Περσέας Ρίζος, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ

Κάθε νύχτα
την ώρα που γίγαντες βγαίνουν
στις μύτες των ποδιών
να φτιάξουν κι άλλες κουκουβάγιες
σε περιμένω
μπορεί και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που τα δέντρα
μού κουνάνε το χαιρετιστήριο μαντήλι
κάνω πως δεν βλέπω
γιατί σε περιμένω
μπορεί όμως και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που οι ακοίμητες δυνάμεις
ξεδιπλώνουν μνήμες
τής αφηρημένης μου υπόστασης
ξαναγίνομαι σαφής
καθώς σε περιμένω ξέρω
ότι μπορεί και ποτέ να μην έρθεις.

Αυτή και κάθε νύχτα μεταδίδω,
μεταδίδω προς παν λίκνισμα θαλάσσιων πτερυγίων:

«Φυλή Γοργόνων,
που είστε επιτέλους πια κρυμμένες;»

***

ΣΠΟΡΑ

Η ιδέα τού ανθρώπου δεν είναι μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής γης ήταν ιδέα ενός ήλιου
Η ιδέα τού ήλιου πάντα ήτανε μια θεϊκή ιδέα
Αλλά η ιδέα τού θεού πάντα μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής ελευθερίας είναι μια ελεύθερη ιδέα
Η ιδέα τού έρωτα μια σχετική ιδέα
Η ιδέα τής σχετικότητας είναι μια μουσική ιδέα
Η ιδέα τής μουσικής μια πυθαγόρεια ιδέα
«Αλλά ο Πυθαγόρας, δεν είχε καλό γούστο στη μουσική»
Η ιδέα τού καλού γούστου είναι μια αιώνια ιδέα
Η ιδέα τής αιωνιότητας είναι μεν μια ασύλληπτη ιδέα
Αλλά όλες οι ιδέες φτιάχνονται από δύο χέρια

Λίνα Βαταντζή, Τέσσερα ποιήματα

Παραχώρηση

Ζήτησες ένα φιλί
Ζεστό άγγιγμα του ήλιου
Μυστήριο φως της σελήνης

Ζήτησες ένα φιλί-
Σου παραχωρώ τα χείλη μου
Τρέμουν σαν ρόδο
Στην αυγή.
Τρυφερό χάδι
Στα δικά σου χείλη παραδίνονται.
Σφραγίδα στοργής
Μυστήριο πάθους.

***

Σύννεφα

Χειμωνιάτικη νύχτα
Ψυχρή. Ο παγωμένος
Αέρας γεμίζει
Το χώρο-
Απόσταση μακρινή.
Λαμπρά αστέρια
Σε καθαρό σκοτάδι
Ασέληνης νύχτας. Άδεια
Η αγκαλιά-
Ακατανόητη πίκρα.
Διάβασα λέξεις
Άδικες, σκέψεις
Σκληρές. Αίσθηση
Ατσάλι-
Ανέφικτη επικοινωνία.
Άφησα την καρδιά μου
Παλμούς ανεπαρκείς
Και αγωνιώδεις
Να χτυπά-
Απρόσιτη αγάπη.
Τρυφερότητα χαμένη
Σε χρόνο απρόβλεπτο
Ήλιος ηττημένος από
Σύννεφα-
Απελπισία.

***

Συγχώρεση

Θα σου έφερνα φρούτα
Δροσερά και ζουμερά
Για επιδόρπιο
Μετά από το νόστιμο γεύμα.
Τι κρίμα που τα έφαγα όλα
Το απόγευμα
Όταν ήθελα να δροσιστώ
Από όσα με θερμά
Με κατακλύζουν-
Συγγνώμη!

***

Στωική ακινησία

Βλέμμα καρφωμένο στο κενό
Θάλασσα ακίνητη
Στον αέρα που φυσά.
Μάτια- κόκκινη αγωνία
Τα δάκρυα κρυμμένα να σταθούν.
Και η σκέψη
Ξεχειλίζει μοναξιά.
Καλημερίζει
Και ύστερα πάλι
Μέσα του βυθίζεται.
Ο γιορτινός Ιούλιος ζεστός-
Μα αυτή η μορφή
Του λαβωμένου ελαφιού
Ψύχρα διαχέει-
Η ψυχή του πληγωμένη
Σαν ατενίζει τη ζωή του
Με στωική ακινησία.
Ο πόνος του πλημμύρα.
Μια αγκαλιά χάρισμα-
Με καλοκαιρινά χαμόγελα
Την πίκρα του να απαλύνω.

Εύα Σπαθάρα, Τρία ποιήματα

Δεν εκτελούνται μεταφοραί εδώ Αριστοτέλη

Εδώ δεν εκτελούνται μεταφοραί
Εδώ εκτελείται η ποίησις
Αμύνονται οι λέξεις τα χαράματα
λίγο πριν ακουστεί ο ήχος
της σιωπής

Καλίμπρι 12άρα
κυκλοφορεί ελεύθερη
Σημαδεύει ό,τι της γουστάρει
δαγκώνει το χέρι που τη γράφει
κι εκτελεί
–η αχάριστη–
με ακρίβεια χιλιοστού

***

Εδώ εκτελούνται ήττες

Σε θέλω μέσα στη γλώσσα μου
εκεί που όλα γίνονται

και ξεγίνονται

Εκεί που οι λέξεις απαιτούν
το ανάλογο ύψος τους

Εκεί εσύ είσαι ο ποιητής
κι εγώ το ποίημά σου
Έξω απ’ αυτήν

γώ ο ποιητής
κι εσύ
η ήττα του

***

Τα σάπια μήλα του Νεύτωνα

Σύντροφοι

Το μήλο δεν ωρίμασε

Ούτε οι συνθήκες
Ο Νεύτων διέπραξε μέγα σφάλμα

Το μήλο σαπίζει στη μηλιά
γεννώντας κι άλλα σάπια μήλα

Όσο για σένα αγαπημένε σύντροφε Καρλ

σήμερα σου έχω θυμώσει
Δεν σ’ αγαπώ

Θα βγω με τον Πιoτρ

*Από τη συλλογή “ντάλιτ”, εκδόσεις Θράκα 2017.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οδός Γαλήνης

Αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
ένα μωρουδίσιο κλάμα ν’ απλώνεται σε όλα τα μήκη της γειτονιάς,
τη στάχτη από τη χθεσινή πυρκαγιά
να στρώνει το σεντόνι της σε μάρμαρα Διονύσου,
τα τάχα μου όσια και ιερά, τους άγραφους νόμους
του λαδεμπορικού savoir faire
και το μνησίκακο σαλιάρισμα της κοσμικής πιάτσας,
πως όλα είναι όμοια ή όλα είναι παρόμοια – με κάτι άλλο,
και πως δεν πρέπει να χάνει κανείς την ψυχραιμία του – την ψυχραιμία του
να χάνει – κανείς — δεν πρέπει,
γραφεία από μαόνι, σίδερο και γυαλί να κροταλίζουν στα δυόμιση ρίχτερ,
οικιακές βοηθούς αθόρυβα να γλιστράνε απ’ την πλαγιά
έχοντας την ψευδαίσθηση πως το ρεπό είναι όντως δικό τους,
τα αρθριτικά των προγόνων σας, το θραύσμα στον ώμο,
και τον σχισμένο τένοντα ενός ακόμα δρομέα της Κυριακής,
το τσιριχτό μιας σφαίρας που πέρασε ξυστά, σε κάποιο εμφύλιο μακελειό,
(συνέβη κάποτε -τριγύρω-εδώ- κι έπειτα αποσιωπήθηκε εντέχνως)
τη λύπη να κελαρύζει αιφνίδια στο ανακαινισμένο living-room
και τις γροθιές που δεν δώσατε γιατί, όταν τα αίματα άναψαν,
είχατε τα χέρια στις τσέπες, αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
την αξιοθαύμαστη ευελιξία των ραχιαίων μυών
μιας μέσης οδού που υποκλίνεται, διαρκώς υποκλίνεται
στο κατατονικό βαλσάκι των προαστίων,
τις εμμονές καθώς σιωπούν και τα κλειστά παραθυρόφυλλα,
λίγο πριν κλείσουν, το θρόισμα της διάψευσης μες στο πυκνό σκοτάδι
και μια κάμπια που με θράσος πρωτοφανές αρνήθηκε να γίνει χρυσαλίδα,
τον ντόρο του ασήμαντου να κάνει -εξυπακούεται- ασήμαντο ντόρο,
μια κοινωνία γερόντων μες στο αργόσυρτο μουρμουρητό της
και την πνιγμένη βλαστήμια του σερβιτόρου που απόψε βγάζει βόλτα τρία σκυλιά, κάντε ησυχία και θ’ ακούσετε
πως όλα στο βάθος τρίζουνε κάνοντας χαρακτηριστικό ήχο,
τον ήχο κάποιας ασήμαντης λεπτομέρειας
που είθισται ν’ αποβαίνει άκρως σημαντική,
συνωμοτικά μισόλογα σ’ ένα αναψυκτήριο members-only,
κάτι που τρίζει, κάτι που σπάει, κάτι που μπήγεται στο πλευρό,
κότσους να φροντίζουν τα καρβουνάκια τους
κι ολόκληρη την Αθήνα να τραυλίζει σκυφτή πάνω απ’ τους ωχρούς
παγωμένους της φανοστάτες,
όσους σας αγάπησαν ν’ απομακρύνονται σ’ έναν ορίζοντα σχεδόν κινηματογραφικό,
και το συκώτι σας που εδώ και είκοσι χρόνια προσπαθεί βοερά
να τα βγάλει πέρα μαζί σας,
έναν υπόγειο κρότο να σας φαρμακώνει τα σωθικά
διεκπεραιώνοντας την καθημερινή του ρουτίνα,
και τα αφράτα σας κατοικίδια να γουργουρίζουν
περιμένοντας να γυρίσετε από ακόμα μία συνέλευση
που άρχισε και τελείωσε την πρέπουσα στιγμή,
αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
πως κάθε ήττα είναι ολοσχερής, κάθε ανάγκη πρωταρχική
κάθε υποψία βάσιμη και κάθε μέλημα το κύριο μέλημά μας,
και πως υπάρχουν περιθώρια ελευθερίας για τον καθένα σας
ειδικά απ’ τις έντεκα το βράδυ ως τις επτά το πρωί,
πως ο αντίλαλος εφευρέθηκε για να κλείνει κανείς τ’ αυτιά του
κι η Ιστορία συνήθως γυρίζει την πλάτη της
για να θαυμάζουμε τις ουλές,
τον ήχο απ’ το άδειο κουδούνι της
ίδιος με αυτόν σαν να ’ταν μέσα,
τέλος
αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές
ίσως τα ευήκωα ώτα σας να συλλάβουν
ακόμα και τον οικογενειακό σας γιατρό, καθώς κοντοστέκεται
μπροστά απ’ τη μεταλλική εξώπορτα, στην οδό Γαλήνης,
αποφαινόμενος συγκαταβατικά:

«αγωνία και μοναξιά… αγωνία και μοναξιά
δεν είναι τίποτα
θα περάσει
φτάνει
να κάνετε ησυχία»

*Από τη συλλογή ‘Οδός Ρόδων”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2018.

Ευθύμιος Λέντζας, Δύο του αίματος

Δεν με είδες όταν σκότωνα 

μια κιθάρα με τα χέρια, 

έπαιζα με τις φλέβες κι 

έδενα τον κύκνο από τα πόδια,

με τον ήλιο στη μασχάλη σαν 

καπέλο, δεν περπάτησα αρκετά∙
με μια γομολάστιχα έσβηνα 

πίσω μου το δρόμο, τον ασβέστη 

από τον τοίχο: να πέφτει βροχή
στο δωμάτιο, να ξύνω τη σάρκα

και να βρέχει στο στήθος τ’ αμίλητα 

χείλη σου, τα φουστάνια 

– λιβάδια ηλεκτρικά να με χτυπάνε -

πίσω απ’ τις κουρτίνες, κανείς 
δεν μας είδε όταν 

σφάζαμε ο ένας τον άλλον.

ο ο ο

Είδα το κόκκινο, στο κίτρινο να κάθεται 
ακίνητο όπως μια πασχαλίτσα κάθεται 

στο φύλλο, όπως τα χέρια μου στα 

παγωμένα κάγκελα της βεράντας∙

με το κόκκινο είμαι, το κίτρινο μου

φέρνει πυρετό: απ’ την Ομόνοια στη 

Λιοσίων, μη ξεβάψει το δέρμα μου

στο πίσω κάθισμα καθώς θα αφήνω 

σαν στάμπα την τελευταία μου ανάσα,

να θυμηθώ πως ήμουνα παρόν όταν

σκοτώνανε τον Ζακ στο πεζοδρόμιο.

Σοφία Ταναΐνη, Δύο ποιήματα

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Απόψε χάρηκε η σελήνη
με τον ερχομό σου
τόσο που άγγιξε της γης το μεσοφόρι
και χάϊδεψε τα μυστικά της.

Ανατρίχιασε σύγκορμη.

Ώσπου βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι.
Δεν απελπίζεται.
Ξέρει πως θα ξανάρθεις.

***

ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΛΑΥΡΙΟ

Είναι δείλι
Στέκομαι αγνάντια στο Μακρονήσι.
Ο ήλιος γλείφει τις πληγές
που απόμειναν κολλημένες στους βράχους.

Ένα χαμόγελο σκιρτά στον ορίζοντα.
Νάναι άραγε η ψυχή σου
ή μια σκιά που κρύβεται ακόμα;

Στάθης Ιντζές, Δύο ποιήματα

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Τα μεσάνυχτα σηκώνεται άνεμος σφοδρός
στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Το φεγγάρι ολόγιομος παφλασμός η κάθε εικόνα του
αντάρα ασημένια· διασχίζει σαστισμένο
το ’ν’ άκρο του ως τ’ άλλο

Αν τύχει να διακρίνεις κάποια στιγμή
κάποιον στα γόνατα να πέφτει -να δει τι;
μπρος στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Θα ’ναι αυτός, ο δάκτυλος που τάραξε το πράσινο νερό
Αυτός η κλάδος της κουφοξυλιάς, η στείρα ρίζα του πλατάνου
Αυτός το βλέμμα που έγειρε προδοτικά
στη ζεστασιά του αστρικού σαβάνου

Κι αν τύχει να διακρίνεις κάποια στιγμή
κάποιον ξανά στα γόνατα να πέφτει -να δει τι;
μπρος στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Θα είσαι εσύ’ κι εκεί που υπήρχαν μάτια, θα περιδινούνται δυο οπές
Εκεί που υπήρχε πρόσωπο, ένα λευκό κατάλευκο προσωπείο
Κι εκεί όπου υπήρχε κρόταφος, κρανίου τόπος άνεμος σφοδρός κι έρημο τοπίο

Και το φεγγάρι ολόγιομος παφλασμός κι η κάθε εικόνα του αντάρα ασημένια.

***

Οΐ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ TOΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Τι θλιβερή που είναι
η επιστροφή των εκδρομέων του καλοκαιριού

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν
Επιστρέφουν κατά χιλιάδες κατηφείς

Μαύρα τα σύννεφα, μαύρα τα τσιμέντα, ορυμαγδός
Στα σκουριασμένα διόδια συνωστισμός

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν
Έξαλλη η άσφαλτος βράζει ολημερίς

Στα κράσπεδα ένθεν κι ένθεν της εθνικής οδού
παρασυρμένα τα τετράποδα ξεψυχούν
διερχόμενοι οδηγοί κάνουνε στάση για καφέ και τα χειροκροτούν

Μαύρα τα σύννεφα, μαύρα τα τσιμέντα, ορυμαγδός
Στα σκουριασμένα διόδια συνωστισμός

Τι θλιβερή που είναι
η επιστροφή των εκδρομέων του καλοκαιριού

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας.

Αντώνης Στασινόπουλος, Επτά ποιήματα

Πανσέληνος

ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ κεριά αναμμένα
τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες,
κάτι μυστήριο παραμονεύει,
νεράιδες φυλάνε τα περάσματα.
Είναι η νύχτα που οι μοναχικοί ξενυχτάνε με κρασί
και αγναντεύουν το είδωλό τους
στον καθρέφτη της σελήνης.

***

Αναδρομή

ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ του πετεινού
σπάζει τη σιωπή της νύχτας,
ώρα πέντε το πρωί
κάθομαι και αναπολώ.
Σύντροφοι στις διαδηλώσεις
περνούν μηνύματα
σαν κινηματογραφική ταινία.
Φάνταζε ότι άλλαζαν όλα γύρω μας
Και αλλάζαμε και εμείς.

***

Μόχθος

ΚΑΘΟΜΑΙ σε ένα λιθάρι
στην άκρη του αγρού.
Μερικές αχτίδες ήλιου
εισχωρούν στα φυλλώματα της καρδιάς.
Αρίφνητα μυρμήγκια έχουν φτιάξει μονοπάτι
και πηγαινοέρχονται ακατάπαυστα.
Και οι άνθρωποι σε δρόμους
Τον αέναο μόχθο τους μεταφέρουν.

***

Δεκέμβρης

Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ αναβλύζει από τα μάτια των παιδιών
σαν το δροσερό νερό της πηγής,
μιας πηγής που ξεδιψάν το μεσημέρι οι ταξιδιώτες.
Η θλίψη αντάμα με την οργή
ανυψώνει πύρινα οδοφράγματα.
Η εξέγερση από το μέλλον
με όλα τα χρώματα της ίριδας –
δρόμοι ελευθερίας.

***

Χριστούγεννα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.
Περίσσια τα αγαθά
προστατεύονται στις βιτρίνες.
Ατμόσφαιρα εορταστική και αφιλόξενη στην πόλη.
Μια εσοχή ζεστασιάς ψάχνουν άστεγοι και ρακένδυτοι,
μια έκπληξη τροφής στους κάδους σπουπιδιών.
Η κοινωνική δικαιοσύνη θα κάνει αλλού ρεβεγιόν.

***

Καταιγίδα

Ο ΗΛΙΟΣ απών
μουντός Δεκέμβρης.
Παγωνιά.
Εξαγγελιών εισβολή
καταιγίδα ανασφάλειας.
Σε καθημερινές αντιστάσεις οι ελπίδες μας.

***

Έρεβος

ΚΑΙΡΟΙ ΕΡΕΒΟΥΣ
το αίμα ρέει.
Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη
το αίμα μας.
Δε χορταίνουν τα κοράκια.
Ίσως κάποτε έρθει το φως
και ατενίσουμε το παρόν
με πλέρια αισθήματα για το μέλλον.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.