Στέλλα Δούμου, Κατά το μέγα έλεός της

Της διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε
Ύστερα τα έπνιγε στον ασβέστη σαν γατιά
Και την παρατούσε με λύσσα
Για να την κάνει να κλαίει
Αργότερα, όταν κανείς δεν κοιτούσε
Τα έθαβε μ’ ένα φτερό για σημάδι
Για να πετάξουν ξανά
Κατά το μέγα έλεός της
Ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε πόσο την αγαπούσε.

*Από τη συλλογή “Το άλογο που έγραφε”, Σμίλη 2020.

Σάκης Κεντής, Ποιήματα

Lenna Wolt, Το μέτωπο του Νίκου Εγγονόπουλου κατά το έτος Νίκου Εγγονόπουλου, κολλάζ (2007)

ΠΟΣΟ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Κάθε βράδυ
Βάφει στο φαρμάκι τα νύχια της ψυχής του
Στολίζει το πέος του με ασπίδα και κοντάρι
Τινάζει αγέρωχα τα φίδια τα μαλλιά του
Μουσκεύει το σώμα του
στη λάβρα της αθανασίας
Ξηλώνει τα μάτια της μέρας
να φανούν τα κάρβουνα
Καρφώνει τη φτέρνα του στη λόγχη του έρωτα
Βρυχάται στο κτήνος μέσα του να ξυπνήσει
Βιδώνει καλά το καπάκι της νοσταλγίας
Παίρνει την τελευταία στροφή
Φοράει τα βήματα της αντιλόπης
Και επισκέπτεται
Χωρίς να σκέπτεται
Μόνο σπαρταράει
Και όλο γελάει
Δοκιμάζει
Και δοκιμάζεται
Έρχεται η εικόνα καβάλα στην καύλα της
Την αρπάζει και τη βατεύει επί τόπου
Στο ρυθμό της ραπτομηχανής

Τις περισσότερες φορές μαργαριτάρια
στάζουν τα δόντια του
και στα νύχια του
οι καρφωμένες σάρκες
ξετυλίγονται μετάξι
Η επέλαση συνεχίζεται ακάθεκτη
Καθώς ταΐζει την ατμομηχανή απερίσκεπτα
ανάμεσα στους ατμούς και τους θορύβους
όλα κλειστά, η αγωνία
η νοσταλγία
ο φόβος
κλειδωμένα στο υπόγειο της επιθυμίας

Κι όμως εκεί στον ανέφελο ουρανό
κάτι μέσα του τον τρώγει
«Τι διαβολική ευθυμία είναι αυτή
πού ήτανε, πόσο κρατάει
πόσο το τίμημα
και ποιος το ζητάει»

***

ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΡΩΓΜΗ
Αρτεσιανό φρέαρ, Αντλία, Μηχανή
και ό,τι άλλο σκαρφιστεί
ο Θησέας και το σπαθί του
Όλα για μια στιγμή
για μια μικρή ρωγμή
ν’ αναβλύσει
απ’ το επίπεδο του υπόγειου ορίζοντα
το νάμα της ζωής
μια στάλα, ίσως ρυάκι
ή κρύσταλλος ή θειάφι
ή άλλο τι
καθάριο, τέλειο, αθάνατο
ανόργανο
αμετάβλητο στον ήλιο
στον αέρα
Τόσο διαφορετικό
απ’ το ζουμερό
το εύπλαστο
και το σαρκώδες,
το οργανικό
το μεταβλητό
που καταναλώνεται,
σε μια στιγμή περνά
από την ύπαρξη
στην ανυπαρξία και χάνεται
στ’ απόβλητα της πράξης

***

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΜΕΡΕΣ

Λαλίστατοι εσείς — εγώ μουγκός
Χαρούμενοι εσείς — εγώ λεπρός
Φιγούρες εσείς — εγώ αγαρμπιές
Πανέξυπνοι εσείς — εγώ τενεκές
Σαλτάρω εγώ — γελάτε εσείς
Συστρέφομαι εγώ — απορείτε εσείς
Ξεσπάω εγώ — φοβάστε εσείς
Ο ιερέας σας περνάει δύσκολες μέρες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε στο πίσω εξώφυλλο του ίδιου τεύχους.

Χ.Π. Σοφίας, Βατήρας

ο ήχος του νερού
η ταλάντωση του βατήρα

ο θερινός χορός
μια γυναίκα δίχως ρολόγι

η σκιά του ύψους
με τα φτερά του έρωτος

η μοναξιά του ύψους
η δίψα του σώματος

τα μυστικά των ματιών
μια σιωπή που αποκαλύπτεται

ο ήχος του νερού
η ταλάντωση του βατήρα

* Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/04/blog-post_26.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FZritW+%28Ελικωνία%29

Shuntaro Tanikawa, Δύο ποιήματα

Είναι πρωί

Πρώτα τεντώνομαι στο κρεβάτι.
Σηκώνομαι απότομα.
Πάω για κατούρημα.
Παίρνω την εφημερίδα.
Είμαι μια μικρή μονάδα παραγωγής ενέργειας.

Η δύναμη των νεκρών φύλλων να πέφτουν …
Η δύναμη των δακρύων ενός ανήσυχου παιδιού …
Η δύναμη του εξασθενισμένου ήχου μιας άρπας των Εβραίων
Η δύναμη της περιστασιακής στίξης …
Η δύναμη του «Καλού πρωινού» …

Μια αόρατη μήτρα
ενώνει μικροσκοπικές δυνάμεις.
Είμαι ένας από αυτούς τους κόμβους.
Η γη είναι πάνω στο τραπέζι.
Παίζω ένα επίμονο παιχνίδι με τη γη.

Πίνω χυμό καρότου.
Ενεργοποιώ τον επιτραπέζιο υπολογιστή.
Παραμένω ανυπόμονος για λίγο.
Αναπάντεχες λέξεις εμφανίζονται,
έτσι, σαν φυσαλίδες.

***

Είμαι εγώ

Ξέρω ποιος είμαι.
Αν και είμαι εδώ τώρα,
Μπορεί σύντομα να φύγω.
Ακόμα κι αν φύγω, είμαι ο ίδιος,
αλλά στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να είμαι ο εαυτός μου.

Είμαι εν μέρει γρασίδι.
Μπορεί να είμαι εν μέρει ψάρι.
Αν και δεν ξέρω πώς λέγεται,
Είμαι επίσης ένα κομμάτι λαμπερού μεταλλεύματος.
Και φυσικά είμαι σχεδόν εσύ.

Επειδή δεν μπορώ να εξαφανιστώ ακόμα και αφού ξεχαστώ,
Είμαι μια μελωδία που θα επαναληφθεί.
Είμαι αχνό κύμα και ένα σωματίδιο
που έφτασε μετά από έτη φωτός ως εκ τούτου,
καλπάζω, με συγχωρείτε, στο ρυθμό της καρδιάς σας.

Ξέρω ποιος είμαι,
έτσι ξέρω επίσης ποιος είσαι εσύ.
Ακόμα κι αν δεν ξέρω το όνομά σου,
ακόμα και αν δεν έχεις καταχωρίσει κάπου το όνομά σου,
Θα βγω από τον εαυτό μου και θα μπω σε σένα.

Απολαμβάνω να βρέχομαι με τη βροχή,
λείπει ο έναστρος ουρανός,
γελώ σπασμένα με διάφορα αστεία,
ξεπερνώντας την ταυτολογία του είμαι εγώ,
Είμαι εγώ

*Από τη συλλογή “Watashi” Vagabond Press, 2010.

**Μετάφραση στα αγγλικά από τα ιαπωνικά: Wiliam I. Elliott – Kazuo Kawamura. Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης

Μαρία Αγγελοπούλου, Ποιήματα

14.
Στο σταυροδρόμι
μυρίζει ψωμί. Λακκούβες, φανάρι κόκκινο

Ένα
μπαμ
γδούπος κορμιού
σιωπή.

Δειλινό
για το αγόρι.

Σταματήστε τον
αυτόν με τη μερσεντές,
θα τον αναγνωρίσετε
απ’ τον ματωμένο προφυλακτήρα,

Τα αίματα του αγοριού
μαζί και μυαλά του
ξεράθηκαν
κανένας δεν τα σκούπισε.

Στάμπα,
πίσω από μία ανθισμένη κολώνα.

15.
Ρέουν απ’ τις φλέβες μου
αίματα στα χώματα
κόκκινη λάσπη γίνεται
χασάπικο μυρίζουν.
Είναι αργά.

Γι’ ασπασμό
πέφτανε
τα σάλια μου.
Στημένοι ουρά
σήμερα
χείλη σας
στερνή φορά τον δίνουν.

Είναι αργά
να μ’ αγαπήσετε.

Στον τόπο
τον ουκ έστι πόνος
ου λύπη
ου στεναγμός

τον χλοερό

την αγάπη σας
να τη γαμήσω.

16.
Η σταφυλή μου, κατρακυλά
στον φάρυγγα
δίκην
κόμπου πέτρας.

Τα μηνίγγια μου
φωτορυθμικό
εξωκάρδιων κτύπων.

Γύρω,
λευκοπράσινος θάνατος.

Διασωλήνωση.

Αέρας
μου μπαίνει από παντού.
Πονούν
στις βάσεις τους τα δόντια.

0 μεγάλος
βιαστής
απών.

17.
Έβαζε λόγια
στην κορφή της γλώσσας σου.

Σου ’βγάζε τα νύχια
τ’ αντικαθιστούσε με σχοινί
δάχτυλα-μαριονέτες
κούναγε.

Πλαισιωμένος
περιστέρια
χωρίς φτερά-μόνο πόδια.

Πλαισιωμένος, πούπουλα, στον άνεμο.

18.
Ανηφόριζε με προσδοκία, ν’ αποφύγει τη σφαγή
κάπου στον δρόμο, χάθηκε,
σπρώχνοντας χάντρες.

«0 βωμός δεν έχει αποπερατωθεί» τραγούδαγαν
κι εκείνος —ώντας ευκολόπιστος—
χόρευε
φορώντας αγκάθινα παπούτσια.

Γνώριζε για τη θεμελίωση
έβλεπε, που καλούπωναν
που έριχναν τσιμέντα
ήξερε (δε δικαιολογείται, ήξερε).

Μα κύλαγαν οι χάντρες, κάτω-πάνω-μέσα-γύρω.

Μέχρι που άπλωσαν στον τρούλο κεραμίδια, ήλπιζε σε κατεδάφιση.

19.

Ξεφλουδίζονται τα συμβάματα
στοιχεία
ενσυναίσθησης, ρέουν.

Μέχρι τελευταίας διαφυγής
στάζει στάχτη
το στιλέτο
στάχτη
καμένου φλάουτου.

Ζυμώνεται
ψήνεται
πλάθεται —με δάκρυα— βουβό

να το κοιτάμε.

20.
Ένας καθρέφτης δέρμα
ανακλά: σώμα
πνεύμα
νεύμα σου

διαστέλλεται
ξηραίνεται.

Διασπάται.
Μικρά καθρεφτάκια δέρματός
μου
φυτεύονται στο χώμα
βλασταίνουν ρίζες κόκκινες
που κόβεις

μισές μένουν στο χώμα
και μισές

κρέμονται στη λάμα σου.

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ σκηνή

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα
Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες
 
*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο” (1952).

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://erinaespiritu.wordpress.com/2019/12/18/ἡ-σκηνή-μίλτος-σαχτούρης
/

Μάνος Ελευθερίου, Τρία ποιήματα


ΟΝΕΙΡΟ

Καί είδα τό θλιβερό θεριστή νά δικάζει
καί τίς κακούργες λέξεις γεφύρι γιά τή λησμονιά
καί σάμπως νά ’μουνα εγώ ή λησμονιά καί οί λέξεις.

Καί ρίχνεις τότε τή ζωή σου σε κρεβάτι
καθώς εγώ κι εγώ παίρνω στά χέρια τό μπαλτά
καί τή ζωστήρα

γιά νά σκοτώσω, νά αφανίσω, λέει τά αισθήματα·
μ’ όλες εκείνες τίς γυναίκες πού μέ γέννησαν
προτού τίς άγαπήσω.

***

ΘΕΛΟΜΕΝ, ΠΡΑΤΤΟΜΕΝ

Βγαίνει γαλήνιος άπ’ τούς εξώστες καί παντοδύναμος,
πάνοπλος μέσα στους φρουρούς καί τά στρατεύματα,
(έξουσιάζει τά νησιά, τά πέλαγα, τά όνειρα)

έχει σκοτώσει τόν ψυχίατρό του
τόν καπετάνιο πού τόν έφερε
τή μητέρα του πού τόν ευχήθηκε
τόν άνθρωπο πού τόν οδήγησε
τή γυναίκα πού τόν φυγάδευσε
τήν πόρνη πού τόν χρηματοδότησε
τό σκυλί πού τόν γάβγισε
τούς πρίγκιπες πού τόν ύποδέχτηκαν,-

«πνεύμα καί θεραπεία» λέει «στάς ξένας άγοράς
έκάστου θέματος υποδομή τής άσφαλείας έπιχείρησις
έγχείρησις ασθενής τό πρότυπον τής έννοιας
αί σχέσεις θά εύρωμεν ελευθέριος ευέλικτος
μεγαλουργήση θέλομεν πράττομεν πραγμάτωσις
τό δεδομένον αυτοθυσία καί ρανίδα έστέ,-
Δέν ήμποροΰμεν Κύριοι…»

***

ΑΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ

Κακουργούν οί λέξεις μου καί μέ κατατρέχουν.
Στά χρόνια τής ανάγκης γνώρισα κόσμο καί ντουνιά
στά ξεροπήδαγα · παραμιλούσαν νά σωθούν.

’Ανάμεσα ψευτιά καί απομόνωση,
στήν άδικη τή λησμονιά καί στήν εξόριστη αγάπη,
σ’ αύτό τόν κόσμο τό ακόυσα:
άν ξαφνικά γυρίσεις στό αριστερό πλευρό
αλλάζει τό όνειρο.

Τό άλλο τέλος δέν μπορεί κανείς νά τό προβλέψει.

*Από το βιβλίο «Μαθήματα μουσικής / Τα ξόρκια», β΄έκδοση, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1980.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

το οικόσιτο τέρας

το οικόσιτο τέρας
γουστάρει τα παιδικά μου παιχνίδια
διαμελίζει τις κούκλες
τους σκίζει τα φουστάνια
με βάζει να καταπίνω πιόνια
από επιτραπέζια παιχνίδια
να βρέχομαι με νεροπίστολα
να γλείφω τη σκανδάλη

το χειρότερο όμως
είναι που συμμαχεί
με τα φαντάσματα όσων δέχτηκα στο σώμα
τα φιλοξενεί
όλοι μαζί τρώνε τον ύπνο μου στην κουζίνα
τους ακούω
καμιά φορά έρχονται και μου κουρελιάζουν το χέρι
με βάζουν να πιω με το ζόρι
και να ξεράσω ό,τι έμεινε από μένα

τραγουδούν
στο ’πα;
φάλτσα και δυνατά
ασυνάρτητα
κι ούτε μία στιγμή
ούτε μια στιγμή

κάνει τόση πολλή φασαρία στον κόσμο

τη γάτα τη χάρισα
στο ’πα;
είχαμε μαζευτει πολλοί σ’ αυτό το σπίτι

***

ό,τι είναι ας γίνει

θα ήθελα η ποίησή μου
να είναι ελεύθερη
όπως εκείνη τη φορά στη
θάλασσα χωρίς τα ρούχα
όχι – καλύτερα
όπως μια νύχτα απαγο-
ρευμένα στο ασανσέρ
ή πιο καλύτερα όπως τότε που
το σκάσαμε απ’ τη μάντρα
κι όπως εκείνη τη φορά που
σκέφτηκα πως θα σας χαιρετούσα

θα ήθελα να είναι ελεύθερη
να κάνει ό,τι θέλει

όχι
θα ήθελα
όπως εκείνη τη φορά
που από ντροπή κρατήθηκα
κι έτρεχα και βιαζόμουν
όμως στο τέλος μ’ ένα
απλό ό,τι είναι ας γίνει
το κάτουρο ζεστό
πλημμύρισε τα πόδια μου
έτσι ελεύθερη θα ήθελα την ποίηση
και τη δική μου

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2018.

Γιώργος Φρέρης, Από τη “Διαθήκη”

Hans Anders, A study in lighting

7
Στην αγκαλιά σου φύλαξέ με
Και θα σε οδηγήσω
Με τον αφρό του πόθου μου
Μαζί να πορευτούμε

8
Τα υγρά ίχνη
Στα ρούχα σου επάνω
Μ’ όλα τα κύματα που με λίκνισαν
Θέλω ν’ αφήσω

9
Μην με άλλους με μπερδεύεις
Κοίτα και μέτρα μόνο
Το βάθος της φωτιάς
Που μέσα μου σιγοκαίει

10
Όσο περισσότερο
Μ’ εξαντλείς
Τόσο περισσότερο δανείζομαι
Την ομορφιά σου

11
Σιωπηλός
Στην βραχώδη μου μοναξιά 

Γίνομαι ένα τίποτα
Στον καθημερινό σου πόθο

12
Στο μέρος της καρδιάς σου γέρνω
Και βλέπω
Θάλασσα κι’ αστέρια
Το σώμα σου να διαπερνούν

* Η ποιητική συλλογή “Διαθήκη” κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2015 ως ένθετο στο Τεύχος 37 του περιοδικού “Ένεκεν”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μια Τετάρτη του Σεπτέμβρη δε σ’ αγαπώ

Όταν γράφω τις τύχες μου
στο ημερολόγιο του ανυπολογισμού
κρατάς το χέρι μου
με έναν λόγο αγάπης
που πήρες πίσω

Όταν χάνω τον ίσκιο μου
με ένα βλέμμα καρφωμένο
στην ιουλιανή σελίδα του ημερολογίου μου
το χαρτί αχνίζει
αλμύρα και άστεγο έρωτα

Όταν ακούω το Καλοσυγκερασμένο Πληκτροφόρο
νιώθω την ευκολία
της θύμησής σου
να μουδιάζει τα δάχτυλά μου
σ’ ένα ακούρδιστο όργανο

Μα μόνο μια Τετάρτη του Σεπτέμβρη
δε σ’ αγαπώ
που στάζεις την πρώτη βροχή της απουσίας σου
και μένω να φυλλομετρώ
ένα πρελούδιο
προανάκρουσμα του αδύνατου