξεπέρασε στο ύψος
αργά η γρήγορα πάντα κοβόταν
όταν ερχόταν η ώρα
Σε λόφους ξεραίνεται στην άκρη
των κτημάτων
που πάνω τους κάθε σημαία
γέρνει και…

View original post 3 more words

Λίγες μέρες πριν τις επιθέσεις | Στάθης Κεφαλούρος

Φτερά Χήνας

panos

Ήρθε η ώρα της επιθεώρησης των καταφυγίων.
Μην περιμένετε πια ν’ ακούσετε συναγερμό. Παλιά ήταν αυτό.
Σήμερα τον συναγερμό τον βλέπουμε κάθε βράδυ στα δελτία των οκτώ,
μπορεί και πιο νωρίς
και να αιφνιδιαστείς.

Δεν είναι ότι φοβάμαι ούτε πως είμαι απαισιόδοξος,
μα ήλθε αλήθεια η ώρα της επιθεώρησης των καταφυγίων.
Φροντίστε τα όσο είναι καιρός.
Αυτά βρήκα ως τώρα εγώ.
Τον Θεό, την ποίηση, τον έρωτα
κι αν είναι δυνατόν
όλα αυτά μαζί
στην εξοχή.


* Αφιερώνεται στον ποιητή απ’ τη Συρία Nazih Abou Afash
με την ελπίδα να είναι εν ζωή

>> ποίημα από την πρόσφατη συλλογή του Στάθη Κεφαλούρου, Ο Αδάμ ονοματίζει τα ζώα, εκδόσεις Λέμβος, 2019


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Γυναίκα διαβάτισσα

milenaphotopoetry

Σκιές,
ακίνητες,
σχεδόν κυνικές,
καρφωμένες,
στην άκρια της νοσταλγίας μου, σαν λόγια ανθεκτικής ξερολιθιάς,
ή φρέσκιας μνήμης εργάτες.
Ένα συναίσθημα με αγωνία με κοιτά,
θα σκύψω να το μαζέψω,
σαν γυναίκα διαβάτισσα ,
σε ναρκοπέδιο.
Δεν ξεριζώνω τις σκιές,
σαλεύουν πίσω τους οι υποσχέσεις.
••••••••••••••••••••••••••••••

View original post

Γιώτα Αργυροπούλου, «Μη σκεπάζεις το ποτάμι»

Στόν Γιώργο Μαρκόπουλο

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα
λιγνό άδερφό του παραπόταμο.
Δέν είναι δά κανά κρεββάτι
γιά νά τραβήξεις τό πρωί άπό όχθη σ’ όχθη ένα σεντόνι
καί νά πεις “ό,τι έγινε δέν έγινε”.

’Εδώ όλα λούζονταν στό φώς.
Λιγνά παιδιά καί μπακιρένιες γύφτισσες
καί οί δικές μας νά ’ρχονται, αχ Τζάνε ποταμέ,
νά πλένουν, νά λευκαίνουνε,
νά χαίρονται άσπρα γόνατα
δώρο θεοΰ λιγάκι γύμνια, πού κάποτε
μάτια δειλά καί διψασμένα τή ρουφούσαν.
Έδώ όλα λούζονταν στό φώς.

Δέ σκέπασε τόν ’Αλφειό ό Γιώργης ό Παυλόπουλος,
τόν άφησε μές στίς σελίδες νά κυλάει.

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα,
γιατί έφερε κατεβασιά θολό νερό
πνιγμένα ζώα
πήρε σπίτια,
έσυρε μιά γλυκομηλιά
δυό άδέρφια άγκαλιασμένα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, έκδοση Πλανόδιον, Αθήνα 2004.

Κυριακή

milenaphotopoetry

Τόσα γράμματα γεμάτα θύελλες, 
απ' τις πηγές έως το δέλτα και πίσω πάλι,
φάροι μ'ασπρόμαυρο σφυγμό, 
μιας νιότης ξενιστές, 
ασυγκίνητης,
εκδιδόμενης ,
χωρίς κακία,
χωρίς αντάλλαγμα .
••••••••••••••••••••••••••••

View original post