Η απόπειρα της ελευθερίας
Με τρύπιο το σώμα, το φιτίλι να τρέμει,
το ποίημα πυροτεχνουργός.
Μαύρες τολύπες το ξετίναζαν. Οι Μοίρες
παίζανε
γεμάτο ζάρι
— Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο —
την τύφλα τους λευκό κουτσό.
Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.
Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.
Τα παιδικά σου μάτια θυμούνται
μια έκρηξη. Τον πυρετό
που ανέβαινε
των πεθαμένων.
Ακούς από κάτω
το γδαρμένο γυαλί —
***
Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’
στα γόνατα είχε πέσει.
***
Ας χορέψουμε
Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος
Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.
Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.
Το χώμα να φοβάται το σώμα.
Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
Ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.
Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;
*Από τη συλλογή “Χορευτές”, εκδόσεις Κέδρος, 2014.
