Θάνος Ανεστόπουλος, Κίτρινα Χρόνια (Ο κύκλος)

Της πιο μικρής μου μέρας, της ασήμαντης.
Του πιο μικρού μου ύπνου, του ασήμαντου.
Του πιο ανώφελου φευγιού το τέλειωμα.
Του πιο ανάξιου διάλογου το τέλειωμα.
Του πιο μεγάλου πότη το “ποτέ”.
Του πιο μεγάλου ανάξιου το “γιατί”.
Του άξιου αδελφού μου το μυστρί.
Του δόλιου του Πατέρα μου ο ιδρώτας.
Ο φόβος να μην πέσει χάμω ο Γιος μου.
Ο φόβος μήπως και δεν νικηθεί ο φόβος.
Ο Γιάννης, ο Αλέξης που δεν είναι πια.
Ως σώματα, ως αιθέρες, ως θηλιές.
Που η ζωή μας κατρακύλησε;
Σε ποιες άνισες σπηλιές;
Σε ποιες ασήμαντες στεριές;
Όλα αυτά είναι που σκιάζουν τη σκιά της ομορφιάς.
Όλα αυτά είναι που λιάζουν το απόψε μιας γενιάς.
Όλα αυτά είναι που τέμνουν τον χρόνο και το άδικο.
Όλα αυτά είναι που ενώνουν τον πόνο με το φάρμακο.
Της πιο μικρής μου αγάπης της ασήμαντης.
Του πιο μικρού της κύκλου τις γραμμές.
Του πιο αγνού μου Κρίνου τις ρωγμές.

Ε. Μύρων, Έξι ποιήματα

Κακή ζαριά

Όλες οι πιθανότητες
γκρεμίστηκαν –
μόνη στέκει πια
η έβδομη πλευρά.

***

Διπλανός

Έμαθε
(από τόσος δα μικρός)
να παπαγαλίζει:
“Τι κάνεις, καλά;”

***

Στέκι

Σα μαγαζάκι στριμωγμένο στο κέντρο
που μικραίνει
για να χωράει στην πιάτσα
έτσι μικρός έγινες
στέκι για εφιάλτες.

***

Δεξιότητες

…ήταν κακή επιλογή τα όνειρα
για άρματα –
βούλιαξαν από νωρίς
στη λάσπη.

Εκεί πας με το ελαφρύ βιογραφικό.

***

Άρνηση

Με τα δόντια κρατάω
εκείνη την παιδική ανάμνηση –
κι ας θυμίζουν όλα γύρω
εξαγωγή φρονιμίτη..

***

Μωβ ανοιχτό

Μέσα μου
μιά θάλασσα χύθηκε.
Μου πνίγει το αίμα
λίγο-λίγο·
ξεβράζοντάς το
στους μορφασμούς
αγνώριστο.

*Από το ποιητικό φυλλάδιο με τον τίτλο “Απνευστί”, έκδοση του ποιητή, 2019.

Μαρία Πανούτσου,‘Ουδέν νεώτερον’ από το μέτωπο

α

Ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά
και μ’ έβγαλε απ’ την λίμνη που κρυβόμουν

β

ένα παιδί πάντα στο όνειρο μέχρι το χάραμα/
σε σκουπιδότοπο το βρήκα/ σε μάντρα/

μέσα μου ήξερα/
δικό μου γέννημα ήταν/

μια τσιμπιά στο μπράτσο/
μέλισσα με συναισθήματα και βλέμμα ανθρώπου
λιγδιάρικο μωρό φώναξα και ξαναφώναξα/ και γλίστρησα/
φύγε από πάνω μου/ δεν σε αναγνωρίζω

γ

Ναυάγιο το ταξίδι
Και το κραταιό φιλί ανύπαρκτο
Στεγνά τα χείλη και το κάθε τι
Σταφύλι και ρόγα κουκούτσι χυμός
Αναδύονται και ένα σώμα στο χώμα μπηγμένο
Αναφωνεί το υπέρτατο όχι
Νοσταλγία, νοσταλγία, νοσταλγία, φωνάζω
Τώρα η πόρτα ανοιχτή περάστε κόσμε

Ο έρωτας ως μία απόλυτη απώλεια

Κέα 2η Σεπτεμβρίου 2019

Γρηγόρης Σακαλής, Ρεύμα

Ο πλανήτης φλέγεται
Σιβηρία, Αμαζόνιος, Αφρική
να σώσουμε τη γη
είναι το πρώτιστο καθήκον
πρέπει να μπει στην ατζέντα
του καθημερινού αγώνα
που δίνουν οι άνθρωποι
για δουλειά, προκοπή
ελευθερία
η σωτηρία της γης
είναι προϋπόθεση
για όλα τ΄άλλα
η οικολογία
συναντά την αυτονομία
μπαίνει στις σημαίες
και στο λόγο
των αγωνιστών
μαζί μετατρέπονται
σ΄ένα παγκόσμιο ρεύμα.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες – Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

19.

Ο καθένας κουβαλά τις εμμονές του
Όπως άλλοτε
Σ’ ένα δεμάτι πίσω στη ράχη κρεμασμένο
Τα άπλυτα οι γυναίκες στα χωριά μας
Τραβώντας ίσια για τον τράφο
Να κοπανήσουν με γλυκά τραγούδια
Το χάραμα ή το μεσημέρι
Πάνω στην πλάκα τα σκουτιά τους•ωστόσο
Υπάρχουν σκέψεις σαν εμμονές
Που κανένα ποτάμι δεν ξεπλένει
Και το φουσκωμένο ρέμα δε βγάζει πουθενά•
Κι ενώ εκείνη μιλά
Για σφιγμένες γροθιές κι επαναστάσεις
Ξεσηκωμούς και δίκαιες εξεγέρσεις
Εγώ τις ρώγες της κοιτάζω
Που ορθώνονται και σπρώχνουν
Ρόδινα βέλη το λευκό της φανελάκι•
Μιλά με χάρη – ποια φυλλωσιά και
Ποια τζιτζίκια
Και ποια ακούσματα των δέντρων –
Αλλά δεν ξέρει πως την είδα χτες στα όνειρά μου
Να ρίχνει πέτρες στην ποταμιά
Ή στην άκρη να κοιμάται τού ύπνου μου
Στο άνοιγμα των φτερών μιας ανεμώνης
Και στα πιο μικρά καθρεφτίσματα να κάνει νερά
Γαλήνη που μάζευα σταγόνα τη σταγόνα
Για να πιω μετά μονορούφι μια πηγή•

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Τρία ποιήματα

1

Ο χρόνος είναι δίκαιος
και η ανατολή η απόδειξή του

Δες!

Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει

την ομίχλη
το πείσμα
την εμμονή
στην ουτοπία.

***

Λέω, αν δεν πονάς, κάτι δεν κάνεις σωστά.

Λέω, υπάρχει ένα όνομα γι’ αυτόν,
που κυνηγάει τον πόνο –
που κυνηγάει τον βέβαιο πόνο –
με την ελπίδα να γλιτώσει.

Λέγεται μαλάκας.

***

Ανεπαίσθητα μεσημεριάζει η Κυριακή.
(κέρνα με ακόμα ένα)
Όσο κι αν το επιθυμώ
δεν ευχαριστιέμαι τις μετρημένες ώρες.
Παλεύω τουλάχιστον για τη Δευτέρα.
(Να μην έρθει)
Η πουτάνα πάντα έρχεται.

Ας παίξουμε ένα παιχνίδι
“Τι βλέπω;”
Περιέγραψε
Την πόλη
Μοιάζει με νεκρό τοπίο
Ξέρεις πώς είναι ένα νεκρό τοπίο.

*Από τη συλλογή “Μοναχοπαίδι”, εκδ. Βακχικόν, 2016.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Έπεφτε κίτρινη βροχή απ΄ τα γιγάντια μάτια
σίδερα σπαρμένα στο χώμα.
Η μάνα έστρεφε το λαιμό
φέγγος βαθύ
μια τρύπα ολάσπρη από καπνό και ανάσες.
Τα χέρια της ψαχουλευτά στο σώμα του ψαριού
στη θάλασσα που ντύθηκε τη σκουριά του αίματος
και ήπιε ως το τέλος τη μιλιά της.

Στο βάθος τα δάχτυλα χάνονταν στο φως.
Φλόγες ντυμένες του Ιώβ την προβιά
δέντρα γυμνά από χυμούς
ριζώναν ισχνά
μες στη φλέβα της πέτρας.

***

ΑΠΟΛΟΓΟΣ

Θα ‘ρθει καιρός που τα παιδιά
θα στρέφουνε τις κόγχες των ματιών τους στον πατέρα
κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα
μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου
σε πέτρινη θάλασσα.
τα πόδια θα συστρέφονται στ΄ άλικο χώμα
τ’ αλάτι θα στομώνει τα μάτια
θα παίρνει με βία τις κραυγές τους
θα τις απλώνει στο στήθος
βρεγμένο ρούχο
να στεγνώσουν.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Χωροχρόνος

Θέλω να γράψω την ιστορία.
Χιλιάδες φορές.
Ξανά και ξανά.
Μέχρι να σταματήσεις
να αντιστέκεσαι
στην έλευση του τέλους
που ποτέ δεν φαντάστηκες.

***

Το εκκρεμές του Φουκώ

Το περίφημο εκκρεμές του Φουκώ
είναι θαμμένο
στην αυλή του παλιού μου σπιτιού.
Με περιμένει πάντα
όταν θέλω να νιώσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου
κι όταν αποζητώ
της παιδικής μου ηλικίας την ταλάντωση.

***

Άφυλο

Άσε με στα μάτια σου
να αναστήσω τη Ρώμη
να καίγεται.
Καθώς λικνίζομαι
στο χορό των επτά πέπλων
και σου ζητώ
να βομβαρδίσουμε την αυτοκρατορία,
η Σαλώμη δεν έχει πια φύλο.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Αντώνης Αντωνάκος, Δύο ποιήματα

Οι έρωτες

Οι έρωτες εξαφανίζονται
σαν μώλωπες
μα τίποτα δεν γιατρεύεται

Η βροχή πέφτει στ’ ανοιχτά μας μάτια
πάλι και πάλι με τον αμβλύ της ήχο

Φαρμακωμένοι γυρνούμε στα φαρμακεία
Πίνουμε σιρόπια και κολόνιες

Γυρνούμε στους δρόμους
χωρίς παρελθόν
κι έρωτες το μόνο μας μέλλον

***

Εφτά φορές στην Αμοργό

Στην Αμοργό ένιωσε τι εστί

ωθήσεως χαλαρής παρανάλωμα

σβέρκος σερνικός που ’χει γυρίσει πλευρό

εφτά φορές στην Αμοργό

όλο ζουμιά και σύμβολα και ρίμες

γάμο εκάμνανε τρικούβερτο

κι ένας έφαγε τον άλλο

*Από τη συλλογή “Φαινομενολογία Του Γυμνού Πνεύματος”, εκδ. Αδέσποτος Σκύλος, Οκτώβρης 2018.

Richard M. Berlin, Πώς ένας ψυχίατρος γράφει ένα ποίημα

Αρχίζω με τις αναμνήσεις των ωρών
που πέρασα σαν ασθενής και τον κανόνα
του Φρόιντ στο “Οι Βασικές αρχές”.

Πες ό, τι σου κατέβει στο κεφάλι,
σαν τον ήχο που κάνουν τα καφέ φύλλα
όταν σκορπίζονται στο πεζοδρόμιο

σ’ αυτήν την ήπια μέρα του Νοέμβρη
και τη μυρωδιά του καπνού
απ’ τις φωτιές που καίνε στα λιβάδια.

Μετά αναπαύομαι στη δερμάτινη πολυθρόνα
και θυμάμαι τις λεπτομέρειες του πρωινού-
η γυναίκα μου κουλουριασμένη μες στο πάπλωμα,

τα στήθη της ακόμα ζεστά καθώς ντύνομαι,
η ψίχα των καρυδιών στο στόμα μου,
μαζί με τη γεύση του τσαγιού Earl Gray.

Αυτή τη στιγμή ο θεραπευτής μου θα σταυρώσει
τα πόδια, θα με κοιτάξει στα μάτια
περιμένοντας κάτι να του αποκαλύψω

που με πονάει πολύ, βαθιά μες στην καρδιά,
και για τον ευχαριστήσω ίσως του πω
μερικές απ’ τις μικρές μου αγωνίες

από μια καθυστέρηση σ’ ένα ταξίδι μου για ένα συνέδριο
εξαιτίας των επισκευών σε μια γέφυρα του Rawson Brook,
την κόκκινη λάμψη της εξαντλημένης μπαταρίας του κινητού

ή την απειλή του άνθρακα που άκουσα στο ράδιο.
Θα ’λεγα, Η βιοτρομοκρατία μου θυμίζει την αρρώστια
του πατέρα μου
. Και να που μιλώ πάλι για τον πατέρα μου.

Βλέπω τον θεραπευτή να γέρνει μπροστά
στην πολυθρόνα του και να μου γνέφει να κάνω λίγο
πιο γρήγορα, κάτι μόλις περνά απ’ το μυαλό μου,

ότι δεν σκέφτηκα να συζητήσω μαζί του
την συνομιλία που ’χα χθες βράδυ με την μητέρα
που μου ’πε ότι έχει ένα μελάνωμα

στο μηρό της, το μηρό που αγκάλιαζα
πεντάχρονος όταν ψωνίζαμε
σ’ ένα διάδρομο του Grand Union.

Θυμάμαι αυτές τις στιγμές
σαν τις πιο στενές που μοιραστήκαμε
τη λεία, μαλακή επιφάνεια του δέρματος,

το λεπτό χρυσό βραχιόλι στον αστράγαλό της,
το χακί σορτς της και το άρωμα Shalimar.
Ναι, η ψυχοθεραπεία πάντα οδηγεί πίσω

στη μητέρα. Αλλά πριν μπορέσω να ξεδιαλύνω
το Οιδιπόδειο δράμα μου με την θεραπεία
ή μ’ αυτό το ποίημα, πριν αντιληφθώ τη θλίψη

που αρχίζω να αισθάνομαι
ακούω τον θεραπευτή μου να λέει, Τέρμα
χρόνου
, και σηκώνεται και κοιτάζει έξω,

με τον ίδιο τρόπο που κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου
ακριβώς τώρα, προσέχοντας τα φύλλα που κρέμονται
απ’ τη βαλανιδιά λίγο πριν πέσουν.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, σε επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Μίλτου Αρβανιτάκη. Θεσσαλονίκη 2018.