Instead walk alone in the evening
heading out of town toward the fields
asleep under a darkening sky;
the dust risen from your steps transforms
itself into a golden rain fallen
earthward as a gift from no known god.
The plane trees along the canal bank,
the few valley poplars, hold their breath
as you cross the wooden bridge that leads
nowhere you haven’t been, for this walk
repeats itself once or more a day.
That is why in the distance you see
beyond the first ridge of low hills
where nothing ever grows, men and women
astride mules, on horseback, some even
on foot, all the lost family you
never prayed to see, praying to see you,
chanting and singing to bring the moon
down into the last of the sunlight.
Behind you the windows of the town
blink on and off, the houses close down;
ahead the voices fade like music
ever deep water, and then are gone;
even the sudden, tumbling finches
have fled into smoke, and the one road
whitened in moonlight leads everywhere.
Μη Ζητάς Τίποτα
Αντί γι’ αυτό περπάτα μόνος το βράδυ
βγαίνοντας έξω από την πόλη προς τα χωράφια
που κοιμούνται κάτω από έναν ουρανό που σκοτεινιάζει·
η σκόνη που σηκώνεται από τα βήματά σου μεταμορφώνεται
σε χρυσή βροχή που πέφτει
στη γη σαν δώρο από κάποιον άγνωστο θεό.
Τα πλατάνια κατά μήκος της όχθης του καναλιού,
οι λίγες λεύκες της κοιλάδας, κρατούν την ανάσα τους
καθώς διασχίζεις την ξύλινη γέφυρα που οδηγεί
πουθενά όπου δεν έχεις ήδη βρεθεί, γιατί αυτός ο περίπατος
επαναλαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές τη μέρα.
Γι’ αυτό και στο βάθος βλέπεις
πέρα από την πρώτη ράχη των χαμηλών λόφων
όπου τίποτα δεν φυτρώνει ποτέ, άντρες και γυναίκες
καβάλα σε μουλάρια, πάνω σε άλογα, μερικοί ακόμη
και πεζοί, όλη τη χαμένη οικογένεια
που ποτέ δεν προσευχήθηκες να δεις, να προσεύχεται να σε δει,
ψάλλοντας και τραγουδώντας για να κατεβάσει το φεγγάρι
μέσα στο τελευταίο φως του ήλιου.
Πίσω σου τα παράθυρα της πόλης
αναβοσβήνουν, τα σπίτια κλείνονται·
μπροστά οι φωνές σβήνουν σαν μουσική
πάνω από βαθιά νερά, κι ύστερα χάνονται·
ακόμη και οι ξαφνικές, στροβιλιζόμενες σπίνοι
έχουν χαθεί μέσα στον καπνό, και ο μοναδικός δρόμος
λευκασμένος από το φως του φεγγαριού οδηγεί παντού.
*Από τη συλλογή “The simple truth” (1994). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

