Yvan Goll, An Claire

Όποιος κι αν σ’ανταμώσει, νιώθει την απειλή της νύχτας
Που αρματωμένη με άγριες φτερούγες
Το έρημο σπίτι των μοναχικών αναστατώνει μ’ επισκέψεις

Σε νιώθει ν’ αγαπάς και να στάζεις αίμα
Αμφιταλαντευόμενος να φθίνεις σαν τους κάλυκες
Των ρόδων πάνω στην οδό του μαρτυρίου

Ν’ αναβλύζει απ’τον ώμο σου το ανονείρευτο
Η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης
Κι ό,τι μπορούν να κατορθώνουν πάντα οι άγγελοι

Αυτά δε φέρνουν τη γαλήνη μιας τέτοιας πείρας
Είσαι η μορφή από αστέρια που πάντα ξαναπλάθεται
Είσαι η προβιά του λιονταριού που ντύνεται ό ήλιος

Μη θλίβεσαι τόσο βαθιά για το νεκρικό έντομο
Άσε τα κρύα απειλητικά του ονείρου μου ροδάκινα
Μες στην καλοκαιριάτικη ανάσα σου να ωριμάζουν

*

Εγώ ήμουν γεμάτος ερωτήματα και συ η μάγισσα
Πίνω στο τρίποδο του χρόνου

Σού εφερνα θυσία το ονειροζώο μου
Και συ μού ‘δινες πίσω τον καπνό της θύμησης

Ήταν ένα ελάφι στο μέτωπό σου χαραγμένο
Από τα πράσινά σου βάραθρα μού ερχόταν

Το τραγούδι που δεν ακούστηκε ποτέ
Γιατί χυνόμουν μες στα πύρινα βουνά σου;

Έχω ξεχάσει από καιρό τι έψαχνα να βρω:
Τον έρωτα ή τη γνώση

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη” (“Traumkraut”). Μετάφραση Δ.Π. Παπαδίτσας. Εκδόσεις στιγμή 2002.

Αντώνης Μπουντούρης, Ίσως

Ισως δεν είναι ακόμη ένα λάθος
Νά’ναι το πάτημα στραβό
Παχύσαρκο το πάθος.
Ισως

Απο τη Γκιώνα στο Γράμμο
Απο τους Κορυσχάδες στο Βίτσι
Την Καισαριανή και την Κόνιτσα
Απο το Μπούλκες στην Τασκένδη
Απ’τη Κερύνεια στις λιάστρες
για να ξεραίνονται οι μνήμες.

Απο το νύχι που σκαλίζει
στον τοίχο που γυαλίζει.
Ολοι οι αντίλαλοι
Αντίπαλοι.

Ερίζοντας οι ύμνοι με την άβυσσο
μαύρο ρίγος ακουμπούν
τη βροντερή ηχώ
Βαθιά στα τύμπανά μας.

*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”,εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Ευτυχία Παναγιώτου, σαν ουτοπία

το σπίτι ετούτο είναι γερό δε φοβάμαι καθόλου για το σπίτι*
Αμαλία Τσακνιά
σκύβουμε στο πάτωμα, τα πρόσωπά μας κοιτάμε
στο καλογυαλισμένο πλακάκι, τεντώνουμε τα χέρια ο ένας
προς τον άλλο παραμένοντας σκυφτοί, ώσπου τα δάχτυλά μας
να πλεχτούν, να ενωθούν, να διαιρεθούν, να γίνουν
από τέσσερα τα χέρια δυο. όπως πιανόμαστε σφιχτά,
ισορροπούμε στο κενό και κοιταζόμαστε στα μάτια,
ισορροπούμε στο κενό όταν είμαστε δυο.

μέσ’ απ’ τα γυαλιά σου βλέπω δάκρυα, δεν είναι λες
δάκρυα, μα είναι δάκρυα, και σου σκουπίζω τα γυαλιά
με τη γλώσσα μου και σου χαρίζω τη γλώσσα μου.
μπορεί να μην είναι δάκρυα, είναι πάντως βροχή

σου γυαλίζω τα γυαλιά με τις βλεφαρίδες και σε βλέπω
παραμορφωμένο, σε κοιτώ σαν παιδί, σε κοιτώ όπως
ατενίζει κανείς για πρώτη φορά τον κόσμο και περιμένω”
να πεις τις λέξεις που πρέπει να λένε οι άνθρωποι
τέτοιες στιγμές, μα εσύ δεν μιλάς.
με κοιτάς απ’ την ίδια απόσταση

εξασκούμαστε στη σιωπή και ισορροπούμε στο κενό σαν δυο
συγκοινωνούντα δοχεία άμμου.
στο παιχνίδι αυτό, όποιος γελάσει πρώτος χάνει

επιμένεις να με κοιτάς και τα χείλια μου σκάνε νευρικά
στον ουρανό σαν μπαλόνι.
το να χάνεις είναι μια υπόθεση βλέμματος

γελώ δυο φορές, είναι σαν να χάνουμε κι οι δυο.
αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί

σκύβουμε πάλι στο πάτωμα, τα πρόσωπά μας πάντα
σκυμμένα στο λευκό πλακάκι, είναι το χαμογελαστό
πλακάκι, σπάει εύκολα και γίνεται γέλιο, ένα εξαίσιο
ηχηρό πυροτέχνημα’ εκτινασσόμαστε στον μοβ ουρανό,
καθώς τα δάχτυλά μας, ταγμένα να ’ναι κολλημένα μαζί,
μας κάνουν σύνολο δέκα. μας κάνουν δυο, χέρια δυο.
θες να ’σαι το αριστερό, γίνομαι το δεξί, έπειτα αλλάζουμε
θέσεις κι οπτική.
το να δίνεσαι είναι απ’ το να δίνεις ανώτερο

αναποδογυριζόμαστε σαν κλεψύδρα, από πάνω είσ’ εσύ.
ώς απάνω με γεμίζεις με άμμο.
να επαναλαμβάνω, θέλεις να ορκιστώ, την προσευχή σου,
τις πιστευτές σου λέξεις;

κινούμαι στο βάρος σου.
υπόσχομαι να λέω μονάχα κάτι που δεν πρόκειται να πω

εκτός κι αν είναι αλήθεια.
αυτή η σημαία που υφώνω

σου πλένω τα γυαλιά και σου χαρίζω τη γλώσσα μου.
όταν γράφεις κάτι γίνεται

*Από τη συλλογή “Μαύρη Μωραλίνα”, 3η έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, 2010.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ξημερώνει II

Αφήνω τους εφιάλτες μου
σκεπασμένους κάτω από το πάπλωμα
και βγαίνω απ’ το δωμάτιο ακροπατώντας
όπως έχω δει τη γάτα μου να κάνει

Η ημέρα της ανάληψης δεν είναι ποτέ
εκ των προτέρων γνωστή
(εκτός κι αν είσαι ο Μαγιακόφσκι)
γι’ αυτό ακολουθώ αυστηρά το καθημερινό μου τυπικό

Με τρόπο ψυχαναγκαστικό, σαν αυτιστικός ιδεολόγος
ολοκληρώνω με ακρίβεια χιλιοστού την περιστροφή μου
Υπάρχουν βέβαια και χειρότερες περιπτώσεις
όπως εκείνη της αλεπούς που έστειβε σύννεφα

Αλλά ας είναι, ο καθείς και οι νευρώσεις του
όπως έλεγε ο Δρ. Φρόιντ
βουτώντας κρυφά το δάχτυλο στο βάζο
με την άχνη ζάχαρη της μάνας του

***

Η αμαρτωλή γραφή ή Ξόρκι συνοδεία βιόλα ντα γκάμπα

Στην Ai Ogawa

Εντός μου κατοικεί μια σκιά
που συνέχεια ζητάει
φαΐ, κρασί, έρωτες
Όταν φωνάζει τραντάζομαι τόσο, που
σπάνε τα τζάμια απ’ τα γυαλιά μου

Όμως, πώς να ξεδιψάσεις τις γλυφές ημέρες;
Και ποιος να ξεσκονίζει τώρα τη θάλασσα;

Όταν στη μέση της ζεστής νύχτας
ακούγεται το κλάμα ενός αγγέλου
που επιστρέφει
σκοτωμένος στον παράδεισο

— Παιδί που γυρνάει βράδυ
στο σπίτι κλαίγοντας
με γδαρμένους αγκώνες, γόνατα
και στην αγκαλιά το σπασμένο του παιχνίδι –

Εγώ ήθελα μόνο να τινάξω το σκοτάδι
από το φόρεμά σου

Να μη συμβαίνουν όλα για μια κρυφή ικανοποίηση

Να σ’ αγαπώ
όχι από συνήθεια ή ανάγκη

Είσαι ο Ιωνάς. Είμαι το κήτος

Να μην εγκαταλείψεις ποτέ τον πιο αμαρτωλό δούλο σου, Κύριε


*Από τη συλλογή “Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα”, εκδόσεις Οδός. Πανός, 2019.

Κατερίνα Αγυιώτη, από τον “Φρουρό”

Μίλα μου για σένα. Ας πούμε, μ’ αγαπάς;

*

Να θρηνείς σα να έχει περάσει η λύπη
είναι η καταδίκη που σου χρειάστηκε.

*

Τα λουλούδια στις κοιλότητες των αυτιών μου
δεν είναι από την επαφή μου με τους κήπους.

*

Να είσαι νάρκισσος είναι μια υποχρέωση να περιμένεις
υπομονετικά να κοιμηθεί αυτός που θα μπορούσες να αγαπήσεις.

*

Κάποια μέρα που θα τα πάρω άγρια στο κρανίο, θ’ αρχίσω
ν’ αγαπάω αβέρτα κι όποιον πάρει ο χάρος.

*

Από τη σωστή απόσταση, οι άνθρωποι εννοούν ακριβώς
αυτά που λένε. Τα άλλα είναι ιστορίες δύστυχων συνομιλητών,
εκπεσμένων από την κυριολεξία.

*

Μου μιλούσε σα να μου διάβαζε τον κατάλογο των νεκρών,
κοιτώντας με ευγενική αγωνία έπειτα από κάθε
όνομα, αν ήξερα κανέναν.
Έρημος είσαι αν δεν είχες κοινούς θανάτους.

*

Η αμφιθυμία μου είναι η απώλεια του παραδείσου των
άλλων – ένας θρίαμβος.

*

Όταν σε παρατηρώ διαστρεβλώνεσαι – πρέπει να σε
κοιτάω περνώντας σα μέλισσα
και με την ησυχία μου ύστερα
ν’ απλώνω μέσα μου το έλεος σου.

*“Φρουρός”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Πόπη Γιόκαλα, Το ταξίδι

Ένα πρωινό με διάθεση χαράς ξεκίνησα το ταξίδι –
Αποσκευές τα όνειρα-
Συντροφιά οι σκέψεις-
Οι θάλασσες που θα συναντούσα-
Τα πανύψηλα βουνά-
Τον έρωτα-
Την Αγάπη-
Και…
Ξεκινώ-
Όλα Υπέροχα-
Γύρισα κάμπους, πόλεις μαγικές-
Έζησα πανηγύρια, μέθυσα με την
Ανατολή το ηλιοβασίλεμα…
Η ψυχή γεμάτη έκσταση-
Τ’ αστέρια πάνω μου συντροφιά-
Το φεγγάρι έλουζε τα μαλλιά-
Φώτιζε το όνειρο-
Τα μονοπάτια με λουλούδια έκαναν τα βήματα χορό-
Οι μέρες υπέροχες-
Η μοναξιά όμως;
Πάντα συντροφιά-
Έγινε κτήμα, προχωρούσα μαζί της-
Ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπο-
Φώτιζε γλυκά την ψυχή-
Έδινε ελπίδα-
Εξερευνώντας το κάθε τι…κατάλαβα ότι….
Μου έλειπε το τραγούδι-
Έκανα τραγούδι το ταξίδι-
Γέμισε νότες η ψυχή-
Βγήκα στο απέραντο γαλάζιο-
Η απεραντοσύνη έφερε λυγμούς-
Η θέα προς την ελευθερία με τρόμαξε-
Η ζωή επανήλθε πάλι στο ρυθμό
της καρδιάς-
Το φως των άστρων με φόβισε-
Έμεινα μόνη να κοιτώ-
Τυλίχτηκα στο σώμα και έδωσα πνοή-
Σκούπισα το δάκρυ-
Πήρα δύναμη απ’ τα φτερά μου-
Σηκώθηκα-
Έψαξα-
Προχώρησα-
…κάπου θα βρω την Αγάπη τον έρωτα μια φωλιά μέσα μου σκεφτόμουν-
Όλα πάλλονται στην απεραντοσύνη του κόσμου-
Τρέμουν στην καρδιά-
Γυρίζουν για μια ανάσα δίπλα-
Οι μέρες περνούσαν-
Συνειδητοποίησα-
Η Αγάπη είναι παντού-
Αρκεί να τη βλέπουμε με τα μάτια της καρδιάς-
Να ευχαριστήσουμε το θεό για το εξαίσιο κόσμο-
Και όλα γίνονται απ’ την αρχή στα μέτρα που μπορείς-
Όταν έγινε αυτό-
Τα βρήκα γύρω, παντού-
Τ’αγκαλιασα-
Δάκρυσα από χαρά και συνέχισα να ζω τη γλύκα της ζωής-
Στην Αγάπη δεν υπάρχουν δρόμοι-
Τους φτιάχνουμε εμείς-
Το ταξίδι όλο
Η ΖΩΗ
Μια διαδρομή-
Μια στιγμή-
Ένα δάκρυ-
Ένας πόνος-
Μια χαρά-
Ένα σκίρτημα-
Μια αύρα σ’ ένα όνειρο-
Ένας τεράστιος ποιητικός ουρανός μ’ αστέρια για συντροφιά και φτάνει-
Θα ταξιδεύω στη διάφανη λίμνη που οι ορίζοντες θ’ ανθίζουν…
Ψάχνοντας το τέλειο χρώμα.

Ράνια Καταβούτα, Πάτρα

Θα είναι πάντα απόγευμα γωνία Αράτου και πλατεία Όλγας
τρένα που βγήκαν απ΄τις γραμμές
πλοία που σαλπάρανε στα μπαλκόνια
κι εγώ κρεμασμένη στα κάγκελα
Σαρανταπόρου, Φαβιέρου
παλιό σκυλί η μνήμη
Τραμ και Καζάρμα
αυτός ο στίχος θα ΄ναι πάντα της Πάτρας
Ρήγα Φεραίου κρεμασμένα νυφικά
ήδη σε ξέχασα, Μαιζώνος
Καρόλου μεσάνυχτα, σονάτες μαχαίρια
του Τροχού τα βιβλία και μάγισσα Νέλλη

Αυτό το ποίημα δεν είναι δοξαστικό
τρώει τις σάρκες του
σαν το σκυλί στην ερημιά του Σαχτούρη

πόσα σκαλιά ανέβηκα για να σε δω απο ψηλά να καίγεσαι
πόσα λεωφορεία πήρα για να σε δω τη νύχτα
πόση θάλασσα μέτρησα
πόση Πάτρα αποχαιρέτησα
στον τέταρο όροφο ενός παλιού Αστέρα

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Jericho Brown, Αγαπητέ Δόκτορα Φρανκενστάιν

Ξέρω κι εγώ την τέχνη της κατασκευής ανδρών
μες στο ημίφως από θραύσματα
Καθώς ο διάολος θα με πάρει αν δεν

Πέσει κεραυνός όταν ξεχνάω ότι ένας
Ίσως έχει ενός κλέφτη τον αντίχειρα,

Άλλος, το χέρι δολοφόνου,
Βλέπω τους άνδρες που έφτιαξα να φεύγουν
Σαν μια ιδέα που ‘θελα να καταγράψω

Σαν ένα όχημα που κόλλησε
Στην όπισθεν, όπως το τέρας

Που συνάντησε ο θεός όταν ο
Αδάμ τα ζώα ονομάτισε και διεκδίκησε την
Εύα, γυρνώντας προς το μέρος της από τους ουρανούς

Σαν να ‘τανε δική του
Για να τρέξουν. Τίποτα απ’ όσα είπε δε δαμάζονταν.

Τέχνη καμιά. Ούτε εν σοφία. Καμιά κατάσταση
στα χέρια του που πήρε ή στα χέρια σου ή στα δικά μου,
Τίποτα απ’ όσα φτιάχνουμε δεν μας ανήκει.

……………………………………………

Dear Dr. Frankenstein

I, too, know the science of building men
Out of fragments in little light
Where I’ll be damned if lightning don’t

Strike as I forget one
May have a thief’s thumb,

Another, a murderer’s arm,
And watch the men I’ve made leave
Like an idea I meant to write down,

Like a vehicle stuck
In reverse, like the monster

God came to know the moment
Adam named animals and claimed
Eve, turning from heaven to her

As if she was his
To run. No word he said could be tamed.

No science. No design. Nothing taken
Gently into his hand or your hand or mine,
Nothing we erect is our own.

Jorge Palma, The last trees

That afternoon,
The last one
When they cut
The forests
And the big trunks fell
The size of heaven
Making the world tremble.
That afternoon,
The last one
He, who never had
State of knees
Not to beg to rain,
Now I felt the stones
Sinking into his skin,
Pushing Meat / Muscle /
Nerves that hurt.

“my whole life at the tip
From a gun “, he thought.
That afternoon,
The last one
When they cut the forests
On the side of heaven
And the last trunks fell
Making the earth tremble.

Τα τελευταία δέντρα

Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Όταν κόψουν
Τα δάση
Και οι μεγάλοι κορμοί πέσουν
Το μέγεθος του ουρανού
Κάνοντας τον κόσμο να τρέμει.
Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Αυτός που δεν ένιωθε ποτέ
Τα γόνατά του
Μην παρακαλάτε να βρέξει,
Τώρα ένιωσα τις πέτρες
Που βυθίζονται στο δέρμα του,
Πιλέζοντας το Κρέας / τους Μύες /
Νευρώνες που ενοχλούν.

“όλη μου η ζωή στο άκρο
Από ένα όπλο”, σκέφτηκε.
Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Όταν κόβουν τα δάση
Από την πλευρά του ουρανού
Και οι τελευταίοι κορμούς έπεσαν
Κάνοντας τη γη να τρέμει.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Καφετζής, Εντάξει, καλύτερα τώρα; Τώρα νιώθεις πιο ασφαλής;

Παίξε το παιχνίδι τους, θα δεις θα σ’ αφήσουν
Είναι το παιχνίδι που σ’ αρέσει να κερδίζεις
και όταν πια στην παγίδα τους σε κλείσουν
δεν θα μπορείς ούτε το πάτωμα ν’ αγγίζεις

Μ’ ένα χρυσό κλουβί θα σου την πέσουν
Θα σε βάλουν τη μελωδία τους να τραγουδάς
Πόσο τυχερός είσαι και πόσο θέλεις να σε δέσουν
Εκεί έξω είναι επικίνδυνα μου λες και με κοιτάς

Εκεί έξω έχει πόλεμο, στις ειδήσεις το είδες
Ένα μάτσο αληταράδες σκαρφαλώνουν στην αυλή
των σπιτιών με τα τζάκια και τις ωραίες βιβλιοθήκες
Θα μπουν ένα βράδυ και θα σ’ ανοίξουν το κλουβί.