Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), A lake within a lake / Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

At West Lake there is a Lake
Within a lake.
We reach the island,
Where lotus plants cover the calm waters.
Where water lilies
Settle daintily on their water stems.
Carps break the water
With open mouths
In anticipation of falling crumbs.

The bridge across the island
Zig-zags its way
To confuse demons,
Who need straight paths
To satisfy their evil intent.

Moon pagodas
Stand in the outer lake,
Awaiting the arrival of the full moon,
To record its reflection,
In the water.

Then,
The boat carries us away,
From the peace,
The harmony,
And tranquillity,
That is West Lake.

Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

Στις Δυτικές Λίμνες υπάρχει μια λίμνη
Μέσα σε μια λίμνη.
Φτάνουμε στο νησί.
Όπου τα φυτά του λωτού καλύπτουν τα ήρεμα νερά.
Όπου τα νούφαρα
Κάθονται κομψά στους υδάτινους μίσχους τους.
Κυπρίνοι διασχίζουν το νερό
Με ανοιχτά στόματα
Σε αναζήτηση των πεσμένων ψίχουλων.

Η γέφυρα κατά μήκος του νησιού
Πάει πέρα δώθε στο δρόμο της
Για να μπερδεύει τους δαίμονες,
Που χρειάζονται ίσια μονοπάτια
Για να ικανοποιήσουν τους πονηρούς τους σκοπούς.

Φεγγαρένιες παγίδες
Στέκονται στ’ ανοιχτά της λίμνης,
Περιμένοντας την άφιξη της πανσελήνου,
Για να καταγράψουν την αντανάκλασή της,
Πάνω στο νερό.

Τότε,
Η βάρκα μα μεταφέρει μακριά,
Απ΄την ησυχία.
Την αρμονία,
Και τη γαλήνη
Αυτές είναι οι Δυτικές Λίμνες

Χανγκζού (Κίνα), 25 Σεπτεμβρίου 1984

*Η Oodgeroo Noonuccal ήταν πολιτική αγωνίστρια και έδωσε μάχες για τα δικαιώματα των ιθαγενών. Ήταν η πρώτη ιθαγενης ποιήτρια που τύπωσε ποιητικη συλλογή στην Αυστραλία.
**Το μεταφρασμένο στα ελληνικά ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κουκούτσι”, αλλά δεν διαθέτουμε ολόκληρο το περιοδικό για να παραθέσουμε μεταφραστή, αριθμό τεύχους και ημερομηνία έκδοσης.

Oodgeroo Noonuccal (1920-1993),

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Ποιήματα

επίσκεψη ενός θανάτου

η μήδεια σκεύος
παίζει ρακέτες
οι αναμνήσεις
άυλο κρατούν καθρέφτη

χλοΐζουν τον μύθο

μαγιάτικο απόγευμα
με ουράνιο τόξο
δες που υγραίνει άλλοθι
το επέκεινα των ματιών σου

*

εσπερινό μεγάλης εβδομάδας

του υδατοφιλοδίτη

ο ήλιος θώπευε
τη νόηση του κόσμου
Αλίμου όταν στη βραγιά
με ‘μύγδαλα και βότσαλα
με τριαντάφυλλα μολύβια

το άρωμα της μνήμης σου νοστάλγησε
η αγριοπεριστέρα σου – η Κίρκη, όχι –
Οδυσσέα

*

αγωγή ποιήματος

του Αντρέα Γ.

του τίποτε με αθροίσματα
εάν καιρός
στεγνώσει την ψυχή
χωρίς το στέμμα της
χρυσάλμυρο γίνεται
ημέρα να απαστράπτει θάλποος

*

αθέατο Καππαδοκίας

εγκρούει λάβα
ο κρίνος Αύγουστος

της άμμου

εσένα μνήμη
ο ανατοπισμός λογίζεται
και ο κόσμος όλος πάμφτωχος
-όσα τα λάθη του-
στην οκαρίνα μες του φεγγαριού

*

Sirin

αστροκοιμάται
το ύφασμα εκείνο

Και όνειρο
άυλο νούφαρο
‘ς τα βλέφαρα, Κερέμ

οι στάχτες ανασαίνουν

*

να σ’ έλεγαν τάχα Ευτυχία;

στο λεωφορείο του Φαλήρου
κορίτσι του μεσημεριού
τα βλέφαρα χυτά
υπάργυρες κλωστές και χαίτη πορφυρή
από τη στάση
να σου μιλήσει θέλησε
από τον βήχα ότι και τον πυρετό
“η θέασή σου με θεράπευσε” …
μα ως δεν του αρέσουν οι ακροατές
γραφίδα ευλογημένη άγγιξε

μπροστά σου –

*

στήλη ανταπρόκρισης

ποίησι
φίλοι
που γύμνωσαν γεράματα
στίξι
διευθυντές συμβούλους
κορίτσια που σας σκίρτησε
θαλερή ταπεινότητα
η προπατορική βροχή
αγόρια σε ανάμνησι τροχιάς
με βιογραφικά και αιτήσεις αγοράς
θα νέμεται εάν μέλλει να σωθεί
ποίησι
παλμός δεκατριάρι
βραβείο κρατικό

-πάγος γηπέδου καθώς σπάει
λησμονημένη πολιτεία-

ποίησι
ήχος γαρδένιας
και φύσημα γαλάζιο
λέξεις σκαμμένες
αλμυρωμένες
μια θέσι ανάμεσά τους μου κρατάς
για εκείνα τα παλαίτατα, όπως τα λεν

αισθήματα

ή μήπως κυρ Ποτέ
ανθρώπων μαχαιριές ‘ς την ερημιά;

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, τεύχος 126, Απρίλιος-Ιούνιος 2007.

Δημήτρης Κωνσταντινίδης, Το κλάμα των παιδιών 

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Καν’ τα να σωπάσουν
Καν’ τα να σκάσουν
Δεν μου αρέσει η θρησκεία τους
Καν’ τα να ματώσουν
Δεν θέλω να μεγαλώσουν, θα γίνουν σαν τους άλλους
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών,
των δικών τους παιδιών
Πόσο μ’ αρέσει η αίσθηση του κρύου σίδερου
που πετάγεται από τον ουρανό και γίνεται θάνατος
Ρίξτε απ’ αυτά, έχουμε πολλά απ’ αυτά,
κοιτά πόσο όμορφα πετάνε στον ουρανό
Ρίξτε κι άλλα
Έχει τόσο ωραία γεύση το αίμα τους,
αυτή την αλκαλική γεύση του σίδερου
Θέλω να κάνουμε ποτάμια από αίμα,
από το δικό τους αίμα και να κολυμπάμε
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Είναι άλλο από το κλάμα των δικών μας παιδιών
Ας χαθούν όλα σε μια νύχτα
Ας σκάσουν για πάντα
Θέλω να βλέπω πτώματα και αίμα παντού
Ένα χέρι εδώ ένα πόδι εκεί
Πορτοκαλί σωσίβια με ψόφια κουφάρια
που τα τρώνε τα ψάρια
Κοίτα πόσο καλή δουλειά κάνει τούτο το κρύο σίδερο.

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
των δικών μου παιδιών.
Σπαράζει η καρδιά μου όταν κλαίνε
Θέλω να τα δω να μεγαλώνουν
Θέλω να πεθάνω πρώτος
Να φοράνε ζεστά ρούχα το χειμώνα
Θέλω να φοράνε καλά παπούτσια για τα πόδια τους

Θέλω να μπορώ να τα ταΐσω
Να τους ξεκοκαλίζω το ψάρι
μην τα τρυπήσει κανένα κόκαλο και πονέσουν
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών
Θέλω να τρέχουν ανέμελα στις παραλίες,
Να φοράνε πάντα αντιηλιακό και να κάθονται στη σκιά
να παίζουν στην άμμο και να χτίζουν πύργους
Θέλω να τα δω ευτυχισμένα, δίχως έγνοιες να χαμογελάνε.
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών.

*Από τη συλλογή “Απώλειες για έναν χαμένο παράδεισο”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025. Το ποίημα προηγουμένως δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/05/01/το-κλάμα-των-παιδιών-δημήτρης-κωνσταν/

Μαρία Κασσιανή -Πανούτσου, Ο λύκος που δεν ήταν λύκος και η κοκκινοσκουφίτσα που δεν ήταν Κοκκινοσκουφίτσα

Στο δάσος, στο δάσος.
Τον δικό της λύκο αναζητά,
με πρόσχημα,
την τρυφερή γιαγιά
η Κοκκινοσκουφίτσα.
Πιο πέρα,
στην ακροθαλασσιά,
ένα ζευγάρι —
το τελευταίο του αιώνα —
βρέχει το πρόσωπό του.
Η φύση,
μάρτυρας αθέλητος
τους ευλογεί-
και εξιστορεί στιγμές
Μυσταγωγικές.
Κρυμμένη
στα ψηλά βουνά,
στο δάσος,
η Κοκκινοσκουφίτσα
τόσο μικρή, μα τόσο,
αδειάζει το πανέρι της
απ’ τα καλούδια.
Με πέτρες το γεμίζει
μητ΄ άνεμος,
μήτε πουλιά, την κλέψουν.
Και σαν αργοφαίνεται
το σπίτι της γιαγιάς,
η Κοκκινοσκουφίτσα,
χαμογελά παράξενα.
Κι’ ο κυκλικός χορός αρχίζει
των νυμφών.
Μαζί κι΄ ο στίχος,
«Δέξου με ως σύψυχη ανάταση…»
που ευήκοος φτάνει-
πέρα από τα πυκνά φυλλώματα.



Ana Paula de Oliveira, Το μαύρο σώμα μου και άλλα ποιήματα

Το μαύρο σώμα μου πουλήθηκε
Με κάνανε μουλάτα
Τρόπαιο σεξουαλικό της πατρίδας που έγινε δική μου
Μεγάλος πισινός
Πόδια γερά
Στητό κορμί
Στο χρώμα της αμαρτίας…
Είμαι γυναίκα για να ικανοποιώ
τον άντρα τον λευκό
να ξανάρθει στη Βραζιλία
Να ερωτευτώ; Να παντρευτώ; Λένε ότι δεν είναι για μένα
Λένε πως το χρώμα του δέρματός μου επιτάσσει
πώς ο ΄άντρας πρέπει να μου φερθεί…
Να σπουδάσω; Γυναίκα μαύρη:
Όχι!
Πρέπει να αναθρέψω μόνη το παιδί
ήδη απ’ τη μήτρα παρατημένο!
Όχι!
Άλλο πια δεν θ ανεχτούμε!
Γυναίκα μαύρη, ξεσηκώσου!
Μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε
Είμαστε οι κόρες της Αφρικής
Κόρες της Dandara!

*

Jairo Pinto, Άλλες θάλασσες

Δεν φτάσαμε εδώ απ’ τον Ειρηνικό
Το αίμα μας δεν πλύθηκε απ’ τα νερά του
Οι πληγές μας δεν γιατρεύτηκαν απ’ τ’ αλάτι του
Ο ωκεανός του πόνου μας δεν είναι ειρηνικός

*

Fabricia de Jesus, Έγινα παλίρροια

Κοιτάξω τη ζωή και βλέπω την παλίρροια.
Μυστικά,
Ερχομοί κι αποχωρισμοί
Θόρυβος πλοίου που μπατάρει.
Να τη νιώσω προσπαθώ
Καθώς πιάνεται απ΄την πίστη.
Εκεί που μοιάζει ήμερη
Εκεί μ’ αρπάζει και μ’ αφήνει.
Αλήθειες ξεχασμένες
Η μοίρα μου ένα κενό
Πότε θα γίνω καπετάνιοσ;
Το λιμάνι μου παραμένει μακρινό,
Έτσι τη ζωή κατανοώ
Ωραία κι απροσδιόριστη
Καθώς έγινα παλίρροια.

*
Flora Regina – Sandro Sussuarana, Μάτια Λιβιδικά

Το κρεβάτι μάς συκοφαντεί
Αντηχεί στη λάσπη
Τη λίμπιντο τοκίζει
Τρελαίνει και καρατομεί
Καυχιέται μπλεγμένο μες σε ογκώδη σκέλια
Ενδίδει σε εχθρικές απολαύσεις
Η παρθένα Μινέρβα
Ζεστό ιδρώτα προκαλεί
Εμείς ρυάκια γυμνά σε χαραγμένη ρότα
Το στόμα σου σπείρει έμφυτους οργασμούς
Πηγές που αλυχτούν από αμαρτίες χλωμές
Τα μάτια μου πεινασμένα καταβροχθίζουν το σώμα σου
Η λαχτάρα που σου έχω
με μπάζει στο παιχνίδι
Από πάνω
Από μέσα
Από κάθε στιγμή
Ατέλειωτων ανακαλύψεων
Κάτι νέο, ένα όλον
Χωρίς χρόνο ή βαβούρα
Μόνο ρυθμό και οσμή
Περιπλάνηση των δαχτύλων
Το σώμα χαλαρωμένο
Ιδρώτας κι ανάσα κοφτή
Το κρεβάτι είμαστε εμείς
Σ’ έναν οργασμό ατελείωτο

*

Andreia Cairo, Εδώ βρίσκεται…

Μια γυναίκα μαύρη, που έζησε χωρίς να είναι ολόκληρη
Σκεπτόμενη ότι τίποτα δεν μπορούσε
Μιας και της το έμαθε η μεγάλη πλειοψηφία ότι δεν μπορούσε…
Δεν μπορούσε να φοράει κραγιόν κόκκινο
Δεν μπορούσε να φοράει ρούχα πολύχρωμα, μένουν κακοτυχία
Δεν μπορούσε να βάφει τα μαλλιά της, ιδίως κόκκινα, θα ήταν μια αηδία
Καμία αηδία!
Αυτή η κακία έπρεπε απ΄ τη ρίζα να κοπεί, απ’ τους γονείς της νεαρής
Που ο χρόνος σμίλεψε κι η ζωή έπλασε και σήμερα γνωρίζει ότι όλα τα μπορεί
και ο υπόλοιπος κόσμος να πάει να εκραγεί
εδώ βρίσκεται αυτή η γυναίκα η κοινή

*

Breno Silva, Φαβέλα

Είναι οι στέγες σηκωμένες στο ανακάτεμα
του τσιμέντου με τον ιδρώτα
όλες μαζί σε σύνολο
στην ίδια αναλογία
σφιχτοδεμένες και περίπλοκες
στενά, περάσματα, ανηφοριές και σκάλες
αδιαχώριστα!
πάντα με την ίδια ουσία και παρουσία,
όλες στον ίδιο αγώνα, στο ίδιο σκηνικό
σε αφθονία τα λουλούδια της γειτονιάς
η γυμνή οροφή και ο σοβάς
για κάποιους αρχιτεκτονική
για άλλους μπελάς
όπου και να κοιτάξεις θα δεις ένα κομμάτι της
ένας κράχτης, ένας πλανόδιος πωλητής
μες στο λεωφορείο ή στο φανάρι

η φαβέλα είναι αναπόφευκτη

*

Jordan Vilas Boas, Πράξη!

Άσε με να σε διαβάσω
Από πάνω μέχρι κάτω
Να σε διαβάσω σε Μπράιγ
Σε γλώσσες
Τη μια πιο υγρή απ’ την άλλη
Καθώς η ηχώ πλανάται
Κι έρχεται η κορύφωση

*

Monique Viana, Σωματοποίηση

Συγκέντρωση, προβολές και φως
το σώμα δείχνει
Φωνάζει η ψυχή
Ξεφυσάει
ερμηνεύει
τεντώνει.

Πάλκο για το ρεσιτάλ
Έγινα
Ποίημα απτό
Χαρτόνι και μελάνι
Τελεία και κόμμα
Είμαι ρήμα
Άκλιτο

Αντανακλώ!
Όχι μόνο το φως
Υπάρχω και νιώθω.
Στους λίγους που διαβάζουν:
Είναι φλόγα
Αναφήγητη
Ποίημα γραμμένο
Σε (ανά)μετάφραση.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Βόρεια Βορειανατολικά”. Επιλογή, επιμέλεια, μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

Philip Levine, Ask for Nothing / Μη Ζητάς Τίποτα

Instead walk alone in the evening
heading out of town toward the fields
asleep under a darkening sky;
the dust risen from your steps transforms
itself into a golden rain fallen
earthward as a gift from no known god.
The plane trees along the canal bank,
the few valley poplars, hold their breath
as you cross the wooden bridge that leads
nowhere you haven’t been, for this walk
repeats itself once or more a day.
That is why in the distance you see
beyond the first ridge of low hills
where nothing ever grows, men and women
astride mules, on horseback, some even
on foot, all the lost family you
never prayed to see, praying to see you,
chanting and singing to bring the moon
down into the last of the sunlight.
Behind you the windows of the town
blink on and off, the houses close down;
ahead the voices fade like music
ever deep water, and then are gone;
even the sudden, tumbling finches
have fled into smoke, and the one road
whitened in moonlight leads everywhere.

Μη Ζητάς Τίποτα

Αντί γι’ αυτό περπάτα μόνος το βράδυ
βγαίνοντας έξω από την πόλη προς τα χωράφια
που κοιμούνται κάτω από έναν ουρανό που σκοτεινιάζει·
η σκόνη που σηκώνεται από τα βήματά σου μεταμορφώνεται
σε χρυσή βροχή που πέφτει
στη γη σαν δώρο από κάποιον άγνωστο θεό.
Τα πλατάνια κατά μήκος της όχθης του καναλιού,
οι λίγες λεύκες της κοιλάδας, κρατούν την ανάσα τους
καθώς διασχίζεις την ξύλινη γέφυρα που οδηγεί
πουθενά όπου δεν έχεις ήδη βρεθεί, γιατί αυτός ο περίπατος
επαναλαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές τη μέρα.
Γι’ αυτό και στο βάθος βλέπεις
πέρα από την πρώτη ράχη των χαμηλών λόφων
όπου τίποτα δεν φυτρώνει ποτέ, άντρες και γυναίκες
καβάλα σε μουλάρια, πάνω σε άλογα, μερικοί ακόμη
και πεζοί, όλη τη χαμένη οικογένεια
που ποτέ δεν προσευχήθηκες να δεις, να προσεύχεται να σε δει,
ψάλλοντας και τραγουδώντας για να κατεβάσει το φεγγάρι
μέσα στο τελευταίο φως του ήλιου.
Πίσω σου τα παράθυρα της πόλης
αναβοσβήνουν, τα σπίτια κλείνονται·
μπροστά οι φωνές σβήνουν σαν μουσική
πάνω από βαθιά νερά, κι ύστερα χάνονται·
ακόμη και οι ξαφνικές, στροβιλιζόμενες σπίνοι
έχουν χαθεί μέσα στον καπνό, και ο μοναδικός δρόμος
λευκασμένος από το φως του φεγγαριού οδηγεί παντού.

*Από τη συλλογή “The simple truth” (1994). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Krastyo Hadzhiivanov, This is how freedom should be / Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία 

The years are passing by, not easily.
in our tomb – eternity
and people on their paths
at different speeds they rush towards death.
They lived in darkness, never saw daylight,
they are always the children of slaves
and in the nights, longing for the sun,
They dream of true freedom.
She rises, the only one and holy,
You bow before her, you don’t crawl,
she drank love from the heavens –
without slavery, without executioners and tears.
One and only for all creatures
to be the real mother,
for everyone like spring to do,
for all the flowers to bloom.

Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία

Τα χρόνια περνούν, όχι εύκολα.
μέσα στον τάφο μας – η αιωνιότητα
κι οι άνθρωποι στους δρόμους τους
με διαφορετικές ταχύτητες ορμούν προς τον θάνατο.
Έζησαν στο σκοτάδι, ποτέ δεν είδαν το φως της μέρας,
είναι για πάντα παιδιά σκλάβων
και μέσα στις νύχτες, λαχταρώντας τον ήλιο,
ονειρεύονται την αληθινή ελευθερία.
Ανατέλλει εκείνη, η μία και αγία,
μπροστά της σκύβεις, δεν σέρνεσαι,
ήπιε αγάπη από τους ουρανούς –
χωρίς σκλαβιά, χωρίς δήμιους και δάκρυα.
Μία και μοναδική για όλα τα πλάσματα,
να είναι η αληθινή μητέρα,
για όλους σαν την άνοιξη να έρχεται,
για να ανθίζουν όλα τα λουλούδια.

*Ο Krastyo Hadzhiivanov ήταν Βούλγαρος ποιητής που συνδέονταν με το αναρχικό κίνημα. Γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1952 υπό το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες, διώχθηκε από τον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας και σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να διαφύγει διασχίζοντας τα βουλγαροελληνικά σύνορα. Επειδή η τεκμηρίωση από εκείνη την περίοδο παραμένει ελλιπής, οι περιγραφές του θανάτου του διαφέρουν: ορισμένοι τον περιγράφουν ως άμεση δολοφονία από τις σταλινικές υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ άλλοι αναφέρουν ότι πυροβολήθηκε από συνοριοφύλακες κατά τη διάρκεια απόπειρας διαφυγής. Αυτό που είναι ευρέως αποδεκτό, ωστόσο, είναι ότι έπεσε θύμα πολιτικής καταστολής κατά τη διάρκεια της σταλινικής εποχής στη Βουλγαρία.

Χρήστος Νεδελκόπουλος, Ένα ποίημα για την Μαντλίν -που ταξίδεψε την 1η Ιουνίου 2025 από τη Σικελία για τη Γάζα- με μόλις 12 επιβαίνοντες

Μαντλίν είσαι όχλος και ψηφίδα
Αρχαιολογία στημένη σε θεμέλια προϊστορικού χρόνου
Κι άγουρη νεοτερικότητα· σχεδόν έφηβη γυναίκα 
Ξέρεις αριθμητική 
Είσαι 12
Ξέρεις από τερτίπια κι από ώρες μάχης
Κομάντος ανεβάζεις – κατεβάζεις –
που ξέρουν από συντεταγμένες
από σύνορα που δεν φαίνονται σε κανέναν χάρτη·
που σε εξαφανίζουν με όπλα αόρατα
με ψόφιο κρέας και με αέριο χημικού ψαλτηριού 
Ήσουν 12 
Και μιλούσες λίγο
Σαν μωρό που ψελίζει συλλαβές
Είσαι περισσότερα απ’ όσα είπες
Γράφουν πολλοί ποιήματα με τις συλλαβές σου τώρα 
Δεν ξέρανε την αριθμητική σου
Διδάσκεις όμως ακόμα και χωρίς τους αριθμούς και με χωρίς τις λέξεις 
Είσαι αρχαιολογικό προϊόν ακατονόμαστο κι ακατάσχετο 
Μαθαίνεις σιγά σιγά ανάγνωση με ιερογλυφικά συλλαβοτεμάχια
και με κρυπτοκώδικες αριθμητικής νομοθεσίας 
Δείχνεις με το δάχτυλο 
Και λες τα πράγματα με συλλαβές γλώσσας αμίλητης
Βάζεις το νι και το σίγμα, το άλφα και το ωμέγα
Δίνεις στα πράγματα ονόματα
Μαρτυράς ποιοι είναι οι τρομοκράτες
Ποιοι πίνουν κάτουρο εξολοθρευτών 
Κυβερνήσεις, ξωτικά και ελεύθερα ομιλούντες 
Δείχνεις εύκολα με το δάχτυλο συλλαβίζοντας

Τα λες καθαρά χωρίς διπλωματικές πιρουέτες 
Εσύ με κρυπτοκώδικες μιλάς και σε σύστημα ακρυπτογράφητων συλλαβών 
Μα σε καταλαβαίνουν 
Κι αυτοί κι εκείνοι και οι μέσα κι οι έξω κι εμείς και οι άλλοι 
Ξαναορίζεις την ιστορία 
Τις επιστήμες, τον πολιτισμό
Μαθαίνεις σε ιστορικούς πώς μπαίνουνε οι λέξεις
Πώς ξεθάβονται τα τεκμήρια·
Γενοκτονία, εθνοκάθαρση, μισανθρωπισμός
Μαθαίνεις τις διαφορές με κρυπτοκώδικες που καταλαβαίνουν όλοι 
Κι οι ιστορικοί της πλάκας κι οι διπλωμάτες της ισχύος 
Η γλώσσα σου είναι απλή κι οι αριθμοί σου λίγοι 
Μ’ αυτά ξαναφτιάχνεις λέξεις που φτάνουν εδώ ως τεκμήρια 
Που δραπέτευσαν από καμένες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας 
Από συντεταγμένες που ξέρουνε μόνο κομάντος
που σε ταΐζουν ψόφιο κρέας και χημικό ψαλτήρι 
Άκου Μαντλίν 
Έρχεσαι από μακρυά 
από τον Β παγκόσμιο πόλεμο
Από την εποχή του χαλκού 
Από βυζαντινές ανταρσίες 
Από ιερές εξετάσεις 
Δεν ξέρουμε πού πας
Μαθαίνεις όμως σε αδαείς επιστήμονες με πτυχίο 
Μαθαίνεις ξένες άγνωστες λέξεις
και κρυφούς κώδικες
και άγραφες υποσχέσεις 
Διδάσκεις δείχνοντας με το ένα δάχτυλο που έχεις 
Ένα ένα τα λέπια γύρω μας τα ξετρυπώνεις 
Ένα ένα τα φέρνεις μπρος στις συλλαβές σου 
Ένα ένα να πάρουν θέση 
Για μια αφήγηση 
Για ένα νόμιμο gps 
Για μια πλευρά· 
αυτή τη σωστή της ιστορίας 
Όλοι με την ειρήνη λες
Όλοι με τη Δημοκρατία 
Όλοι κάποτε κατά του Χίτλερ 
Όλοι τώρα με την μεγάλη Δυτική κυβέρνηση
Την παγκόσμια κυβέρνηση-εταιρία 
Όλοι κάποτε κατά του Ομήρου 
Και των σκληρών πολεμιστών του 
Όλοι τώρα με την ποίηση της διπλωματίας 
Όλοι με το δίκιο και το έννομο παντού πάντα και πάντοτε 
Με τα εισαγωγικά σου μας μαθαίνεις πάλι τα νοήματα―
μάθε μας κι άλλα Μαντλίν 
Όλοι με αυτούς που υπέφεραν
και δεν γίνονταν να γραφτεί ξανά ποίηση μετά το Άουσβιτς
Μαντλίν είσαι το Άουσβιτς 
Το Άουσβιτς από μέσα 
Μας δείχνεις με το δάχτυλο έναν έναν
Όλους τους ξετρυπώνεις με λέξεις – συλλαβές 
Με αριθμούς – σύμβολα 
Μας δείχνεις τον ιστορικό χρόνο 
Την ψυχολογία των μαζών 
Τον πανικό της λάθος πλευράς της ιστορίας 
Το λες και το δείχνεις γυρνώντας μας 100 χρόνια πίσω 
Μας φέρνεις στις μέρες πριν τον πόλεμο
Να τοι! λες… αυτοί θα ήταν με τον Χίτλερ 
Αλλά ζουν τώρα, μέσα σ’ αυτόν, μετά από αυτόν 
Τυχερούληδες! Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται… 
κι η πραγματικότητα πλέον φτιάχνεται με λέξεις 
Εσύ πας ανάποδα…
Αυτοί με την πάρτη τους 
Αυτοί με την μπίζνα
Αυτοί που είναι παντού πάντα και πάντοτε οι ίδιοι 
Εσύ πας να φτιάξεις με συλλαβές ξανά τη γλώσσα 
Μαντλίν! 
κι ας μην ξέρεις πού πας… 
Άσε τρόφιμα, φάρμακα κι ό,τι έχεις 
Κι αυτοκτόνα
Μην χρονοτριβείς
Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή 
Έτσι κι αλλιώς στην έχουνε στημένη 
Σε παγίδες συντεταγμένων 

Με διπλωματικούς αντιπροσώπους 
Με ειδήσεις σε στούντιο 
Στις ειδήσεις των 7 που τις μαθαίνεις με το ChatGPT μέσα απ’ τις καταπακτές σου
Αυτοκτόνα μέσα σε μουσουλμανικά τζαμιά 
Σε εκκλησίες – ερείπια 
Σε αρχαιολογικούς τάφους 
Μαζί με Αρμένιους, Πόντιους κι Εβραίους 
Αναστήσου
Σκότωσε 
Ζήσε λιγο
Και γ@μ#σε ατόφια 
Αληθινά 
Και μετά οριστικά φύγε
Σαν αρχαιολογία τους μέλλοντος 
ή σαν νεοτερικότητα του παρελθόντος 
Άσε το φαγητό στον άνεμο, στα σκυλιά και στις μολυσμένες θάλασσες και
ξανασύστησε τον άνθρωπο με τις καινούριες συλλαβές σου
Ξαναστύστησε το δίκαιο 
Ξανασύστησε τον εαυτό μας 
Άσε λίγο φαγητό και φύγε 
Θα επιστρέψουμε κάποτε  
Θα μας περιμένουν πάλι κάποιες γραμμικές Β’
Και δεν θα υπάρχουν πια ειδήσεις 
Αυτοκτόνα σαν σκοτάδι χωρίς σημειώματα κι ερμηνείες
Είναι ακόμα νύχτα έξω 
Αυτοκτόνα σαν λήθη μέσα στη μνήμη του παρόντος 
Είναι ακόμα μέρα Μαντλίν
Μην ξεχάσεις να δεις προσεκτικά τα βίντεο ρουφιάνων καταδοτών 
Θα σ’ εξαναγκάσουν 
Δείξε τότε κι εσύ το χημικό ψαλτήρι σου
Με τα οστά των ζωντανών νεκρών μας σήκωσε το δάχτυλο κι απάντησε
κι ας σε φυσήξουν σαν χάρτινο σπιτάκι 
Δείξε με το ένα σου δάχτυλο εσύ τους καταδότες
Αυτούς που φτιάχνουν από μέσα σου τις σργγ_ς για το μέλλον 
Είναι παλιά η αφήγηση

Πάντα οι γνωστοί ρουφιάνοι θα σου μαθαίνουν την ιστορία
παλιά με βιβλία κρατικών ιστορικών – τώρα με κρατικά βιντεάκια 
Αλλά εσύ βγήκες από την προϊστορία κατευθείαν στην νεοτερικότητα που λήγει 
Έχεις δικές σου λέξεις και δικά σου σήματα 
Μαντλίν δες το βίντεο και μοιράσου το μαζί μας
Είμαστε οι ιθαγενείς της κόλασης
που μοιάζει με γη της Επαγγελίας
Θα επιστρέψουμε
σαν αρχαιολογία του μέλλοντος 
Ίσως ανταμωθούμε σε κάποιο κενό ιστορικού χρόνου
Παίρνοντας πάλι τον Β’ και τον Γ’ παγκόσμιο στην πλάτη μας
Να ξανασώσουμε Εβραίους,
ιθαγενείς στην Καππαδοκία,
Ινδιάνους μετανάστες στη γη τους 
Μαντλίν αυτοκτόνα αν κουράστηκες 
Τα κουρέλια τραγουδάνε και πεθαμένα
Τα ζώα πνίγονται στην αταξία χημικών λιμών
Και τα δωδεκάχρονα νήπια  
τα βλέπουμε συλλαβιστά μπροστά μας 
είναι πάλι έτοιμα να βάλουν τους κανόνες
Και να αρχίσουν το παιχνίδι
Εκείνο που τους είπαμε πως τέλειωσε
μα δεν τέλειωσε ακόμα
Τα παιδιά ξέρουν
Δεν τέλειωσε
Ο ήλιος τέλειωσε Μαντλίν 
Φύγε!
Η ανθρωπότητα ξαγρυπνά
Περιμένοντας να ξημερώσει

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2026/05/21/χρήστος-νεδελκόπουλος/

Χάρης Αλεξίου, Iskembe Corbasi – Χαϊκού για γερό στομάχι

Σαν μπεις στο βάθος
αχνίζει το καζάνι·
σε περίμενε.

*

Από τους ατμούς
δάκρυ κυλά στα τζάμια
μες στον χειμώνα.

*

Σαν το τάλαντο
ο μπαλτάς ακούγεται·
πείνας προσευχή.

*

Κόκκινο θέλεις;
Χρώμα δίνει και γεύση,
αν και λιπαρό.

*

Άλλοτε πρωί
τον τρώγαν πριν τη δουλειά·
τώρα μπουγάτσα.

*

Μπούκοβο βάλε
αλλά και σκορδοστούμπι
στον ντουζλαμά σου.

*

Η Εγνατία
ήταν παλιά γεμάτη
πατσατζίδικα.

*

Κλείσανε τώρα·
δεν έμειναν πια πολλά.
Δεν τρων’ οι νέοι.

*

Μια ρετσινούλα
πώς του πάει, σαν να ‘ναι
σάλτσα, του πατσά!

*

Σαν ήπιες, μετά
στομάχι για στομάχι.
Καλό γιατρικό!

*

Βήγκαν δεν είμαι.
Η λαχτάρα του πατσά
δεν με αφήνει.

*

Λίγο σαρδένι
σκούρο με λάχνες, πόση
μου δίνει χαρά!

*

Πέτυχα προχθές
τον Πρόεδρο της Σχολής
για ένα πιάτο.

*

Οσμή του πατσά·
ίχνη μοιχείας κρύβει
από τα ρούχα.

*

Ήρθε μας λένε
από την Ανατολή:
προσφυγιάς παιδί.

*

Ο μέλας ζωμός
που έτρωγαν στην Σπάρτη
θα ‘τανε πατσάς.

*

Δεν ξέρει, λέει,
τι είναι ο ντουζλαμάς.
Είν’ Αθηναίος.

*

Μαζί με ψωμί
σάντουιτς τον φτιάχνουνε
στην Ιταλία.

*

Σκεμπέδες πάνω
στον γάντζο κρεμασμένοι·
μοιάζουν με παλτό.

*

Σχέδια φασόν
στο τραπεζομάντηλο.
Είναι μιας χρήσης.

*

Τρώω και σπίτι,
μα του πατσατζίδικου
άλλη η χάρη.

*

Το καλοκαίρι
νοσταλγώ έναν πατσά·
μα οι φίλοι δεν.

*

Τόπι, μας λέει,
δεν βγάζει ο πατσατζής·
είναι σαβούρα.

*

Για τις κυρίες
έχει και κοτόσουπα
ή γιουβαρλάκια.

*

Δες τον πατσατζή!
Πήγε στον απέναντι
να φάει γύρο.

*

Πίσ’ απ΄ τον πάγκο
θάματα ετοιμάζει
ο τεζιαχτάρης.

*

Μέσα στο πιάτο
φίλοι καθρεφτίζονται
που ανταμώνουν.

*

Παλιοί μαστόροι
στους τοίχους κρεμασμένοι
μας επιβλέπουν.

*

Δεν έχει ώρα
ο πατσάς· κάθε ώρα
είναι για πατσά.

*

Μόνοι στη ζωή·
μόνο στον πατσά βρίσκουν
μια κάποια χαρά.

*

Για κάθε πόνο
ο πατσάς είναι λένε
μέγα γιατρικό.

*Έκδοση Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα – Σειρά “Ποίηθη” – 6, Οκτώβρης 2020.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Larkhall

Εδώ, ψηλά στο λόφο του Larkhall,
κάτω από ένα βαρύ ουρανό
γεμάτο επικείμενες καταιγίδες,
ακούγοντας κοράκια να κρώζουν
και βλέποντας κοκκινομάλλικα αγόρια να παίζουν
— ένα τους μου εξηγεί, καβαλώντας εύκολα
το ξύλινο σανιδένιο φράχτη,
ότι είναι ο Spiderman κι εγώ του δείχνω σοβαρά πως το πιστεύω —
σκέφτομαι τα μίλια που μας χωρίζουν απ’ την εκπλήρωση
των καλά θρεμμένων προσδοκιών του μέλλοντος.

Ψάχνω την ομορφιά σ’ αυτά τα σχεδόν
ίδια σπίτια, της εργατικής τάξης
τα βαμμένα σ’ όλους τους αδιάφορους
— πνιγηρούς για μένα—
τόνους της ώχρας, του καφέ, του γκρίζου,
αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες των ανθρώπων που τα κατοικούν
να τα στολίσουν,
βάζοντας λίγες ασημένιες πινελιές στις κουρτίνες
με τα ρομβοειδή παράθυρα,
μερικές πλαστικές καρέκλες στους στοιχειώδεις κήπους τους,
ψεύτικες γλάστρες να κρέμονται στις εισόδους,
θάμνους με χρωματιστά λουλούδια που παλεύουν φιλότιμα
ν’ αλλάξουν τις εντυπώσεις,
όπως και τα ποδήλατα τους που κείτονται ατίθασα σχεδόν,
στο καθώς πρέπει, λασπωμένο χώμα…

Κι όλο και κάτι ξέρω κι εγώ απ’ την απελπισία
του να ζεις σ’ ένα τόπο με κλεισμένα εργοστάσια εξόρυξης,
ύφανσης, κλωστοϋφαντουργίας,
με παροπλισμένα ακόμη — και τα κάποτε ξακουστά—
σιδεράδικα του Lanarkshire.

Όλο και κάτι έχω να θυμάμαι
απ’ την Ελλάδα της ανεργίας
των άπειρων απορριφθέντων βιογραφικών σημειωμάτων
των γλίσχρων, καθυστερημένων μισθών
και την ταπείνωση των επιδομάτων,
που τόσο σερνόμαστε κατά καιρούς να εξασφαλίσουμε,
των εξουθενωτικών σεζόν στα ξεπουλημένα μας νησιά
των πάμπολλων εργατικών ατυχημάτων
των νεκρών της κάθε βάρδιας.

Αλλά τι δικαιούμαι να πω για την επιμήκυνση
των λεπτών, των ωρών, των ημερών,
που περνούν βασανιστικά,
κι αφήνουν κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους
αλκοολικά κουφάρια,
ρημαγμένα απ’ την κατάθλιψη,
να βλαστημούν το καταραμένο τους παρόν
και ν’ αναπολούν τα περασμένα;

Εθελοτυφλώ συνειδητά, λοιπόν,
και χαμογελώ συγκρατημένα
στις θρησκευόμενες οικογένειες
πού με κοιτάζουν ύποπτα
αφού είμαι η Ξένη,
καθώς πηγαίνουν στην εκκλησία
της προτεσταντικής αυτής,
επίπλαστα, ήσυχης πόλης
— στην οποία κάποτε πάντως, απέφευγαν το πράσινο χρώμα
κι έκαιγαν το γρασίδι που τους θύμιζε την καθολική Σέλτικ,
αλλά τώρα μοιάζει να εξομαλυνθήκαν (;) οι διαφορές.

Κάνω πως ασχολούμαι με τα τριγύρω αξιοθέατα
κι ας μη μου πάει ο τουρισμός, της ταξιδιώτισσας,
που ασφαλώς περιλαμβάνουν μυστηριώδη κάστρα
μια ερειπωμένη οδογέφυρα,
ένα περίτεχνο συντριβάνι,
το φάντασμα μιας Μαύρης Κυρίας
που κάποτε έφτασε απ’ την Ινδία εδώ,
ως υπηρέτρια ή ερωμένη ενός καπετάνιου
κι εξαφανίστηκε μυστηριωδώς,
— όπως εξαφανίζονται ώρες-ώρες οι ελπίδες μας.

Δεν πάω με του ποταμού το ρεύμα
σ’ αυτό το αλλιώτικο, σκωτσέζικο, καλοκαίρι
που μου θυμίζει Νοέμβριο
όχι, δεν αφήνομαι
— τουλάχιστον ακόμα —
σε βαρκάδες και ρεμβασμούς, μύθους και θρύλους,
αλλά υπάρχουν ξέρεις, καθημερινά πράγματα
που μπορούν ολοκληρωτικά να με στοιχειώσουν.
Όπως κι εσένα,
όπως κι εσένα…

(Το ποίημα γράφτηκε στο Larkhall, στις 25/6/2025, και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Επικείμενες καταιγίδες. Ημερολόγια Σκωτίας)