Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
Ορμάς αόρατος και νιώθω τη ζωή στην τραχεία
ανθίζεις στους βρόγχους
και κατακλύζεις τις κυψελίδες
εισπνέω και ξαναεισπνέω
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου που διαστέλλεται
από την απουσία που εκπνέω.

Εγώ, όχι Γαλήνη και Μύρα
όχι Πόντος και Πόρος
όχι Θάλασσα
σε σένα, τον αληγή, τον αντιαληγή
τον αναβάτη και τον καταβάτη
στέλνω γράμματα.
Προς όλα τα γνωστά σου ονόματα.

*

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζα τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.

Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*

[Ορφικό]

Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος
κι εκεί σ’ έβαλα
εκεί να με μαγέψει η κιθάρα σου για να ‘ρθω
κι έπειτα τα μαλλιά σου να μυρίσω
έπειτα η νύχτα
με τα είκοσί της δάχτυλα
να ψηλαφίσει τη σιωπή του κόσμου.

Μα να σε βρω ποτέ μου δεν κατάφερα
με καταβρόχθισε τ’ αχόρταγο το ποίημα.
Μέσα στον Άδη του ξανά το ίδιο ποίημα
και ξανά να γράφω.

*Από τη συλλογή “θα γίνουν ΟΛΑ με τα μάτια ΑΝΟΙΧΤΑ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Leave a comment