Erich Fried, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΑ

Την νύχτα
οι όρκοι χορεύουν
μ’ ανήμερες γάτες

Ό,τι απομένει
το καταβροχθίζουν τα ψάρια
το ξημέρωμα

Η νύχτα εγγράφεται
μέσα σ’ όλες τις άλλες νύχτες
η νύχτα υπεργράφεται
πάνω απ’ όλες τις άλλες νύχτες
Η αγάπη είναι αλλιώς

Η νύχτα είναι τόσο μεγάλη
όσο μακραίνει
Η νύχτα είναι τόσο σύντομη
όσο βαθαίνει
Η ζωή είναι αλλιώς

*

ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Πρώτα ο ήλιος
μετά μια μύγα
ίσως ένα ποντίκι
μετά όσο το δυνατόν
περισσότεροι άνθρωποι
μετά πάλι ο χρόνος

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΒΑΖΑΝ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

Εσύ τι έκανες;
Τους
άφησα να φωνάζουν

Οι άλλοι τι έκαναν;
Τους
βούλωσαν το στόμα

Τι φώναζαν;
Φώναζαν
για βοήθεια

Βοήθεια για ποιον;
Κάποιες φορές πιστεύω
για μένα

*Από τη συλλογή “κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Γιώργος Λίλλης – Άκης Παραφέλας.

Χρίστος Κινάνι, Πέντε ποιήματα

KINTSUGI

Η συνάντηση·
Το παιχνίδι·
Το σμίξιμο·
-Χύτευση χρυσού
Σε χρονίζουσα ουλή-
κι έπειτα,
-μεταμόρφωση-
αυτή η διακριτική λάμψη
στο βλέμμα.

*

ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ

Ένα αστεροσκοπείο πήρε Φωτιά.

Κάποια ουράνια Σώματα μπορούνε
τώρα να αγαπιούνται πιο ιδιωτικά.

Χορεύουν.

Ο Χορός τους μεταξένιος.

Είναι Σοβαρό.

*

ΠΛΕΧΤΟ

Μία λεπτή κλωστή

-Ραμμένα είναι
τα ακροδάχτυλά μου
στα γόνατά σου-

που όλο και κονταίνει·

(πόσες ακόμα
αυτόνομες βελονιές
Ανάμεσα στις υποδιαιρέσεις
του σώματός μας;)

*

ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ

Τελευταία μεταλλική
εκπνοή·
Άνοιγμα βλεφάρων·
Στερνή αποσύνδεση του
στέρνου·
Αλάμπρα και Σιέρα Νεβάδα·

*

ΕΛΕΓΟΣ

Σκέφτομαι το τώρα
που τρεμοσβήνεις.

Τ ώ ρ α
που σήπεσαι στο υπέδαφος.

Τ ώ ρ α
που λείπεις.

Τι θα κάνω;
-Το μέλλον φέρει μέσα του κάτι από υστερία-

Κάποτε:
Ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη στην παράγκα.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Κάπα Εκδοτική, Φεβρουάριος 2024.

Nikola Madžirov, Τέσσερα ποιήματα

Δεν ξέρω

Μακριά είναι όλα τα σπίτια που ονειρεύομαι,
από μακριά ακούγεται η φωνή της μητέρας μου
που με καλεί για βραδινό, όμως εγώ τρέχω στα σιτοχώραφα.
Είμαστε μακριά όπως η μπάλα που αστοχεί στο τέρμα
και κατευθύνεται στον ουρανό, είμαστε ζωντανοί
σαν το θερμόμετρο που είναι ακριβές μόνο όταν
το κοιτάζουμε.
Η μακρινή πραγματικότητα με ρωτά κάθε μέρα
όπως ο άγνωστος ταξιδιώτης που με ξυπνά στη μέση της διαδρομής
λέγοντας Αυτό είναι το σωστό λεωφορείο;
και απαντώ Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω,
δεν ξέρω τις πόλεις των παππούδων σου
που θέλουν ν’ αφήσουν πίσω όσες αρρώστιες ανακαλύφθηκαν
και τις θεραπείες που φτιάχτηκαν με υπομονή.
Ονειρεύομαι ένα σπίτι στον λόφο των επιθυμιών μας,
από όπου θα βλέπω τα κύματα της θάλασσας να αποτραβιούνται
το καρδιογράφημα των πτώσεων και των ερώτων μας,
τους ανθρώπους που πιστεύουν για να μη βουλιάξουν
και βαδίζουν για να μην ξεχαστούν.
Μακριά είναι όσες καλύβες μάς προστάτεψαν από την καταιγίδα
και από την οδύνη της ελαφίνας όταν πέθαινε μπροστά στα μάτια
των κυνηγών
που ένιωθαν περισσότερο μοναξιά παρά πείνα.
Η μακρινή στιγμή που η κάθε μέρα με ρωτά
Αυτό είναι το παράθυρο; Αυτή είναι η ζωή; και απαντώ
Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν
τα πουλιά θ’ αρχίσουν να μιλούν, δίχως να προφέρουν τη λέξη Πόλεμος.

*
 
Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στις παρυφές.
Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.
Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμουν φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.
Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*
 
Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.
Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.
Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.
Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*
 
Είδα όνειρα
Είδα όνειρα που κανένας δεν θυμάται
και ανθρώπους που θρηνούσαν σε λάθος μνήματα.
Είδα αγκαλιές σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με αρτηρίες ανοιχτές.
Είδα ηφαίστεια που κοιμήθηκαν περισσότερο
από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου
κι ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο εμένα δεν είδε κανείς,
μόνο εμένα δεν είδε κανείς.

*Από το βιβλίο “Nikola Madžirov, Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, , 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Κατερίνα Φλωρά, Κάπου στη λήθη

Χαμένη στα άδυτα του χρόνου η ορμή
που παντοδυναμία έδινε στα όνειρά μας
Κοπιώδης τώρα η επαναφορά του άπιαστου υλικού της αρχής μας
στη μέση εδώ ξεθωριασμένο αντίγραφο
Σαν αφουγκραστούμε τον πόνο και τα δάκρυα των μακρινών μας άλλων
μεμιάς θολώνει η σταγόνα στου ονείρου την εικόνα

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βροχή

Τρελή σταγόνα μ’ αγκυροβόλιο ανέμων
γαργαλάς υπόκωφα το τζάμι μου
σαν μια μαριονέτα φυλλοβόλων ήχων

η αράχνη ζαλίστηκε και άφησε τη γεωμετρία της
στο δωμάτιο σίγησαν οι λαλίστατες […απροσδι-]αοριστίες
κι όλος ο βόμβος της φύσης σου έτσουξε

ως μέσα
τα ριζά και τα κράσπεδα
το σώμα μου χορτάριασε σε μια παλίνδρομη ρωγμή

όλη η πλημμυρίδα του χαλάρωσε τους αρμούς/-φρους
και στο κρεβάτι τώρα λιωμένο –σχεδόν θανατερό
οργάζεται με αναφιλητά και υγρόληκτους κοπετούς:

λάθρα
μου
αίσθηση

ρητίνη
του
πάθους

μου
πυρ-
-ρέουσα

Θεώνη Κοτίνη, Δύο ποιήματα

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρύγνηται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο χρίσμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με ποτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα,
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
Εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί. Ρωτώντας

Τι να ‘ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

*Από τη συλλογή “με το σώμα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
Ορμάς αόρατος και νιώθω τη ζωή στην τραχεία
ανθίζεις στους βρόγχους
και κατακλύζεις τις κυψελίδες
εισπνέω και ξαναεισπνέω
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου που διαστέλλεται
από την απουσία που εκπνέω.

Εγώ, όχι Γαλήνη και Μύρα
όχι Πόντος και Πόρος
όχι Θάλασσα
σε σένα, τον αληγή, τον αντιαληγή
τον αναβάτη και τον καταβάτη
στέλνω γράμματα.
Προς όλα τα γνωστά σου ονόματα.

*

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζα τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.

Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*

[Ορφικό]

Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος
κι εκεί σ’ έβαλα
εκεί να με μαγέψει η κιθάρα σου για να ‘ρθω
κι έπειτα τα μαλλιά σου να μυρίσω
έπειτα η νύχτα
με τα είκοσί της δάχτυλα
να ψηλαφίσει τη σιωπή του κόσμου.

Μα να σε βρω ποτέ μου δεν κατάφερα
με καταβρόχθισε τ’ αχόρταγο το ποίημα.
Μέσα στον Άδη του ξανά το ίδιο ποίημα
και ξανά να γράφω.

*Από τη συλλογή “θα γίνουν ΟΛΑ με τα μάτια ΑΝΟΙΧΤΑ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Τάσος Φάλκος, Τέσσερα ποιήματα

Βραδιάζει

Ακόμα μια σκιά
εκεί που πρώτα ήταν χρώμα
Την κρύβουμε απ’ αυτούς
που πίστεψαν σε μας
Βράδιασε βράδιασε μεμιάς
Στον κήπο κρύβονται απειλές
Βράδιασε ξαφνικά μες στην καρδιά μας
Κι όλο πυκνώνουν οι σκιές

*

Ο άλλος

Ενώ σιωπάς μες στη βαθύτερη σιωπή σου
είν’ ένας άλλος που σκιρτάει βαθιά σου
τινάζεται κι απλώνει γύρω σου τα χέρια

Είν’ ένας άλλος που ετοιμάζεται
να σε πυροδοτήσει

*

Ο πηλός

Τώρα που έγινα μια μάζα
από άνυδρο πηλό
λυπήσου με εσύ φως αγνό
Μη με ξεραίνεις άλλο

*

Το κόκκινο

Βάδιζε στην προέκταση της παραλίας
μη βλέποντας παρά το κόκκινο
τον κόκκινο ορίζοντα
τα κόκκινα φτερά
Κανένας ουρανός
Πάρεξ μια τρύπα στάζει αίμα
Το αίμα γέρνει στη δύση
θα γείρουμε στο αίμα
στο αίμα
θ’ αναστηθούμε μες στο αίμα

*Από τη συλλογή “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005. Ανασδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/18/4-ποιήματα-τάσος-φάλκος/#like-7059

Πρόκνη, Δύο ποιήματα

το αιτιατό

μια μέρα θα γεμίσουμε τους τοίχους
και τους κορμούς και τις πέτρες
θα έρθει γνωστός οίκος μόδας
-δεν θυμάμαι το όνομα-
και θα πει: υπέροχο!
έτσι μιλάνε αυτοί
και εννοούνε
είσαστε τυχεροί που έχετε ο ένας την άλλη
αυτό θα σας σώσει
και θα σας καταστρέψει επίσης

σύντομα
θα σταθώ όρθια στο δικαστήριο του κόσμου
με το χαρτάκι στο χέρι
αιτιολογία τέκνο
θα τα πω όλα σωστά και την ώρα τους
το μόνο που πάλι θα ξεχάσω
είναι ότι δεν χρειάζεται να πείσω κανέναν

*

ξανά

μερικές φορές χαζεύω στην αποβάθρα
και παραλίγο να χάσω το τρένο
τρέχω ξαφνικά – έξαφνα – να το προλάβω
κουτρουβαλάς μέσα μου
σε θυμάμαι
και την αγάπη μας
παρόλο που εκείνη
-η αγάπη-
έχει από χρόνια ξεμείνει σε κάποια αποβάθρα
και δεν πέρασε ως τώρα
κανένα τρένο να την πάρει
έμεινε ακίνητη, στην ίδια θέση,
κομμάτια και θρύψαλα
ruins
όμως η αγάπη
και ως ερείπιο
είναι και πάλι και ξανά αγάπη

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”, εκδόσεις Μπαταρία, Οκτώβριος 2024 (2η έκδοση).

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ερωτικά ποιήματα

Επειδή αγαπώ γράφω ποιήματα

Η αγάπη είναι ο λόγος για όλα
Αγαπώ τις ανεμώνες,
ειδικά αν φυτρώνουν στην άκρη του γκρεμού.
Αγαπώ τη θάλασσα,
ειδικά αν είναι φουρτουνιασμένη.
Αγαπώ να ζωγραφίζω πουλιά
να φεύγουν μακριά.
Αλλά και δέντρα ριζωμένα στη γη.
Αγαπώ τα τραγούδια όλου του κόσμου
και τις γεύσεις και τις μουσικές.
Και από μουσικές τη τζαζ κυρίως.
Αγαπώ την Πλαθ, τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη κι από έργα
του κυρίως τη Φόνισσα
Τον Μπαχ, τον Λειβαδίτη, τον Καββαδία και τον Σολωμό.
Να χορεύω ξυπόλυτη αγαπώ, αλλά πιο πολύ να γράφω βράδυ.
Αγαπώ τα ποιήματα που θα γράψω στο μέλλον κι όσα δεν θα
γράψω
Α, και την Ντίκινσον
Και τα κάστρα ψηλά στο βουνό
Και τον βυθό της θάλασσας
Και την Αίγινα
Και τα μουσεία μοντέρνας τέχνης
Και να κάνω ποδήλατο σε χωματόδρομο
Να πηγαίνω πεζοπορία.
Αλλά και να αγναντεύω τη θέα από ψηλά.
Αγαπώ όλα αυτά, γι’ αυτό γράφω ποιήματα.
Αγαπώ κι άλλα, πολλά.
Μα πιο πολύ εσένα.

*

Τον Ιανουάριο σε ποθώ, τον Μάη σε αγαπώ, τον Ιούλιο σε λατρεύω

Μεγάλη η αναμονή, με σπάει – ξεκάθαρα.
Με αγωνία στο βλέμμα – ακόμα.
Αλλά σίγουρος εσύ.
Η θάλασσα όλη πάνω στα χείλη σου
και ‘γω την πίνω.
Με ταΐζεις τρυφερότητα,
μιλώντας για το φθινόπωρο.
Γέρνω στον ώμο σου.
Τα μάτια σου μου χαϊδεύουν τα μαλλιά.
Τα χέρια σου μου τραγουδανε.
Έχεις όλες τις λύσεις.
Ξέρεις.
Το κεφάλι σου με αγκαλιάζει.
Έχεις όλες τις απαντήσεις.
Μου αγοράζεις καρπούζι,
κεράσια, φράουλες, όλα τα κόκκινα.
Όλα καλά, μου λες.
Ψαρεύουμε στην προβλήτα.
Το βράδυ σου ψιθυρίζω ποιήματα,
αυτοσχέδια –για σένα μόνο.
Σου διαβάζω Κάρβερ.
Δεν τον καταλαβαίνεις
και, επίσης, δεν καταλαβαίνεις
γιατί τον βρίσκω υπέροχο.
Κοιμάμαι στο στέρνο σου.
Σε φιλώ την ώρα που κοιμάμαι.
Η φωνή σου σταθερή,
τη λατρεύω αυτή τη φωνή.
Σταμάτα να αναμένεις, μου λες,
γιατί είμαι εδώ, και πάντα θα είμαι,
και μόλις μπήκε ο Ιούλιος.