αθώος στη λαχτάρα του
που ξενυχτά ξαναβλέποντας
την αταλάντη του βιγκό
και αντί να συγκινείται
από το θαύμα της νομικής
επιστήμης και το χάος
που επικρατεί κάθε μέρα
στα δικαστήρια της ευελπίδων
στη φαντασία του τρέχει έρωτας
βαθύ ποτάμι που τον παρασύρει
να το διασχίσει με ποταμόπλοιο
να πνίξει στο βυθό του
το θολό σπαραγμό
του κλειδωμένου μέσα του
κόσμου ένοχος όπως σαλιώνει
τσαλακωμένο χαρτονόμισμα
και το κολλάει στο καθαρό
μέτωπο του βιολιτζή
εξαγοράζοντας ένα ημίχρονο
στη παράταση προτού πηδήσει
με ανοικτά χέρια σαν χαρταετός
ψηλά απ΄τον έκτο όροφο
με ένα τραγούδι σαν ασπασμό
που μέσες άκρες να λέει
φύλαξε λίγο ζεστό νερό
μέσα στα δύο σου μάτια
κολυμπήθρα να έρχομαι
τα βράδια στο όνομά σου
για να βαφτίζομαι πόσο ωραίες είναι
σήμερα οι βουβές ταινίες
και πόσο αστείες μου μοιάζουν
όταν κλαίνε οι πρωταγωνιστές
αλλά αν είμαι ό,τι είσαι
και αν το άσπρο στο τέλος
με κερδίζει
ενώ το μαύρο με χάνει
τότε τι χρώμα πρέπει έχει το αίμα
που τρέχει σε κάθε μου ποίημα
για τη καρδιά της αταλάντης;
