Ευτυχία Παναγιώτου, Τρία ποιήματα

Η απόπειρα της ελευθερίας

Με τρύπιο το σώμα, το φιτίλι να τρέμει,
το ποίημα πυροτεχνουργός.

Μαύρες τολύπες το ξετίναζαν. Οι Μοίρες
παίζανε
γεμάτο ζάρι
— Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο —
την τύφλα τους λευκό κουτσό.
Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.

Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.
Τα παιδικά σου μάτια θυμούνται
μια έκρηξη. Τον πυρετό
που ανέβαινε
των πεθαμένων.

Ακούς από κάτω
το γδαρμένο γυαλί —

***

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’

στα γόνατα είχε πέσει.

***

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
Ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

*Από τη συλλογή “Χορευτές”, εκδόσεις Κέδρος, 2014.

Γρηγόρης Σακαλής, Εκεί ψηλά

Αγναντεύω με το νου μου
τη θάλασσα
έχω δυό χρόνια να τη γευτώ
βλέπω καραβάκια στο γιαλό
ψαρόβαρκες δεμένες στο μώλο
ψαράδες καθαρίζουν τα δίχτυα
γάτες να έχουν μαζευτεί
περιμένουν μια σαρδέλα
κόσμος πολύς στην παραλία
να κάνει το μπάνιο του
κι εγώ πάνω σ΄ένα βράχο
να κοιτάζω πέρα στον ορίζοντα
εκεί που σμίγει
ο ουρανός κι η θάλασσα
ζω το όνειρο
χάνομαι στις σκέψεις μου
πηγαίνω σ΄άλλο επίπεδο
είμαι εκεί και δεν είμαι
κι από το κάστρο του Πλαταμώνα
πετάω στις κορυφές
του Ολύμπου.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Ποίημα

[…]
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφήσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίει;
Τοποθετήσατε τα ρούχα στη ναφθαλίνη; […]
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40; […]
Έχετε κάνει εξορία; […]
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού,
το οποίο όμως, σας
το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός;
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 5:87-88.

Πάνος Κουτρουμπούσης, 5

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα από σκελετωμένες πόλεις
φιλάει το τοπίο…
ί
Εκείνο το αεράκι
που ’χει ανακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
να αντανακλούν το φως,
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος,
να στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

Χρήστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Καταδοχές

Να καταδέχεσαι
του περαστικού την καλημέρα, το γειά σου του γειτόνου
τις βροχοστάλες,τα χελιδόνια,τις ξεχασμένες σου ρίζες
της αστραπής το φευγαλέο βλέμμα
τα φύλλα της καρδιάς της,τις ανάπαυλες στα οροπέδια
το όνειρο μέσα στα όνειρα, τη δροσιά της αυγής
τις φτερούγες π’ανεμίζουν σαν πετούν
την ψυχή που γίνεται τιμόνι, τα κρυμμένα κλειδιά
τ’αγιόκλημα πάνω από τα μάτια σου

Τ’αχνάρια σου μην σέρνεις στις στάχτες
να έχεις ήχο στις σιωπές σου
και λόγια μονάκριβα,για εκείνους που ακούνε
άκου,χτυπάει ο άνεμος την πόρτα
μην τρεμοσβήνεις

Να καταδέχεσαι,
τους χορούς των παλιάτσων – και των ακροβατών-

Στ’αγριοκαίρι να ωριμάζεις αθόρυβα
γινου θύελλα στην κατάλληλη στιγμή
τα σύννεφα θέλουν απλωσιά

Μάρτιος 2019

***

Φύσημα

Φύσηξες πνοή
ως τον γλαυκό μυχό μου
έκαψες σαν μανιασμένη αστραπή,
πιο κάτω από το δέρμα το χνώτο έγινε κοφτό
κάθετη σπαθια,πνοή μου,
η κατάρα που έστειλες

Φεβρουάριος 2000

***

Στην πρώτη αχτίδα

Στην πρώτη αχτίδα, τραβάς την κουρτίναι
αποτρέποντας το φως να σ’αλλάξει

Μέσα στο δωμάτιο,πλανιέται η σιωπή σου
το γέλιο της περιγελά,
την έρημη ζωή σου

Απρίλης 2011

Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς
ίσως κανείς τον υποπτεύθηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες, η ανοχή, τα μπορντέλα
Γι’ αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που γυρνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.
Σ’ αυτή την παράξενη χαρά
Σ’ αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ’ εναέρια κόλπα
Σ’ αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές της ερημιάς της γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους του ρυθμού
Και να πιάσεις το θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν’ αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι” 6:47-48. Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975.

Τζωρτζ Ροντίλβα, Χαιρετισμοί

Χ α ί ρ ε ερημιά, που μετριέσαι με χρωματιστές ζακέτες, ριγμένες ανάσκελα σε φθαρμένα ψάθινα καθίσματα.


Χ α ί ρ ε βρώμικο υπνωτήριο, ξινισμένο σεντόνι, αλλοπρόσαλλα κεφάλια, που ξυρίζεστε γουλί τη νύχτα, ξηλώνοντας τις σαπισμένες ραφές του κρανίου.


Χ α ί ρ ε συντροφική αντλία ήχου, που κρύβεσαι χρόνια στη μασχάλη μου, σκεφτόμενη κάποια μέρα να δραπετεύσουμε μαζί μέσα απ’ τις κορνίζες του τοίχου.


Χ α ί ρ ε καπνισμένο κασόξυλο αδιέξοδου παραθυριού, που στις κοιλάδες σου φωλιάζω τις τύψεις μου, με κάμποσα περσευάμενα κέρματα στη δεξιά παλάμη.


Χ α ί ρ ε ημέρα υγρή, περιστρεφόμενη πόρνη, που χρόνια αυνανίζεσαι στα κεντρικά μπουρδέλα του κράτους.


Χ α ί ρ ε λύκε, που κοιμάσαι στην αυλή, φουγάρο ατμομηχανών, ποντίκι του μηχανοστασίου και των δημόσιων πάρκων.


Χ α ί ρ ε ξαγρυπνισμένη κατσαρίδα, που περιφέρεσαι στη σκοτεινή μου τρώγλη, ακολουθώντας με στο σκαλοπάτι που με σέρνει στην τελευταία κλειδαρότρυπα του κόσμου.


Χ α ί ρ ε αόρατη φθορά, που καλύπτεσαι οδηγώντας ισόβια τυφλούς ζητιάνους στα νυχτερινά παζάρια του υπονόμου.


Χ α ί ρ ε ζέχνουσα μήτρα, που ζεσταίνεις τα καμιόνια, τα καραβόσχοινα, τις λαϊκές πόρνες, τους ρακοσυλλέκτες, τις κίτρινες καταιγίδες της ερήμου, τις σιωπηλές σφίγγες και τα κάτεργα της Σιβηρίας.


Χ α ί ρ ε ομίχλη, που με σκέπασες και έζησα αιώνες κρυμμένος στα στενά πόμολα από διάφορες ερημωμένες πόρτες.


Χ α ί ρ ε νεκρέ, που περιμένεις σκυμμένος στο ψυγείο, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, διχαλωτό σπιρτόξυλο που κατουράς τον ασβέστη του Θεού, που αυνανίζεσαι και κοιμάσαι στις δημόσιες τουαλέτες.

Χ α ί ρ ε λαστιχένια σκέψη, που αγυρτεύεις πίσω απ’ τους ξύλινους πάγκους στις PUB των Εξαρχείων – Βιτόφσκι, Αίτνα, Ίντριγκα, Ιπποπόταμο, Da-da – με κείνο το δίβουλο χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ την τέλεια σήψη της αβύσσου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, άγρια πουτάνα που κρέμασες τα βυζιά σου και τα άσπρα σου σεντόνια, με τα παράθυρα γραδωμένα και ορθάνοιχτα[ στο μέρος του αιδοίου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, λεύτερη αγύρτισσα που βαυκαλίζεσαι χρόνια στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου, στα καθίσματα του Ομόνοια – περιμένοντας ανυπόμονα τη σειρά σου – και στις ψωροκολυμπήθρες της Αθηνάς.


Χ α ί ρ ε φωνή βραχνή, που σύρεσαι στα παγωμένα κράσπεδα της Φραγκφούρτης, στα δημόσια ουρητήρια του σύμπαντος, στα μπαρμπέρικα του περιθώριου και στα γουναράδικα της Πατησίων.

Χ α ί ρ ε φίλε, αδυσώπητα ελέφα αδιάβατης ζούγκλας, που μέσα σου παραμονεύει η τραχειά κυριακάτικη μπόχα, η άπλυτη κάλτσα, η σήψη, και το κιτρινισμένο γάντι του ψυχίατρου.


Χ α ί ρ ε θλιβερέ νυχτοφύλακα, που πανηγυρίζεις τον καινούργιο μηνιαίο μισθό, ανάμεσα στις ισχνές γάτες που διεγείρονται απ’ την πηχτή ομίχλη, απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου, απ’ τα τραγούδια του Μίκη κι απ’ το ξέσκισμα της παρθενικής πόλης.


Χ α ί ρ ε μακρυνό, ανεπίστρεπτο ταξίδι, τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί στο λόφο με τα κυπαρίσσια και την υγραίνουσα γη.


Χ α ί ρ ε μνήμη, αφημένη στη μεριά της νότιας σκίωσης, με τον ιδρώτα ολονυχτίς συλλεγμένο στο βυθό της θάλασσας και στη γραμμή των άστρων.


Χ α ί ρ ε αδέσποτη καληνύχτα, που περιφέρεσαι διψασμένη στις αρχαίες κολώνες της Εφέσου, στους φαντάρους του Πεδίου του Άρεως, στους πρασινισμένους φράκτες, στις ξοδεμένες γκαζόλαμπες, στις χυμένες καπότες, στους μονόφθαλμους ανέμους και στα ψηλά γοτθικά παράθυρα ιστορικών εκκλησιών.


Χ α ί ρ ε απουσία, που χοντραίνεις σε τόσα έτη τετράπαχης σιωπής.

*Από την ποιητική συλλογή «Κ 862963», εκδ. Υποκείμενο, γύρω στα 1980 κάτι, που διακινούσε ο ίδιος ο ποιητής στους δρόμους και την πλατεία Εξαρχείων. Εμείς εδώ το αναδημοσιεύουμε αφού το βρήκαμε στη σελίδα του ποιητή και φίλου Θόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Paul Eluard, Από τη συλλογή “Ο έρωτας η ποίηση” (1929)

Joan Miro, Spanish Culture

Από την ενότητα «ΑΡΧΙΚΑ»
I
Υψηλόφωνα
Η αγάπη ευλύγιστη ανατέλλει
Με τόσο φωτεινές αστραπές
Που στη σοφίτα του ο εγκέφαλος
Φοβάται να εξομολογηθεί.

Υψηλόφωνα
Όλα τα κοράκια του αίματος καλύπτουν
Τη μνήμη άλλων γεννήσεων
Κι όταν ανατρέπονται στο φως
Το μέλλον τροχιοδρομεί τα φιλιά.

Αδικία απίθανη ένα πλάσμα μόνο στον κόσμο
Ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα δίχως ν’ αλλάξει πρόσωπο.

II
Τα μάτια της είναι πύργοι φωτός
Kάτω απ’ το μέτωπο της γύμνιας της

Σε διάφανα κρίνα
Η επιστροφή των σκέψεων
Ακυρώνει τις λέξεις κουφές.

Διαγράφει όλες τις εικόνες
Τυφλώνει τον έρωτα, τους αεικίνητους ίσκιους του
Αγαπά — αγαπά να ξεχνιέται.

VI
Εσύ η μόνη κι εγώ ν’ ακούω τη χλωρίδα του γέλιου σου
Εσύ το κεφάλι που σε απάγει
Απ’ τους κινδύνους του θανάτου πιο πάνω
Κάτω από υδρόγειους μουτζουρωμένες απ’ τις βροχές των κοιλάδων
Κάτω απ’ το φως βαρύ κάτω απ’ το θόλο της γης
Δίνεις ζωή στην πτώση.

Και τα πουλιά το καταφύγιο που φθονούμε
Η οκνηρία, η κόπωση
Η ανάμνηση των δασών και τα ρυάκια ευάλωτα
Τα πρωινά των καπρίτσιων
Τα πρωινά των ορατών χαδιών
Τη μεγάλη μέρα της απουσίας της πτώσης.

Οι βάρκες των ματιών σου πλανώνται
Μες στη δαντέλα της φυγής
Η άβυσσος ξεσκεπάζεται στους άλλους να τη σκεπάσουν
Οι ίσκιοι που δημιουργείς δεν δικαιούνται τη νύχτα.

VII
Η γη είναι γαλάζια σαν ένα πορτοκάλι
Ποτέ ένα λάθος οι λέξεις δεν ψεύδονται
Δεν σας κάνουνε πια να τραγουδάτε
Σειρά των φιλιών να συνυπάρξουν
Οι τρελοί και οι έρωτες Ε
κείνη το στόμα της βέρα
Όλα τα μυστικά όλα τα χαμόγελα
Και τι ενδύματα τρυφηλότητας
Να την πιστέψεις όλη γύμνια.

Οι σφήκες ν’ ανθούνε πράσινη
Η αυγή τριγύρω απ’ το λαιμό
Ένα κολιέ παράθυρα
Φτερά καλύπτουνε τα φύλλα
Κι εσύ όλο χαρά ηλιακή
Ο ήλιος όλος επί γης
Στης ομορφιάς τα μονοπάτια σου.

*Από το βιβλίο Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως, Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ζ. Δ. Αϊναλής. Εκδοσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.

Kenneth Rexroth – Clifford Harper, Τρία ποιήματα από την “Κτηνολογία”

Γύπας

Ο Θωμάς Ακινάτης πιστευε ότι οι γύπες είναι λεσβίες
και γονιμοποιούνται με τον άνεμο.
Αν ψάχνεις τα δεδομένα της ζωής
οι παπιστές διανοούμενοι μπορεί
να είναι πολύ αποπροσανατολιστικοί

Σκιάχτρο

Μια μαγεία σ’ ακολουθεί
από τη στιγμή της γέννησής σου.
Η κοινωνία πιστοποιεί τη γέννησή σου
και σε θεωρεί πολίτη.
Μην την αφήσεις να σε τρομάξει.
Μάθε να τα βγάζεις πέρα μ’ έναν κόσμο
που έχει φτιαχτεί αποκλειτικά με ψέμμα,
και στον οποίο,
αν βρεις μια αλήθεια αντί για ένα ψέμμα,
οφείλεται στην απροσεξία κάποιου.
Αυτά τα παραγεμισμένα κουρέλια είναι ακίνδυνα,
εκτός αν τους δείξεις φόβο
κάτι που ποτέ δεν δικαιολογούν,
ή αν δείξεις την περιφρόνησή σου
η οποία βεβαίως είναι το μόνο που αξίζουν.
Αν τα κάνεις αυτά, θα ζωντανέψουν
και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σε σκοτώσουν.

Μυρμήγκι

Ο Αχχιλέας, ο Αίσωπος, ο Μαρκ Τουαίν, ο Στάλιν,
ασχολήθηκαν με το μυρμήγκι.
Οι πιθανότητές σου είναι 1 προς 3
αν αποφασίσεις να το αγνοήσεις.
Ο τερμίτης τα τρώει
Και τρομάζει όλους τους ανθρώπους.

*Στίχοι: Kenneth Rexroth. Σκίτσα: Clifford Harper.

**”Κτηνολογία”, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Δεκέμβρης 1995.