Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Η συνάντηση

Τη γλυκάδα όταν συνάντησε τη μυρωδιά της δεν αναγνώρισε
Μέσα στην τραχιά αγωνία, στους σκληροτράχηλους δρόμους των παγωμένων ψυχών

Τη γλυκάδα όταν συνάντησε,
απορία, έκπληξη, σύγχυση,
μην είναι μεταμφίεση, μασκαρεμένη χαρά, πλάνα ευτυχία

Φυσική σαν χάδι, απαλό αεράκι, άγγιγμα ζεστό.
Στη λήθη αιωρείται σαν πολύτιμο ορυκτό σε τόνους σκόνης,
σε βουνά απάθειας και υποκρισίας.

*

Κοντινή απόσταση

Στα όρια της λογικής, στις παρυφές της αντοχής
Κούραση, σύγχυση, απόσταση

Η ανάγκη εκεί, παρούσα μα ανήμπορη, δίχως έκφραση, δίχως λόγο, φιμωμένη μα

παρούσα, σου απλώνει το χέρι
Κούραση, σύγχυση, απόσταση

Ο άλλος πλάι σου, φωνή αχνή, παρουσία θολή,
στέκεται σαν πιστό σου είδωλο, αναμένει.
Το μαζί, το ξανά, το σύνολο.

Μαριάννα Πλιάκου, Πρωινή βροχή

Ας πούμε ότι βρέχει.
Ότι είναι Κυριακή, πρωί.
Ότι είμαστε δεκαεννιά,
κι αυτό θα πει
δεν έχουμε ιδέα πως είναι να στενεύει ο δρόμος,
μέχρι να μη χωράς.

Γεμάτη αυτοπεποίθηση εσύ,
θα περπατάς
πάνω από την πόλη,
απ’ την ομίχλη που άλειψε το δρόμο,
από το δέρμα μου που μαλακώνει όταν σε βλέπω
που έρχεσαι.

Ακόμα δε θα ξέρουμε
πως όλο αυτό που μοιάζει με αρχή,
θα το σκεπάσει η φθινοπωρινή υγρασία.
Στο ποίημα εδώ, αυτό δεν έχει σημασία.
Ούτε πως κάτι τόσο αλλιώτικο θα γίνουμε
απ’ ό,τι φανταστήκαμε.

Τώρα,
εδώ,
είμαστε μόνο
εσύ κι εγώ.
Και η υπόσχεση της πρωινής βροχής.

*Από τη συλλογή «2017», Εκδόσεις Κύφαντα, 2019. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://beater.gr/proini-broxi-poem/?fbclid=IwAR2ld5spi69pOncsctFnyqEFDjMdXkJ3FmzwFEd0aBm9OT1XmDILtCGOhP8

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φιλική συμβουλή σε πολλούς νέους και σε πολλούς γέρους, επίσης

Πηγαίντε στο Θιβέτ.
Ανεβείτε σε καμήλα.
Διαβάστε τη βίβλο.
Βάψτε μπλε τα παπούτσια σας.
Αφήστε γενειάδα.
Γυρίστε τον κόσμο μ’ ένα χάρτινο κανό.
Γραφτείτε συνδρομητές στη “Saturday Evening Post”.
Να μασάτε μόνο από την αριστερή πλευρά τού στόματός σας.
Παντρευτείτε μια γυναίκα μ’ ένα πόδι και να ξυρίζεστε με ακονισμένη λεπίδα.
Χαράξτε τ’ όνομά σας στον πισινό της.

Να βουρτσίζετε τα δόντια σας με βενζίνη.
Να κοιμάστε όλη μέρα και να σκαρφαλώνετε σε δέντρα τη νύχτα.
Να γίνετε μοναχοί και να πίνετε buckshot και μπίρα.
Κρατείστε το κεφάλι σας κάτω από το νερό
και να παίζετε βιολί.
Χορέψτε το χορό της κοιλιάς μπροστά σε ροζ κεριά.
Σκοτώστε το σκυλί σας.
Κατεβείτε στις εκλογές για Δήμαρχοι.
Ζήστε σ’ ένα βαρέλι.
Κόψτε το χέρι σας με την κεφαλή ενός τσεκουριού.
Φυτέψτε τουλίπες μέσα στη βροχή.

Αλλά μη γράψετε άλλη ποίηση.

*Μετάφραση: Ρογήρος Δέξτερ.

Charles Bukowski, Friendly Advice To A Lot Of Young Men And A Lot Of Old Men, too

Go to Tibet.
Ride a camel.
Read the bible.
Paint your shoes blue.
Grow a beard.
Circle the world in a paper canoe.
Subscribe to the “Saturday Evening Post”.
Chew on the left side of your mouth only.
Marry a woman with one leg and shave with a strop razor.
And carve your name in her anus.

Brush your teeth with gasoline.
Sleep all day and climb trees at night.
Be a monk and drink buckshot and beer.
Hold your head under water and play a violin.
Do a belly dance before pink candles.
Kill your dog.
Run for Mayor.
Live in a barrel.
Break your hand with a hatchet head.
Plant tulips in the rain.

But don’t write any more poetry.

Jovan Hristic, Οι βάρβαροι

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κ.Π. Καβάφης

Επιτέλους, έφθασαν οι κήρυκες και είπαν: οι βάρβαροι έρχονται.
Στην πόλη ετοιμάζονται να τους υποδεχθούν:
Ενθουσιασμένοι οι νέοι ήδη φωνάζουν τα ονόματά τους και σπεύδουν να δοξολογήσουν νέους θεούς.
Δεν λένε οι ποιητές ότι οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύση;

Τώρα γράφουν ποιήματα εγκωμιαστικά γι’ αυτούς και περιμένουν τη μέρα που θα τα διαβάζουν μεγαλόφωνα ενώ κατάπληκτοι οι βάρβαροι (κι ένοπλοι) θα χειροκροτούν και θα τ’ αποστηθίζουν.
Βλέπουν κιόλας τα ποιήματά τους με μεγάλα γράμματα γραμμένα
κι αναρτημένα στις προσόψεις των ναών,
απ’ όπου θα διώξουν τις εξασθενημένες θεότητες,
βλέπουν τις βιβλιοθήκες ολόγεμες με τα βιβλία τους,
απ’ τα οποία θ’αφαιρέσουν τις ιστορίες που σε κανένα πια τίποτε
δεν λένε.


Αλλά δεν γνωρίζουν οι ποιητές ότι πρώτοι αυτοί θα κρεμαστούν
στην αγορά,
μαζί με τους νέους που έτρεξαν για ν’ ανοίξουν τις πύλες και να μπάσουν στην πόλη εκείνους που με τόση επιθυμία τους
περίμεναν.
Γιατί οι βάρβαροι είναι βάρβαροι και δεν είναι καμία λύση.

*Μετάφραση: Νίκος Τσιτσιμελής.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τρία ποιήματα

Ο χρόνος

Ένα σμήνος 

αδελφών  άστρων

βλέπει τη γέννησή μας

Ένα άλλο

κιόλας

μας πενθεί

*

Τελευταία

Ο θεός χαράζει

με το παιδικό του χεράκι

έναν κύκλο στον ουρανό

αθέλητη έλλειψη

σε τροχιά η σκέψη μου⸱

στη γη ένας φίλος

ματώνει την καρδιά μου

γεμίζω τη θάλασσα με 

κόκκινη αλκή

κι εκείνος μεγαλώνει απότομα

*

Το παράθυρο

Η σιωπή του αδειούχου

που ξεκουράζεται

δίπλα στο παράθυρο

Τα χέρια του καρτερικά πλεγμένα

ελευθερώνονται μόνο

για να ψηλαφίσουν 

το υγρό τζάμι

Ας μην έκανε καλές μέρες

Τα ταξίδια από το παράθυρο

χωρίς επιστροφή

Αναστάσιος Γκόγκος, Τέσσερα ποιήματα

Άτιτλο

Ήσουν μια βουκαμβίλια
έξω από ένα στριπ-κλαμπ της Ατλάντα

ένα κέντρο που επείγει
σ’ έναν ολόκληρο δικό τους κόσμο

Κι ας μην διδάχτηκα ποτέ
αυτή την απρόσωπη γεωγραφία των σωμάτων

μαζί είμαστε μια λαϊκή δημοκρατία
με την υπεροπλία του αληθινού

*

cacao de madre

κρεμασμένοι από τις βρύσες
το πρωί προσευχόμαστε
κάτω από τη σκιά των cacao de madre

το ποίημα
μιλάει για το παρόν
αλλά παραμένει προφυλαγμένο

*

Διαμέρισμα

Εδώ στο διαμέρισμα
δεν χωράνε φοίνικες
κι έτσι τους λυγίζαμε
για να μπαίνουν από τα παράθυρα

υπήρξαν μια σταθερή έξοδος κινδύνου.

*

Άτιτλο

Υπάρχει κάτι απέραντο
μικροί άνθρωποι
κληρονομιές και δάνεια

εσύ να ψάχνεις μόνο τις μεταφράσεις

οχτώ ώρες διαφορά
και ζεις στο μέλλον

*Από τη συλλογή “Η άκρη της ημέρας”, 2016.

Αλέξης Τραϊανός, Κάθονται μες στα σβησμένα ρούχα τους


Edvard Munch, Sick Mood at Sunset. Despair, 1892

Κάθονται μες στα σβησμένα ρούχα τους
Μ΄ ένα συντρίμμι άνεμο απλοχεριά της νύχτας
Κάθονται και κοιτάζουν
Ακουμπισμένη σε ένα ψηλό παράθυρο
Μαζεύοντας το κακό πυρετό
Π΄ ανθίζει όταν εκείνοι έχουν πια φύγει
Δίχως να επιστρέψουν ποτέ τον εαυτό τους
Να κατοικήσουν πάλι τα χέρια τους
Ίχνη πουλιών χαμένων σ΄ άλλους ουρανούς

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973)
**Το πήραμε από εδώ: https://www.cocosse-journal.org/2017/01/1973.html?spref=fb&fbclid=IwAR0ydB6lW-JeZ8P2c9qlbHC1dgTKzD6xaWdtQ5Nq0GfY_mA_XJW2-1DD1Tg

Χαρταετός | Στέφη Θεοδότου

Φτερά Χήνας

Ξημέρωσε Δευτέρα. Καθαρά.
Κι είπα να πετάξω
σαν μικρός χαρταετός πάνω απ’ την πόλη
να χρωματίσω τον καθαρό μπλε ουρανό.

Κι από ’κει πάνω
είδα χωρίσματα πολλά…
Δωμάτια απροσπέλαστα
στο ίδιο μου το σπίτι.
Κατηγορίες χρωμάτων
για κατηγορούμενα συναισθήματα, πράξεις κι ανθρώπους
που ποτέ δεν άντεξαν να δουν
πως όλοι
είναι αποχρώσεις του ενός.

“Τι στοιβαγμένη απόγνωση!
Παραμέλησαν το μπλε βάθος τους σε μιαν ακρούλα
οργώνοντας επίπεδες εκτάσεις εγωισμού.
Δε βλέπουν
το τσουνάμι που ετοιμάζεται να τους πάρει και να τους σηκώσει,
στην δίψα του να ξεπλύνει κάθε λογής μικρότητα,
επιφέροντας την καθάρια ένωση.
Όπως έστρωσαν θα κοιμηθούν”, σκέφτηκα.

Έλυσα ευθύς το σχοινί μου από τη ρίζα μου
και συνέχισα να ταξιδεύω ελεύθερη
στο ανήμερο χάος.


*αφορμή έμπνευσης ο πίνακας “Bedtime Aviation” του Rob Gonsales

View original post

Συνέντευξη του ποιητή Γιώργου Δάγλα στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1958 και σήμερα ζει στην Αθήνα, όπου και δραστηριοποιείται ως υπεύθυνος των εκδόσεων Κύμα. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (ΠΕΛ) και ως στιχουργός μέλος του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων «Αυτοδιαχείριση» . Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Η Μέρα των Φωταγωγών», «Το Μαύρο Χιόνι», «Καντάδες για Ένα Δαίμονα» και «Ταριχευτές Πουλιών». Η συλλογή «Καντάδες για Ένα Δαίμονα» έχει μελοποιηθεί και κυκλοφορείται σε cd. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;

Όταν αποχωρούσα από τα βαρετά μαθήματα του σχολείου, κατέφευγα στο κοντινό βιβλιοχαρτοπωλείο και ξεφύλλιζα ποιητικές συλλογές. Πράγμα αφύσικο. Κανονικά έπρεπε να καπνίζω κρυφά και όχι να διαβάζω Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη και Λωτρεαμόν. Βέβαια αυτά συνδυάστηκαν αργότερα όταν έγραφα στο πίσω μέρος από το πακέτο των τσιγάρων. Έτσι, αφού είχα διαβάσει εν τω μεταξύ Ρίτσο, Ελύτη και Μυρτιώτισσα, σκέφτηκα ότι για να συγκινήσω τον πρώτο πλατωνικό μου έρωτα έπρεπε να γράψω ένα ποίημα. Ήταν ένα αδόκιμο, μεγαλόστομο ποιηματάκι που δεν πέτυχε το σκοπό.

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;

Ήμουν 16 χρονών. Συνέχισα να γράφω και να ενηλικιώνεται μαζί με μένα και η γραφή μου. Ακολούθησαν εμπειρίες, περιπλανήσεις, έρωτες, αναγνώσεις και βιώματα που έκλειναν και άνοιγαν ενότητες.

Πότε νιώθετε ότι πρέπει να εκδοθεί μια ποιητική συλλογή;

Όταν βρίσκεσαι σε μια στιγμή έκλαμψης, γράφεις ποιήματα και κάποια στιγμή πρέπει η ποιητική συλλογή να εκδοθεί, να την αποχωριστείς για πάντα και να μπορέσεις να συνεχίσεις και να εξελιχτείς. Όταν εκδοθεί μια συλλογή μου, δεν την ξαναδιαβάζω ποτέ. Είναι ένα κεφάλαιο που έκλεισε. Φοβάμαι μην επηρεαστώ από τον εαυτό μου.

Αλήθεια, πώς διαλέξατε τον τίτλο της τελευταίας ποιητικής συλλογής;

Ο πρώτος τίτλος της συλλογής ήταν «Ενεργά Ηφαίστεια». Ήθελα να μιλήσω για τη διαρκή φλόγα μέσα μας αλλά και πόσο εκρηκτικά μπορεί να είναι τα ποιήματα. Τελικά κατέληξα στους «Ταριχευτές Πουλιών», βλέποντας να περιορίζονται οι ελευθερίες, να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα, να «λιγοστεύει» ο αέρας. Και γιατί βέβαια τα πουλιά πετούν ελεύθερα, αλλά πιο πολύ γιατί ένα ποίημα περιέχει ένα μήνυμα, ίσως κάποιες φορές κωδικοποιημένο.

Μου άρεσε το ποίημα «Ο Τρελός Ταχυδρόμος». Μπορούν να στεριώσουν οι αλαφροΐσκιωτοι στη σημερινή κοινωνία μας;

Ο ίδιος ο ποιητής είναι στοιχειωμένος, σημαδεμένος, καταραμένος. Όταν γράφει δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Αλλοπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος. Ίσως, τρελός. Στη φαντασία του ποιητή έχει καταφύγει η αλήθεια. Η μοίρα του ποιητή είναι να υποφέρει σε αυτό τον κόσμο. Δεν είναι ο δικός του. Ο ίδιος είναι ένας ασκητής, ένας μοναχός χωρίς θρησκεία.

Από πού πηγάζουν ο τόνος, το ύφος και η ταπεινότητα της ποίησής σας;

Όταν, όπως είπα παραπάνω, ζεις ως ασκητής, από εκεί πηγάζει και η ταπεινότητά σου. Μέσα από το ποίημα λυτρώνεσαι και ανάβει η σπίθα που θα μεταλαμπαδευτεί.

Πώς γράφει και εμπνέεται ένας ποιητής;

Προφανώς, δεν θα γράψεις στην αναπαυτική σου πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, ούτε στις ακρογιαλιές του Αιγαίου μαζεύοντας βότσαλα. Θα κατέβεις κάτω. Να νιώσεις την αγωνία και την ανάσα των ανθρώπων. Να μπεις μέσα τους και να γίνεις η φωνή τους. Να πάρεις το συναίσθημα, την οργή, το παράπονο και να το κάνεις τραγούδι.

Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες ποίηση;
Υπάρχουν αναγνώστες ποίησης που έχουν κρυμμένο έναν ποιητή μέσα τους. Όπως υπάρχουν και ποιητές που δεν έγραψαν ποτέ. Η ποίηση έχει λίγους αλλά ποιοτικούς αναγνώστες. Θα εντοπίσουν, θα ξεχωρίσουν και θα νιώσουν ένα καλό ποίημα. Θα κρατήσουν και θα σφραγίσουν μέσα τους τα ποιήματα που τους άγγιξαν.

Πολλοί νέοι γράφουν ποίηση. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι στίχοι τους. Παλαιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους ποιητική συλλογή. Σήμερα ανεβάζουν τα ποιήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την ποίηση;
Η τεχνολογία και ειδικά το ιντερνέτ έχει βοηθήσει. Αλλά μόνο αυτό. Δεν έχει το βασικό που είναι οι αισθήσεις. Η μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού, το ξεφύλλισμα, αχόρταγη ματιά. Ένα βιβλίο είναι μια παρακαταθήκη στον χρόνο. Θα υπάρχει σε βιβλιοθήκες, θα ταξιδεύει, θα χαρίζεται, θα δανείζεται. Ένα ποίημα που θα διαβάσεις στο ιντερνέτ θα ξεχαστεί, το βιβλίο, αντίθετα, θα το ανασύρεις από τη βιβλιοθήκη σου και θα ανατρέξεις. Αλλά και στο βιβλίο και στο ιντερνέτ έχουμε το θέμα της ποσότητας και της ποιότητας. Τα βιβλία που θα ξεχωρίσουν είναι μετρημένα.

Με τα πρώτα τους δημοσιεύματα αρκετοί χαρακτηρίζονται ποιητές. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ο ποιητής θέλει τον χρόνο του να κατακτήσει το προσωπικό του ύφος, να γίνει αναγνωρίσιμος. Απογοητεύομαι και είμαι επιφυλακτικός όταν βλέπω κάποιον να υπογράφει ποιητής. Είναι κάτι που δεν θα προσδιορίσεις ο ίδιος. Ο Μίλτος Σαχτούρης το είπε με αυτοσαρκασμό όταν, στην Πατησίων, μια ευγενική Κυρία τον σταμάτησε να του πει: Συγγνώμη, Κύριε, ξεχαστήκατε και φορέσατε μια πράσινη και μια κίτρινη κάλτσα. Μα Κυρία μου, της απαντά, δεν το ξέρετε; Είμαι ποιητής!

Είστε εκδότης και εκδότης του περιοδικού «Κύμα». Πώς συνδυάζετε τον ποιητή και τον εκδότη;

Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμαι στον εκδοτικό οίκο «Κύμα» που εκδίδει και το ομώνυμο περιοδικό σε μια εποχή δύσκολη για πρίγκιπες και εκδότες. Το να είναι κάποιος εκδότης και ποιητής είναι σημαντικό, γιατί ως ομότεχνος θα σκύψει πάνω στο έργο με αγάπη και εκτίμηση, ο εκδότης και ο ποιητής είναι δυο άνθρωποι σε έναν χωρίς να είναι διχασμένη προσωπικότητα. Προσωπικά πιστεύω πως ένας εκδότης ποιητής είναι στην ουσία ποιητής εκδότης. Όσο κι η δουλειά του εκδότη απαιτεί τέχνη και καλαισθησία, αυτό που σε χαρακτηρίζει πρώτα είναι το έργο σου. Με βάση αυτό λειτουργείς ως εκδότης. Μπορεί να σταματήσεις να δουλεύεις ως εκδότης αλλά ποίηση θα γράφεις μέχρι το τέλος.

Ποια τα κριτήριά σας που πρέπει να έχει ένας συγγραφέας για να εκδώσει το έργο του στον εκδοτικό οίκο «Κύμα»;

Ας μη κρυβόμαστε. Τα προσωπικά μου κριτήρια είναι απαγορευτικά για πλήθος υποψηφίων να εκδοθούν. Αλλά από την άλλη δεν πρέπει να κλείνεις ούτε την πόρτα ούτε τον δρόμο σε νέους ποιητές και πεζογράφους. Απλά χρειάζεται η εμπειρική ματιά που μπορεί να ξεχωρίσει το είδος του νεοσσού και το αυριανό άνοιγμα των φτερών του. Πιστεύω πως τα κριτήρια είναι ασφαλή και δεν προκαλούν αδικίες.

Και η κατάσταση στον εκδοτικό χώρο όσον αφορά την ποίηση πώς είναι;

Είναι μια κατάσταση απλή και ταυτόχρονα περίπλοκη. Κάθε εκδότης έχει τη δική του πολιτική στην έκδοση ενός βιβλίου και στη συνεργασία με τον συγγραφέα. Ειδικά στην ποίηση, με το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, ο συγγραφέας συμμετέχει οικονομικά στο κόστος της έκδοσης αλλά παίρνοντας και ανταποδοτικά έναν αριθμό αντιτύπων. Οι εκδότες πρέπει να στηρίζουν κυρίως τους νέους ποιητές, να τους δίνουν χώρο και βήμα να δουν το βιβλίο τους τυπωμένο και να το δουν και στα βιβλιοπωλεία. Επίσης η προώθηση είναι θέμα που πρέπει να έχουμε στον νου μας. Και η σχέση μας με τον συγγραφέα πρέπει να στηρίζεται στην καλή συνεργασία.

Υπάρχει η φροντίδα της πολιτείας για το ποιητικό βιβλίο;

Η κατάσταση στον εκδοτικό τομέα είναι δύσκολη και για τους εκδότες και για τους ποιητές. Οι αρμόδιοι της πολιτείας θα πρέπει να σκύψουν σε αυτό το θέμα.

Ποιες ποιητικές συλλογές έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Ανατρέχω πάντα στο «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού και στο «Τρία Κλικ Αριστερά» της Κατερίνας Γώγου.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ποίημα;

«Ο Τρελός Λαγός» του Μίλτου Σαχτούρη.

*Από εδώ: https://ixotisartas.gr

Claire Albrecht reviews Jennifer Mackenzie’s “Navigable Ink”

Navigable Ink
by Jennifer Mackenzie
Transit Lounge, 2020

The blurb of Jennifer Mackenzie’s 2020 collection Navigable Ink (Transit Lounge) begins by introducing Indonesian writer and activist Pramoedya Ananta Toer, who died in 2006. Mackenzie had been offered Toer’s novel manuscript Arus Balik for translation back in 1993, but it seems this translation was never completed. Navigable Ink is described as a ‘poetic exploration of Toer’s tragic, visionary and ultimately triumphant life’. At first glance a reader could be forgiven for thinking that this is the translation of Arus Balik, but Mackenzie’s acknowledgements clarify that this is not the case, rather the poems ‘created out of episodes from the novel are based on my own translation (with interpolations) of the text’.

From the first poem, ‘Before Nightfall’, a European sensibility affects how we are invited into the scenes of the poem:

a bucolic radiance
which a painter trained in genre
might have pronounced
timeless

Imposing a European-style gaze on a muddy Indonesian rice paddy sets the tone for the book. It’s actually an interesting mirror for the steady infiltration of colonial forces that Navigable Ink catalogues, from the Dutch East India Company, through the French, British, Portuguese and Japanese and into the move towards independence amid the terror of the twentieth century. Mackenzie jumps between these historical moments adeptly, using the source material of Toer’s novel as well as documentaries, essays and interviews. The comprehensive notes section explains the sources of the poems, but there are no markers or footnotes throughout the text.

The language is at once spare and vivid, aiming at the spirituality and potency imbued in natural scenes: ‘on the road / a mudslide / on a high peak / gleaners.’ Gig Ryan described these as ‘lyrical descriptions of unvarnished nature’, though the descriptions themselves run the risk of becoming the varnish when they stoke the senses to embellish:

the colour is luminous here
memory is of pastel
blue, pink, lemon robes in the marketplace
dwellings a slash of yellow & mauve
a constellation of red roofs
dimming only for star showers

(‘Maluku Pristmatic’)

Pared down to its base nouns, this passage is of ‘robes’, ‘the marketplace’, ‘dwellings’ and ‘roofs’, but Mackenzie coats these with such ‘luminous’ colour as to render the scene painterly, and forms the background for far more menacing events. These seem distanced from such a metaphysical and aesthetic context, operating in a different material realm. The disparity between the vibrant natural world and the ‘unnatural’ death and destruction of colonisation and ecological destruction is palpable.

Mackenzie’s choices of historical moments are not always political, and the work comes alive when revealing smaller stories. The poem sequence ‘Bogor’ uses Mackenzie’s own research to tell the story of Samida, a manmade forest established by the ruler of the Sunda kingdom in the late fifteenth and early sixteenth centuries. The sequence begins again with the plural first person, as ‘we’ are shown the king’s forest and told of its later burning and haunting, with the sole remnant an orchid destined for ‘a lifetime behind conservatory glass’ – just one of the many references to captivity and confinement that mirror Toer’s multiple incarcerations as an activist. The poem then moves through history and imagery as we are left only with ‘one last row of banyan trees / providing shade / for tigers’.

‘Anger’, another short sequence, evokes the destruction of art and letters under Suharto’s suppressive New Order regime:

a paintbox
thrown onto the path
paint, brushes scattered
painting ripped from the frame
made of the wood of a jackfruit tree
left out in soaking rain
it could no longer be called a painting

the painter flees, finds safety in a friendly state

This imagery effectively captures the physicality of suppression, the act of violence against culture. The italicised line reminds us, too, of the reality for artists and writers in Indonesia like Toer, whose choices were jail or fleeing the state in fear of persecution. Such ongoing persecution is perhaps not well known to Australian readers, who are treated now with a diverse stream of contemporary Indonesian poetry, despite ongoing political conflict in the country. As one such ‘friendly state’ to which Indonesian refugees fled over decades, Australia seems to have been largely ignorant of the literary culture of Indonesia. Perhaps this book is a step in the right direction to redress that lack, offering Mackenzie’s long relationship with the country as a means of entry, and pairing it with her translation and interpretation of Toer’s life and work.

Mackenzie uses the space of the page for some non-traditional layout and structure—a number of poems utilise two lines of text that encourage a back-and-forth reading between two threads of discourse or history, perhaps representative of Mackenzie and Toer. Others take segments of found text in full-page blocks, cramming the space with dates and names. ‘Kalimantan’ has incredibly sparse pages with as few as six words spread across white space: a deforestation of the poem itself as the forests of Kalimantan (‘Burning weather island’) fall victim to the ‘slash and burn’ approach, resulting in massive forest fires and a thick smoke haze over Southeast Asia.

Reading Navigable Ink without background knowledge of Indonesian history is not impossible, but inevitably misses much of the nuance of the work and the links with environmental and political activism that stand out against Mackenzie’s evocative rice paddy and rainforest background. I found myself wishing I was able to read the original Arus Balik text, in order to get the history ‘straight from the horse’s mouth’, as they say. The poems are generally clear enough, however, to know which periods in history they’re referring to, if a reader wanted to look further into the context.

It is difficult to completely reconcile with a book that, while centralising Indonesian culture and history, is written by a white outsider. Jennifer Mackenzie is certainly a well-informed, respectful and respected outsider, but an outsider nonetheless. The book reads as a response, or creative criticism, or homage to Pramoedya Ananta Toer’s work and life. Taken as such, Mackenzie can be forgiven for some of the insertion into a narrative that is not her own. She is a wrangling with an enormous literary, political and cultural history that is still alive and volatile, despite her focus on Indonesian history up to the end of the twentieth century. Mackenzie’s choice to approach this through the medium of poetry is unproblematic on its own, but where the poems verge into the lyric and take the narratorial I, they begin to claim Toer’s (and Indonesia’s) history as their own, and the waters muddy.

Take this stanza, for example, from the poem ‘Mother’:

the roaming freedom I once had
now a sanctuary, an island found deep inside my heart & head
where my characters flourished
as if behind protective glass
where my words rang out to my brave-backed comrades
during our daily rice fields labour
and the final lines of the book, in the poem ‘Dawn’:

my skin
hoed, black beaten, weathered, flaking away,
my life

Donning Toer’s voice and skin (and in the last line, his life) in first person, homage or not, doesn’t sit well. The lines in ‘Mother’ guess at extremely personal responses to isolation in incarceration and again use the first person to be a part of ‘our daily rice fields labour’. Perhaps I’d have read this with more sympathy ten years ago, but a book released in 2020 will inevitably come up against questions of appropriation.

Of course, the intent is to bring the reader into the poems’ narrative as more than just an outside observer – to feel connected and drawn through the historical journey through the eyes of Toer. ‘You don’t just read these poems, you feel them,’ the blurb tells us. And it would be effective, were it not for my hesitance to forget the position of the poet.

Navigable Ink is lyrically beautiful and informative. It does prompt a deeper look into Indonesia’s long and fraught political and environmental history, and as such is an effective work of historical poetry. But was Mackenzie the right person to write it? Do we need another colourful narrativising of a colonised country, putting a ‘lifetime behind conservatory glass’? If the title Navigable Ink can be seen as a writer’s form of map-making, we must also remember that cartography is a colonial and political tool that this book at once resists and reinforces.

Works Cited
-Ryan, Gig. ‘The poetic inspiration of a great novelist and his work.’ Review of Navigable Ink, by Jennifer Mackenzie. Sydney Morning Herald 8 August 2020

*Claire Albrecht is a Newcastle-based poet. She was the 2019 Emerging Writers Festival fellow at the State Library of Victoria, a 2020 Varuna ‘Writing Fire, Writing Drought’ fellow, and will be a resident at the Helene Wurlitzer Foundation, New Mexico in 2021. Her debut chapbook ‘pinky swear’ was published in 2018, and she runs Cuplet Poetry Night.

**From here: http://cordite.org.au/reviews/albrecht-mackenzie/