Τώρα που αρχίζω να συνηθίζω τον εγκλεισμό μου συμφιλιώνομαι με το εγώ και το εσύ. Η ζωή αποκτά άλλο νόημα. Η έξοδος απ’ τον παράδεισο ήρθε πολύ νωρίς. Η κόλαση παραμονεύει. Τίποτα απ’ όσα πίστευες δεν είναι δίχως κόστος. Είσαι στο περίμενε. Οι αποφάσεις πάντα εμπλέκουν και τους άλλους ώσπου να μάθουμε να συμβιώνουμε από τη γέννηση ως το θάνατο με ειλικρίνεια κι αλήθεια. Ο παράδεισος ας περιμένει. Έχουμε δρόμο ακόμα.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα, τίποτα γι’ αυτόν τον πόνο που μ’ έχει εξαντλήσει, όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου, τίποτα για τ’ απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες, που θα με πετάξουνε στην άβυσσο. Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα, που έπρεπε να διασχίσω σαν να ‘ταν ποταμός, με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες, και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια, που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη σαν φρούτο ανοιξιάτικο. Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα, που μ’ έσυρε στον τάφο του πατέρα, που μ’ έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη, που μ’ έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή στα άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας. Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα, για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες, τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο, που σαν πέτρα σκονισμένη κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες μέσα από πολέμους και σαπίλα. Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα, γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα πόδια σου σαν χιόνι.
Τι το κοιτάς με λύπη το σπασμένο σου φτερό. Η Μούσα σου είναι.
*
Δεν ήξερες ακόμη από διάθλαση. Κοίταζες με απορία να σπάνε τα κουπιά μέσα στη θάλασσα. Ήταν η εποχή της άγνοιας. Ένα ταξίδι ατέλειωτο στην έκπληξη.
*
Ο άνθρωπος στο δοιάκι. Ποτέ δεν είδα το πρόσωπό του. Τις νύχτες αράζαμε μεσοπέλαγα. Εκείνος κοιτούσε την άλλη όψη των άστρων. Κι εγώ μάθαινα αλλιώς να βλέπω.
*
“Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο”. Και είχα το ύφος μιας υπόσχεσης για να μη δεις το ψέμα. Έτσι αποχαιρετώ για πάντα. Με πρόσχημα έναν Νοέμβριο.
*Από τη συλλογή “Ημιτελής τοπογραφία”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2024.
τον συναντούσα μικρός κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο στο τραπέζι του πάντα υπήρχε ούζο με μεζέ απολάμβανε τον ήλιο «ευτυχώς, κανένα νέο, καμία φιλοδοξία» μου έλεγε κάθε φορά κι εγώ συνέχιζα τον δρόμο μου στο απογευματινό παιχνίδι καθόταν στο ίδιο μέρος ο ήλιος ήταν πάντα εκεί ώσπου ένα μεσημέρι βρήκα την καρέκλα του άδεια τις γάτες του να με κοιτάζουν και τώρα που ξαναπερνώ από αυτά τα μέρη σκέφτομαι εκείνον κι ένα παιδί να του χαμογελά στις ζεστές μέρες του
Πατρίδα μου είναι η Χάρτα, γλώσσα μου ο αγέρας, θρησκεία άλλη από τον ουρανό δεν τρέφω την ώρα που ανεβαίνω, περνώ τον γαλάζιο κύκλο της σπηλιάς που συννεφολαλιά την είπαν Ζωγράφοι, ποιητές κι ηθοποιοί, ελεύθερα ας καώ στα χέρια τους, στον ήλιο που με περίσσεια άφησαν στο βλέμμα ηλιοβασίλεμα.
*
ΗΛΙΑΚΟΙ
Εκεί πέρα λαμπυρίζει η πόλη στα σημεία, πετά σπίθες μες στη μέρα.
Απέξω αγναντεύουμε την ησυχία της ζωής μας που από κοντά είναι θόρυβος και αστεία.
Με τα πανέρια μας γεμάτα σηκωνόμαστε για αλλού από το τραπέζι.
Περίμενες, άραγε, να είναι αισθητικά αντικείμενα οι ηλιακοί;
Τους δόθηκε η ευκαιρία, μια εξ αποστάσεως στο φως ανασυγκρότηση.
*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2024.
Τον νήστεψα πολύ τον έρωτα γιατί πολύ τον πίστεψα.
Αν είναι κάτι ν’ αποστερηθείς, λέω πως αξία πιο πολύ του δίνεται όταν αποστερείσαι ό,τι το πιο πολύ αγάπησες.
*
ΤΟ ΦΙΛΙ
Εκείνο το φιλί το πρώτο μας φιλί ένας κόσμος ολόκληρος
δικός μου ολόκληρος ο κόσμος· ο κόσμος μου ολόκληρος δικός σου.
*
ΕΝΤΡΟΠΙΑ
Λιμάνι πιάσαν ηβικό εδώδιμες χαρές χόρτασαν -χάδια, δαγκωματιές, φιλήματα- πάνω στο ιδρωμένο της αυγής χορτάρι· με άρτια πέσαν τα νυχτέρια τους κατάσαρκα άρμενα γίναν κι ανοιχτήκαν μεσοπέλαγα -σ’ αρχέγονα νερά παρασυρθήκαν.
Στα όνειρά μας όλα επιτρέπονται.
*Από τη συλλογή “Έτσι ελάχιστη”, Εκδόσεις Τύρφη, 2024.
Ξεπέφτουν η σειρά τους στη θηλαστική ιεραρχία του αίματος και ο γκρεμός κερδίζεται σειρά σπάζοντας νόμισμα στα δανειστήρια «μα η ζώνη πίσω απ’ το Ποτάμι είναι βαρέλι με πυρίτιδα» και αποδώ ξεπήδησαν ανήλικοι χαφιέδες του ’50 και υποθηκεύτηκαν τρεις γέννες εξουσία στην παραφορά που σκάβεται σκουλήκι ώς το λάφυρο «γιάγμα» ξέρουν και ξέρουμε από σπλάχνα: είμαστε δύσκολη ράτσα δώδεκα σφαίρες στο κατέβασμα «χτυπάτε Σαμαρκάντ και νότια» σέρνοντας «γιάγμα» από κραυγή το σκύβαλο πένθος του φονιά ή μένος που τρέμεται εξίσου: κάθε ουρανό και Δεκέμβρη χάνουμε τα πάντα για τελευταία φορά
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Βόρεια/Βορειοανατολικά τεύχος 7.