Βάσσος Γεώργας, επειδή δεν είπαμε τίποτα πλέον μπορούμε να τα πούμε όλα

11206002_10204204586690736_2662711326952044072_n

αθώος στη λαχτάρα του
που ξενυχτά ξαναβλέποντας
την αταλάντη του βιγκό
και αντί να συγκινείται
από το θαύμα της νομικής
επιστήμης και το χάος
που επικρατεί κάθε μέρα
στα δικαστήρια της ευελπίδων
στη φαντασία του τρέχει έρωτας
βαθύ ποτάμι που τον παρασύρει
να το διασχίσει με ποταμόπλοιο
να πνίξει στο βυθό του
το θολό σπαραγμό
του κλειδωμένου μέσα του
κόσμου ένοχος όπως σαλιώνει
τσαλακωμένο χαρτονόμισμα
και το κολλάει στο καθαρό
μέτωπο του βιολιτζή
εξαγοράζοντας ένα ημίχρονο
στη παράταση προτού πηδήσει
με ανοικτά χέρια σαν χαρταετός
ψηλά απ΄τον έκτο όροφο
με ένα τραγούδι σαν ασπασμό
που μέσες άκρες να λέει
φύλαξε λίγο ζεστό νερό
μέσα στα δύο σου μάτια
κολυμπήθρα να έρχομαι
τα βράδια στο όνομά σου
για να βαφτίζομαι πόσο ωραίες είναι
σήμερα οι βουβές ταινίες
και πόσο αστείες μου μοιάζουν
όταν κλαίνε οι πρωταγωνιστές
αλλά αν είμαι ό,τι είσαι
και αν το άσπρο στο τέλος
με κερδίζει
ενώ το μαύρο με χάνει
τότε τι χρώμα πρέπει έχει το αίμα
που τρέχει σε κάθε μου ποίημα
για τη καρδιά της αταλάντης;

Leave a comment