Θεόδωρος Μπασιάκος, Κι’ είπεν ο Μαρξ

Κι’ είπεν ο Μαρξ:
Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
Κι’ είπεν ο Ρεμπώ:
Ν’ αλλάξουμε την ζωή.
Κι’ είπεν ο Λένιν:
Χτες ήταν νωρίς αύριο θάναι αργά
Κι’ είπαν οι χίπηδες στα Μάταλα:
Σήμερα είναι η ζωή το αύριο δεν έρχεται ποτέ
Κι’ είπεν ο Καζαντζίδης
– και ξανάπεν κι’ ο Πουλικάκος -:
Υ π ά ρ χ ω !
Κι’ είπεν ο Σίμος ο Υπαρξιστής:
Η κατάστασις είναι κρίσιμος αλλά όχι απελπιστική
Κι’ είπεν επίσης ο αυτός:
Εάν απελπισθείς μην απελπίζεσαι.

– Αυτοί οι παλιοί ξέραν τί λέγαν, να τους ακούτε τους παλιούς!

Αντιγόνη Ηλιάδη, Στο μέλλον

Στο μέλλον
φυτεύουμε τα χέρια μας
σε λασπωμένα νερά
να βγάλουμε ζωή από το τίποτα
κρυβόμαστε σε τεχνητούς πλανήτες
και βουλώνουμε τις καρδιές μας
να μην ακούγονται
κλείνουμε τα μάτια στην κόλαση
φτιάχνουμε τη δική μας
με συνταγές από το παρελθόν
δεν αντέχουμε το φως
κυκλοφορούμε πάντα νύχτα
μέσα σε μάτια αγνώστων
μη και τυχόν μας καταλάβουν
ότι υπάρχουμε ως έτσι
ακούμε τη δυστυχία να σφυρίζει
αλλάζουμε δρόμο
πηγαίνουμε πάντα πλάι σε γέφυρες
σε ετοιμότητα να χαθούμε
μη και μας κοστίσει
ό,τι υπόσχεται το απέραντο
δεν αξίζουμε δεν μας αξίζουν
γδερνόμαστε αντί να αγαπηθούμε
όλα τα καλά άγνωστες λέξεις
που πειράζουν τον αέρα
με κομμένη την ανάσα
με σπασμένη τη γλώσσα
κολλάμε σε τσιμέντα παστρικά
γκρεμίζονται όλα
μένουν μόνο φύλλα
που θροΐζουν άδικο αίμα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://cignialo.gr/antigoni-iliadi-sto-mellon/?fbclid=IwAR3kdCTrfXOr-IzPgNXqfGbKINJ3PK2YuEmRHE7yi0RSvykYDzdrX7IcWLo

Αντώνης Μπουντούρης, έρχεται σα σιωπή που βρυχάται…

Από τα έγκατα μια σιωπή

η πόλη σε ακινησία

ελάχιστοι ακούν τα πατημένα χώματα

που μουρμουρίζουν

ελαφρά σα στάχυα

ελάχιστοι νιώθουν την πληρότητα

των επερχόμενων.

Alex Antonopoulos, Today

Today I thought about how they were always right:
I will never change the world;
for this world changes only through tick boxes and numbers
and I don’t speak tick boxes, I don’t speak numbers.

They make their boxes that way;
they make them tight enough;
no poetry can fit in.

I will never change the world. They were right.
I will never change this world.
I will never save this world. And perhaps this world
never needed saving.

I will never change the world;
but today I got this moisturizing cream
and my skin looks fucking amazing.

*For more poems by Alex Antonopoulos: http://www.alexantonopoulos.com

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες – Άμιλλα φαντασίας & πραγμάτων (Β’)

Αν ήταν
Κι έτρεχε στα φωτεινά λιβάδια τού ήλιου
Θα στοιχημάτιζα όλα τα χαμένα αισθήματα πάνω της
Αφού το γέλιο της ακούγεται να είναι
Το χρώμα στη ράχη μιας μέλισσας που ζουζουνίζει
Μαζεύοντας τη γύρη των άστρων
Σα μέλι από σκέψεις γλυκές
Χυμένο μέσα στις κυψέλες• ωστόσο
Αύριο θα τη δω και πάλι
Αμίλητη και σκεφτική στους δρόμους των μεθυσμένων
Στο τρίτο μέρος τής νύχτας
Και ίσως πάρει καιρό μέχρι να καταλάβω καλά
Πόση αξία κρύβεται στο να φτιάχνεις με δυο λόγια
Από το πουθενά και το τίποτα την ευτυχία
Εκεί όπου δε θα μπορούσε να υπάρξει.

α.Π., Ανατολή

Φωτογραφία 24/7/19 στη Δύση

Κράτα μου λίγο πιο ψηλά
την Ανατολή,
να ζεσταίνει όσο γίνεται τη Δύση μου.

Παίξε μαζί μου.
Θυμήσου τότε που ήμασταν παιδιά,
μοιραζόμασταν μόνο τσίχλες κεράσι.

Γέλα μου ώς τη λεφτεριά των συνόρων.

Θα έρθω στην Ανατολή.
Ως τότε θα ψιθυρίζω λέξεις γέρικες.
Ματωμένες, χιλιοειπωμένες
και τα χνώτα μου,
θα σου στέλνουν μηνύματα.
Γιατί τα αισθήματά μου έχουν βάθος
και ο ήλιος μου λαύρα,
που κάνει όλο τον πλανήτη μας Σαχάρα.

Να!
Κοίτα, κατεβάζουν τις καμπάνες.
Δε χρειάζονται πια.

Άκου οι ανάσες μας τι θόρυβο κάνουν,
από Ανατολή σε Δύση
και το αντίστροφο.

Έλα να τα κάψουμε
και να τα στήσουμε
ξανά.
Άπλετη ελευθερία.
Έλα να τους τρομάξουμε,
να αισθανθούν ζωή…

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

Παραμύθι

Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνο ο ύπνος.

***

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα
ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά

– Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα
τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!

***

Στον σκουριασμένο ουρανό

Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ΄ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

Το παιδί
Η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδ. Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, Κύπρος 2018.

Κυκλοφόρησε: Ράνια Καταβούτα, Μπαλαρίνα μες στη νύχτα (ποιήματα), εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ

ΕΛΕΝΑ ΜΑΡΙΑ

Την έλεγαν Ελένα Μαρία, όνομα συνηθισμένο στις γειτονιές της Μπογκοτά. Τριγύρναγε με ένα μπουκάλι στα χέρια και στην τσάντα. Μαλλιά πάντα μαύρα, μάτια ακόμα πιο σκοτεινά. Μέσα της κρυβόταν μαύρος πάνθηρας, αλίμονο αν άνοιγε το στόμα της. Το ζώο θα έτρωγε πρώτα το λαιμό, μετά το στήθος. Τις φλόγες στα πόδια της δεν έβλεπες, φορούσε πάντα μακριά φορέματα, πόδια γυμνά στο χώμα, χέρια κλαδιά, ντάμα κούπα στην κοιλιά. Η Μαρία Ελένα, όπως τη φώναζε η νόνα της, ξεψύχησε ένα βράδυ στα καρφιά, πάνω σε έναν φράχτη, στις μαύρες πλατείες της Μπογκοτά, εκεί που δεν νυχτώνει.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Σημαδεμένη βαδίζω
σαν τράπουλα σε χέρια επιδέξιου χαρτοκλέφτη.
Με δείχνουν
λες κι αυτό είναι ντροπή
και η χιτλερική σημαία ανακλαδίζεται σαν γυναίκα
Με τον “παρθενικό υμένα της” κομμάτια.
Φτύνω. Φτύνω. Φτύνω

***

Τα φέρετρα μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι,
τα ομοιώματά μας μετράνε,
της μάνας μου το κλάμα,
του σκύλου μου το γαύγισμα.
Τριζάτα χαμόγελα αφιερώνω σ΄αυτούς.
Έξω, έξω απ’ την ψυχή μου αλήτες.
Τα φέρετρα, η μάνα μου, ο σκύλος μου κι εγώ!

***

ΜΑΤΑΙΑ

Μια-μια άσεμνα περνούν οι ώρες,
τυλιγμένες σε ξεσκισμένες σάρκες,
τραπεζομάντηλα γεμάτα ψίχουλα,
άδεια μουκάλια μπίρα
και τα δάκρυά μου γίναν απόηχος σαρκαστικός.
Έξω οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα
το μονότονο ήχο τους
ανθρώπου αυτί δεν τις ακούει.

***

Κάθομαι στο γραφείο και κοιτώ
τα μαύρα πλαίσια των φωτογραφιών.
Πένθιμα, όλα πένθιμα.
Εγώ τα ‘χω διαλέξει.

Ι

Τα φερετροποιεία στη σειρά
περιμένουν να θάψουν και τα τελευταία κοιτάσματα
ανθρώπινου είδους.

ΙΙ

Άγρια η μοναξιά, δένεται βρόγχος,
ετοιμόρρπος ο Κάφκα γκρεμίζεται.
Όσο αντέξεις φίλε.
Όσο

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”, εκδ. Γνώση, 1984.

Άκανθος, Σχέδιο για ένα τρομαγμένο πρόσωπο

Οι δικοί μου θάνατοι
δεν σκέπτονται την απώλεια
και δεν κάνουν πίσω.
Μια δοκιμή στον Άδη των ανθρώπων
τα τοπία που είδαμε στη μακριά πορεία
κοιτώντας μας – μέσα στους άλλους –
μας έδειξε
να φτιάχνουμε τα αίτια,
το ίδιο το υλικό,
τόπους τόπους βαλμένο.
Το άγνωστο μετά με τα αναπάντητα
τα αν αγνώριστα,
ένα σημειο στον αέρα μόνο,
ούτε γραμμές ούτε επίπεδα
στη μέση της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, εκδ. Provocateur 2017.

**Το σχέδιο της ανάρτησης είναι επίσης του Άκανθου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο.