Gary Snyder, For all / Για όλους 

on a mid-September morn
fording a stream
barefoot, pants rolled up,
holding boots, pack on,
sunshine, ice in the shallows,
northern Rockies.
Rustle and shimmer of icy creek waters
stones turn underfoot, small and hard as toes
cold nose dripping
singing inside
creek music, heart music,
smell of sun on gravel.
I pledge allegiance
I pledge allegiance to the soil
of Turtle Island,
and to the beings who thereon dwell
one ecosystem
in diversity
under the sun
With joyful interpenetration for all.

Για όλους

Αχ, να είσαι ζωντανός
ένα πρωινό στα μέσα του Σεπτέμβρη
να διασχίζεις ένα ρυάκι
ξυπόλητος, με το παντελόνι σηκωμένο,
κρατώντας τις μπότες, με το σακίδιο,
ηλιοφάνεια, πάγος στα ρηχά,
βόρεια Βραχώδη Όρη.
Το θρόισμα και η λάμψη των παγωμένων νερών
του ρυακιού
οι πέτρες γυρίζουν κάτω από τα πόδια,
μικρές και σκληρές σαν δάχτυλα των ποδιών
κρύα μύτη που στάζει
τραγουδώντας μέσα μου
μουσική του ρυακιού, μουσική της καρδιάς,
μυρωδιά του ήλιου στο χαλίκι.
Ορκίζομαι πίστη
Ορκίζομαι πίστη στο χώμα
του Νησιού Turtle,
και στα όντα που κατοικούν εκεί
ένα οικοσύστημα
στην ποικιλομορφία
κάτω από τον ήλιο
Με χαρούμενη αλληλοδιείσδυση για όλους.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ντίνα Καφίρη, Τρία ποιήματα

Artwork: Jackson Pollock, Unititled (1948)

Αναγέννηση

Λουλούδια άρχισαν να ανθίζουν στο μικρό χωριό μας,
το πρωί που έφτασε εκείνος – εκείνο το λευκό περιστέρι.
Αγαλλιασμένοι, γελάσαμε.
Κι οι καρδιές μας πλημμύρισαν αγάπη.

Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 2008

*

Πόλεμος

Τα φαγωμένα νύχια (της) γδέρνουν το κρανίο,
ευλαβικά αποξέουν δέρμα τραχύ. Αίμα
Κυλά, σαν σκάγια σε χειμωνιάτικο νερό.

καθώς η μέρα γερνά, τα απόβλητά της ταξιδεύουν
στον ποταμό,
ευφραίνοντας διψασμένα χείλη ενός ξεχασμένου χωριού,
όχι μακριά πολύ από το λιόδεντρο όπου στέκεται εκείνη.

Κολωνάκι, Αθήνα, Μάρτιος 2008.

*

Πίστη

Κλάματα νηπίου αντηχούν εν μέσω των κλιτών,
σταγόνες ύδατος αγιασμένου κελαρύζουν
εν μέσω εμβαπτίσεων,
ανοίκεια χέρι το νήπιο υποστηρίζουν,
πλατσούρισμα ιχθύος.
Τα χέρια του ιερέα το ψαλίδι ψαχουλεύουν
για να ψαλιδίσουν τέσσερις τούφες από μαλλιά άκοπα,
σταυρωτά,
Ενώ μάρτυρες εκατό παρόντες στέκουν.

Κολωνάκι, Αθήνα, Μάρτιος 2008.

*Από τη συλλογή “Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2024. Μετάφραση: Νέλλη Μπουραντάνη.

Ευγενία Βάγια, Δύο ποιήματα

Γκουέρνικα

Έρωτα εσύ χασάπη κυβιστή μοντέρ
που διαμελίζεις
εραστές και τους ανασυνθέτει
με επιθυμητικές προτεραιότητες
κοίτα τι τέρας κουβαλώ
μες στην καρδιά μου
Μια στύση κατακόκκινη ένα μάτι
ένα τσουλούφι ένας βόγκος κι ένα χέρι
παλεύουν για την προσοχή μου
συναρμοσμένα σε μια μάζα
και αδικούν
εκείνη τη μικρή ελιά
στη δεξιά ωμοπλάτη
μονίμως έξω απ΄ την εικόνα.

*

Η ρήξη

Ο ποιητής δεν είναι από καλλιέπεια
Ούτε καμμιά ρομαντική ψυχή και λοιπά καθησυχαστικά
προσωπεία
Είναι η ρήξη, η ανεξήγητη
σπάνια βλάβη, το ελάττωμα του μηχανισμού
που αποκρύπτει η διεύθυνση

Σκίζει τη συσκευασία
μέσα από τη συσκευασία.

*Από τη συλλογή “η ρήξη δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2023.

Ευαγγελία Τάτση, Δύο ποιήματα

Η άπειρη ακολουθία της φυγής ΙΙ

Ι

Κάθε φορά
έξω από τούτο το δωμάτιο
υπάρχει κάποιος
που μοιάζει να ‘μαι όπως θα ΄θελα
βγαίνω λοιπόν κι εκείνος είναι πάλι έξω
και βαδίζω διαρκώς προς ένα είδωλο
που δεν έρχεται.

Την έχω πατήσει άσχημα.
Αυτός που ψάχνω είναι μέσα.

ΙΙ

Αλλού είναι εκεί που δεν είμαι.

Να φύγω είναι απόφαση
Να φεύγω είναι το αντίθετο.

Ζω σ’ ένα σπίτι που οι προορισμοί
έρχονται για να μείνουν.

*

Αποδημίες

Ένα σμήνος πουλιά
που έχασε το δρόμο του
βρίσκεται τώρα μέσα στο κεφάλι μου·
άκου, μου λένε
αυτός ο άχρηστος άνεμος
δεν βγάζει πουθενά
έξω δεν έχει βορρά
ούτε και νότο
καλύτερα εδώ στη λιμνοθάλασσα·
ας είναι.

*Από τη συλλογή “Φυτά εσωτερικού χώρου”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022.

Δήμητρα Αγγέλου, από το “Στόμα βροχερό”

θέλω να γίνω .άνθρωπος για σένα
να αναπνέω κανονικά όταν με φιλάς
να είμαι ο κύριος της φωνής μου όταν σου μιλώ
να μπορώ να κοιμάμαι μαζί σου
να ντύνω τα μάτια μου
να μην κρυώνουν όταν δεν με κοιτάς
να είναι η καρδιά μου από αίμα και στη θέση της
να μην κοχλάζει παράνοια στ’ αυτιά

τις καμπάνες, τις καμπάνες σκέψου!

θέλω να γίνω .άνθρωπος για σένα
ναι, το θέλω πολύ

μα φοβάμαι πως αν γίνω
το φεγγάρι δεν θα είναι επικίνδυνο
κι εσύ δεν θα το αγαπάς

*

έκανε τον πεθαμένο στη θάλασσα
εγώ μακροβούτια από κάτω
ήξερε πως δεν είχα αναπνοή
κι εγώ το ήξερα
χτυπούσα το κεφάλι μου στο πιο όμορφο φέρετρο
που ήταν η πλάτη του, οι γλουτοί του, τα χέρια του

ο πεθαμένος μου δεν θα πεθάνει ποτέ

είμαι ευτυχισμένη γιατί το ξέρω
κι επειδή το ξέρω κάνω την ευτυχία μου συντρίμμια
κι επειδή το ξέρω ασελγώ επάνω της

μια μέρα θα τον σκοτώσω
μαζί και τη θάλασσα
για να μην αναπολώ τον πεθαμένο μου
που δεν θα πεθάνει ποτέ

*

είναι το βλέμμα, είναι και η απουσία του
σε κάθε περίπτωση εγώ εκτίω την ποινή του

*

ο τρελός ανακατεύεται με το πλήθος
και σαν επιθανάτια κραυγή φωνάζει
ΕΖΗΣΑ ΕΖΗΣΑ!
το πλήθος σπάει

έχει ήδη συμβεί
βγαίνω στο μπαλκόνι για να δω μόνο το αστέρι
Εξακολουθεί να του γελάει

*“Στόμα βροχερό”, Εκδόσεις Σμίλη, 2023.

Carlos Latorre (1916-1980), Έμπεδη γνώση (Sciencia cierta)

Το ποίημα δεν φτιάχνεται,
εμφανίζεται·
σαν νησάκι αναδύεται που το ξεσκεπάζει σιγά-σιγά η θάλασσα.
Το ποίημα δεν λέει τίποτα απ’ όσα έχουν ήδη λεχθεί,
φωνάζει, μάλλον,
σαν τον μαχαιρωμένο που με αγριότητα ανακατεύει τα σπλάχνα του
το σίδερο.
Το ποίημα δεν τραγουδάει
ούτε μαγεύει ούτε συνεπαίρνει,
μας βουτάει απ΄ το λαιμό σαν τον Τσακ τον Αντεροβγάλτη στον ρόγχο
του συντελεσμένου εγκλήματος της μαύρης του φαντασίας.
Το ποίημα δεν εξηγεί
ούτε αιτιολογεί,
μας υποτάσσει σαν το μεθοκόπι που ξαμολύθηκε μες στ’ άγρια
μεσάνυχτα να πάει στο φουαγιέ
κάποιου μπουρδέλου.
Το ποίημα δεν φτιάχνει φως
ούτε σκοτάδι,
τυφλώνει όμως σαν τον ήλιο σαν τον κοιτάς κατάφατσα.
Το ποίημα είναι δωρεάν σαν κάτι που έτυχε
και είναι συμβιβασμός σαν έγκλημα χωρίς άλλοθι.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον Α’ Τόμο της Ανθολογίας Υπερρεαλιστικών Ποιημάτων, Εκδόσεις, 24 γράμματα, 2024. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Urs Böke, ΑΛΗΤΑΡΧΕΣ (Streckenposten)

Κάποτε ξαπλώναμε στις
σιδηροτροχιές
περιμέναμε μέχρι
να έρθει το τρένο και
το βάζαμε στα πόδια

Ήμασταν δειλοί
φοβόμασταν
τον πόνο και
ήμασταν μόνο λόγια

Νομίζαμε ότι ήμασταν
σκληροί αληθινά
αντράκια ήδη απ’
τα δώδεκα
μισούσαμε τους γονείς μας
το σχολείο
και προπάντων εμάς τους ίδιους

Μόλις πλησίαζαν
τα φώτα της τοπικής
αμαξοστοιχίας αρχίζαμε
να ιδροκοπάμε
λίγο ακόμα και
θα φωνάζαμε τη μαμά μας

Αρκετά έχουν
αλλάξει από τότε

Δεν τριγυρνάμε πια
στους σιδηρόδρομους
ούτε προσβλέπουμε
στον θάνατο

Σήμερα καθόμαστε
σε μια οποιαδήποτε μπάρα
και υποκύπτουμε
σε πιο αργά μαρτύρια
Κι όμως δεν μπορώ
ν’ απαλλαγώ απ’ τον
θόρυβο των τρένων
που έρχονται καταπάνω μου.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, τελυχος 15, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2016. Μετάφραση: Jazra Khaleed.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Atocha

Μέσα στις πενταώροφες είμαστε όλοι ευτυχισμένοι
ξοφλημένο μου ερπετό
και σαν πρωτόπλαστοι σε σεμινάρια κεραμικής
στροβιλιζόμαστε κάθε πρωί
στα βαγόνια
πόσα τζιτζίκια μάς απομένουν εδώ στα νοτιοδυτικά
της αποκριάς και πόσα ρυάκια αυτό το τρίμηνο
θ’ ανταλλάξουμε με ξυράφια
την ώρα που πελαγώνουμε σε μια κουταλιά νερό
κάποιος κομματιάζεται
από μια υποδιαστολή
που τρύπωσε ολέθρια
μες στις συντεταγμένες
μια αδιόρατη κλωστή χωρίζει τον λιμό
απ’ τη διαλειμματική νηστεία
άλλο συνοικέσιο κι αυτό με τη μασκαρεμένη
μεσογειακή
ταραχή μέχρι και τα κομμάτια μας
ως commodities συναλλάσσονται
οι αστραπές
δεν πέφτουν στον βόθρο ποτέ τους
έξω έχει ντάλα Μαδρίτη
μα ετούτος ο Μάρτης
από άλλο Λονδίνο βαστάει
μέσα στις πενταώροφες είμαστε όλοι ευτυχισμένοι
ξοφλημένο μου ερπετό
κι ούτε εσύ ούτε το πλαστικό
δέντρο της γνώσης σου μας τρομάζει
~
Από τη συλλογή “Δίστομο”
(το αγαπημένο μου ποιητικό βιβλίο για φέτος)

*Από τη συλλογή “Δίστομο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025.

Αντώνης Αντωνάκος, Πεθαίνω άρα υπάρχω

Artwork: Roland Topor

Οι ποιητές προστάζουν τον θάνατο να μας κοιτάξει στα μάτια
Λέμε Θάνατος γράφουμε Θάνατος
Αλλά ο θάνατος δεν μας αφορά
Μονάχα νιώθουμε τον σπαταλημένο χρόνο

Τον θησαυρό από χρόνο που ποθήσαμε

Κοντεύει να μας τρελάνει ο χρόνος
Μας θυμώνει ο χρόνος
Όπως τους μελλοθάνατους
Όπως τους θανατοποινίτες
Που ποθούν τον θάνατο το συντομότερο δυνατόν
Ώστε να λυτρωθούν απ’ τον θυμό
Απ’ την αδυναμία να πάρουν το βλέμμα από πάνω του

Αφού η ζωή υπήρξε μια γελαστή μάσκα θανάτου

Μια φάρσα που μας κάνει να συναντιόμαστε κατά λάθος
Στα λόγια που δεν μπορούμε να πούμε
Στις οδύνες που δεν μπορούμε να μοιραστούμε

Δανείζουμε τον εαυτό μας στη ζωή όμως ανήκουμε στον θάνατο

Οι μύγες πεθαίνουν
Τα σκυλιά πεθαίνουν

Τον έρωτα που νόμιζες αληθινό τον διαλύει ο χρόνος που περνά

Όμως μετά τον θάνατο
Μετά το μαύρο του μαύρου
Μονάχα η φωτεινότητα αυτή
Που γέννησε ο έρωτας
Υπάρχει

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://teflon.wordpress.com/2025/03/31/αντώνης-αντωνάκος-πεθαίνω-άρα-υπάρχω/