Μαρίνα Χατζηκυριάκου, Ιστορία

J-182

J-182


 
Χωρίζονται οι καρδιές και τα κορμιά
Σφαλίζουν  οι ματιές
τα λόγια πέφτουν στο πηγάδι
κι ύστερα, σηκώνουν το κεφάλι
με τα αόρατα κλάματα
κοιτούν εκστατικά κατάματα ένα ψέμα
και διατείνονται
διαφορές κι ανείπωτα
κι ούτε ένας δεν τολμά να μολογήσει
πόσο άδεια είναι η καρδιά του
για να υπάρξει
σε μιας άλλης καρδιάς τον ήχο
δίπλα
να σταθεί
και να πετάξει!
 
Κι ύστερα απορούμε γιατί γράφεται η ιστορία μας
ανάμεσα σε δυο πολέμους
σε μύριους ξεριζωμούς
σε αιφνίδιους ξεσηκωμούς
κι άδικους θανάτους.
 

Νεκταρία Μαραγιάννη, Θραύσματα ανθρώπων

13216290573_484b66124b_z

α. τα παντζούρια να κρύβουν τον ήλιο
κι εκείνοι δεσμώτες ενός μάταιου αύριο

β.
καρέκλες παραταγμένες σε τραπεζάκια
φαινομενικής κοινωνικοποίησης

γ.
πόρτες ντυμένες με ονόματα
απρόσωπης εξυπηρέτησης

δ.
ψίθυροι εισβάλουν στον άνεμο
ρυπαίνοντας την καθημερινότητα

ε.
πρόσωπα βαδίζουν απρόσωπα
σπασμωδικά κινούμενα

στ. παλάμες περπατούν την ημέρα
πλάθοντας το σκοτάδι

ζ. λέξεις αντιτιθέμενες του βλέμματος προέλευσης

Σύνοψη: πτώση και θρυμμάτισμα φύλλων

Νέττα

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Μεταναστευτικά πουλιά

Screen+Shot+2015-04-25+at+9.05.43+PM

πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο
αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
-εξάνθημα η φιλοξενία
μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα
είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο
το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν
τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές
το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ’ έναν
κοκκινο
λαίμη

*Ποίημα και φωτογραφία τα πήραμε από το ιστολόγιο του ‘Εντευκτηρίου”.

Τάσος Πορφύρης, Νεμέρτσκα, Ποιήματα 1961-2011, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2013

Tasos_Porfyris_Nemertska

Γιάννης Παπακώστας

Ο Τάσος Πορφύρης, γνωστός, χρόνια τώρα, και από τον κύκλο των «Σημειώσεων» και τακτικός συνομιλητής του Βύρωνα Λεοντάρη, συγκέντρωσε σε έναν τόμο την ποιητική του παραγωγή πενήντα χρόνων με τον εμβληματικό τίτλο Νεμέρτσκα, όπου περιλαμβάνονται και οι έως πρόσφατα ευσύνοπτες συλλογές: Το εγκαταλειμμένο σπίτι, Τοπίο, Τα λαβωμένα και άλλες. Νεμέρτσκα είναι το βουνό της ιδιαίτερης πατρίδας του στo Πωγώνι της Ηπείρου. Το βουνό που τον συνδέει με τα πατρογονικά χώματα, με το σπίτι του, και παράλληλα συνιστά βίωμα και σύμβολο μαζί. Πηγή απ’ όπου αρδεύεται ζωογόνους χυμούς.

Ο Πορφύρης, μεταπλάθοντας ποιητικά τα υλικά της ιδιαίτερης πατρίδας του, το νερό, τον αέρα, το βράχο, την αετοφωλιά, τα σύννεφα, ψυχή όλα τούτα της Νεμέρτσκας του και βέβαια και του πατρικού σπιτιού του, ούτε που σκέφτηκε, προς τι άλλωστε, ότι θα μπορούσε να του αποδοθεί μια κάποια τάση προς μια παραδοσιακή θεματολογία. Απόκλιση, δηλαδή, από το νεοτερικό και το μοντέρνο.

Το αντίθετο μάλιστα. Από τις βαθιές ρίζες ξέρει και παραξέρει να αντλεί και να απομυζά το γνήσιο και πρωτότυπο και επίσης να συμπλέκει άνετα και ευέλικτα το παραδοσιακό με το μοντέρνο και να διαχειρίζεται εύστοχα τα εκφραστικά του μέσα. Ο κρουνός της ποιητικής του ευφορίας τον οδηγεί σε έναν αβίαστο, γνήσιο τρόπο έκφρασης, και σε μια ολομέτωπη συνομιλία με το τοπίο του τοπίου του με πλήθος άλλες συνυποδηλώσεις. Και κυρίως η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, το νηφάλιο ύφος, χωρίς στόμφο και εκφραστικές εκζητήσεις. Η αίσθηση της αγάπης, της θλίψης, της μοναξιάς και τόσα άλλα συμπυκνώνονται στο πρώτο κιόλας ποίημα με τον τίτλο «Και Συ Ποίηση».

Ποίημα δηλωτικό για τον άμεσο τρόπο έκφρασης και συμπύκνωσης των συναισθημάτων του, ενώ παράλληλα διαπερνά το στίχο του και η έντονα αφυπνισμένη κοινωνική του συνείδηση, βασικό στοιχείο της ποίησης του Πορφύρη. Έχουμε έτσι μια συναίρεση ψυχικών εντάσεων και αντιφάσεων με έντονη την προβολή του κοινωνικού στοιχείου:

Θλίψη σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο λυγμούς
χαρά που σε βγάζουν περίπατο βαθειές ανάσες
μοναξιά ξεχασμένη στη γωνιά μιας πολύβουης σάλας
τρομοκρατημένη από τα χειροκροτήματα
αγωνία μου συγκεντρωμένη στην έξοδο της κάννης
του ντουφεκιού της νύχτας
ανησυχία ξαγρυπνισμένο καντήλι
στον ύπνο των πουλιών
και συ ποίηση ευλογημένη επανάσταση στο αίμα μου
πολύτιμο κλειδί για τις καρδιές του κόσμου.

Continue reading →

Lawrence Ferlinghetti, Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου!

ferlinghetti

Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
ν’ ακούν και να βλέπουν
να αισθάνονται και να νοούν
να γελούν και να χορεύουν
να τραγουδούν και να μιλούν
ατέλειωτα απογεύματα και βράδια
αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
……………………………………………..
Ατέλειωτες οι μάχες του καλού και του κακού
τα χτυπήματα της μοίρας κι οι εκτροπές του μίσους
ατέλειωτα λάθη και αποτυχίες της τελικής έκρηξης
σ’ ατέλειωτες κλιμακωτές αντιδράσεις
…………………………………………………………………
Και γι ‘αυτό τέλος δεν έχουν
οι πύλες της γνώσης
κι οι καταρράχτες του φωτός
στα αιθέρια ύψη του ανθρωπίνου πνεύματος
στο διάστημα μέσα μας
στα Άμστερνταμ του Γιν και Γιαν
Ατέλειωτα Ρουμπαγιάτ κι ατέλειωτες μακαριότητες
……………………………………………………………………
Τις τελευταίες μέρες της Αλεξάνδρειας
Μια μέρα πριν το βατερλώ
ο χορός εξακολουθεί
υπάρχει εδώ ένας ήχος ήχος ονείρου μέσα στη νύχτα.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ωδή στον φίλο ενός περιπλανώμενου

80ed9081-5f96-4cc7-9797-f15c72367556_tostorm7

Τον χειμώνα, στην Αθήνα,
ένας άνθρωπος έχει αποκοιμηθεί
και μόνο η παλάμη είναι έξω απ’ την κουβέρτα
και η παλάμη, μισάνοιχτη, περιμένει, ελπίζει.

Το καλοκαίρι, στη Θεσσαλονίκη,
η πλάτη του είναι γυρισμένη στους περαστικούς
μόνο το κουτάκι κοιτάζει τους περαστικούς˙
το πρόσωπο, ντροπιασμένο, προσεύχεται στους κάδους.

Όταν επιστρέψω Αθήνα, θα τον δω πάλι με την παλάμη μισάνοιχτη.
Και στον σταθμό της Νάπολης, θα έχει φτάσει πριν από μένα.
Και στη Νέα Υόρκη, θ’ ακούω το καρότσι του να τρίζει.

Θα τον δω να κάνει έρωτα μέσα από ξεχασμένα βιβλία
να ψάχνει για θαύματα πίσω από εστιατόρια
να επενδύει το κεφάλαιο του σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.

Ο ταπεινωμένος άνθρωπος
με υποδέχεται όπου κι αν περπατήσω.

Μακάριοι όσοι έχουν δει
έστω μια φορά
το χρώμα των ματιών του.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Βάσσος Γεώργας, επειδή δεν είπαμε τίποτα πλέον μπορούμε να τα πούμε όλα

11206002_10204204586690736_2662711326952044072_n

αθώος στη λαχτάρα του
που ξενυχτά ξαναβλέποντας
την αταλάντη του βιγκό
και αντί να συγκινείται
από το θαύμα της νομικής
επιστήμης και το χάος
που επικρατεί κάθε μέρα
στα δικαστήρια της ευελπίδων
στη φαντασία του τρέχει έρωτας
βαθύ ποτάμι που τον παρασύρει
να το διασχίσει με ποταμόπλοιο
να πνίξει στο βυθό του
το θολό σπαραγμό
του κλειδωμένου μέσα του
κόσμου ένοχος όπως σαλιώνει
τσαλακωμένο χαρτονόμισμα
και το κολλάει στο καθαρό
μέτωπο του βιολιτζή
εξαγοράζοντας ένα ημίχρονο
στη παράταση προτού πηδήσει
με ανοικτά χέρια σαν χαρταετός
ψηλά απ΄τον έκτο όροφο
με ένα τραγούδι σαν ασπασμό
που μέσες άκρες να λέει
φύλαξε λίγο ζεστό νερό
μέσα στα δύο σου μάτια
κολυμπήθρα να έρχομαι
τα βράδια στο όνομά σου
για να βαφτίζομαι πόσο ωραίες είναι
σήμερα οι βουβές ταινίες
και πόσο αστείες μου μοιάζουν
όταν κλαίνε οι πρωταγωνιστές
αλλά αν είμαι ό,τι είσαι
και αν το άσπρο στο τέλος
με κερδίζει
ενώ το μαύρο με χάνει
τότε τι χρώμα πρέπει έχει το αίμα
που τρέχει σε κάθε μου ποίημα
για τη καρδιά της αταλάντης;

Αλέξης Τραϊανός, Ελληνικό καλοκαίρι 1967 μ.Χ.

Ο ήλιος πάντα ο ήλιος
Και η καρδιά του που σε πυρπόλησε
Όλο το μεσημέρι
Διαβάζοντας αμετανόητα
Τα ωροσκόπια εποχών
Που σ’ ανταμώνουνε τις άσπρες νύχτες
Τα φάσματα ετοιμάζει
Στις επιφάνειες του μαρμάρου
Την πρώτη ορμή ξυπνώντας

– – –

Σε κρίνα που πετρώσανε
Από την άλλη κατεύθυνση τ’ ανέμου
Τη διαστολή του νερού
Ή την τελετή στο κάτω-κάτω
Που κυκλώνεται μέσα στο χρόνιο
Και μένει το κενό
Που δεν γεμίζει πια

– – –

Και μένει το κενό
Κ’ ένα σωρό σπασμένα πράγματα
Τ’ αγγίζεις στη σιωπή
Που κύλησε στο αίμα
Και το ξεπέρασε
Χωρίς συνοχή
Χωρίς την πρώτη κίνηση

– – –

Και μένει το κενό
Και των σωμάτων η παληά ακρίβεια
Αναλωμένη σ’ υστερόγραφα
Εγχρώμων κάρτ-ποστάλ
Κι αρνητικά φακών
Που ξεψυχάνε στα υπαίθρια αναψυκτήρια
Των θερινών ερώτων
Σιγά-σιγά
Όπως οι μέρες μας στ’ αναρρωτήρια
Της ποίησης ετακομίζουν
Σιγά-σιγά

– – –

Και μένει το Κενό
Και μένει άδειος ο ουρανός
Από πουλιά και σύννεφα
Και σύνθετες εικόνες.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014, ως μέρος αφιερώματος στον Αλέξη Τραϊανό (σελ. 132-133).

Αντώνης Ζέρβας, Μες στα πολλά ναι

Έργο του Max Ernst

Έργο του Max Ernst

Ὄχι κύριε, δὲν μ᾽ ἀρέσουν τὰ τραγούδια σας
κι ἂς πουλᾶνε σὰν πραλίνες Βρυξελλῶν.
Προτιμῶ τὶς ψαλμωδίες μιᾶς παλιᾶς θρησκείας
ποὺ σὲ κάνουν νὰ λυγίζεις γόνατα καὶ ράχη,
ἔστω κι ἂν ἡ πίστη ἔχει ξεραθεῖ μέσα στὰ ὀστᾶ σου.
Προτιμάω τοὺς ἐνθουσιαστικοὺς παιάνες
μ᾽ ὅλες τὶς αἱματοχυσίες ποὺ δὲν βγάζουν πουθενά.
Προτιμάω τὴν πασχαλινὴ στριγγλιά:
L᾽ hanno ammazzato* καὶ τὸν θρῆνο τοῦ Ἱσπανοῦ μὲς στὴν ἀρένα.
Προτιμῶ αὐτὸ τὸ νυχτοπούλι, σὰν ἀνοίγω λίγο
νά ᾽μπει ὁ ἀέρας καὶ νὰ μοῦ θυμίσει
ὅτι πρέπει νὰ ξανακαπνίσω, ἂν δὲν θέλω νὰ μοῦ στρίψει
κάτω ἀπὸ τὰ μουσικὰ νταβάνια τῆς αὐτόματης ψυχῆς.

*Από τη συλλογή “Ὠδὲς καὶ σχόλια” (2006) και εδώ από τη Μικρή Ανθολογία των Συλλογών 1983-2010, εκδ. Στίγμα Λόγου, Ἰούνιος 2014
http://stigmalogou.blogspot.com

Μίλτος Σαχτούρης, Κάτι επικίνδυνα κομμάτια

saxtouris

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του ο Θεός
Άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν τα πουλάνε τ’ αγοράζουν
Εγώ δεν τα πουλώ.
Οι άνθρωποι τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε άλλοι προσπερνάνε
Εγώ δεν τα πουλώ.