Jazra Khaleed, Ρέκβιεμ για τη Χομς (απόσπασμα)

2

Ω κόσμε, δες αυτό τον πόλεμο’
μεγαλώνει μεθοδικά, θνητά,
χύνοντας στρέμματα αίμα.
Να τος, κοιτάξτε τον, πλησιάζει,
πολυάριθμος και εμπροσθογεμής,
μάχεται για τη Χομς με χέρι σταθερό,
επιδεικνύοντας τη γεωπολιτική του θέση.
Μυρίζει σαπούνι και σχοινί ο πόλεμος,
ατροπίνη και υδροκορτιζόνη,
κολλάει στα μαλλιά, φουσκώνει τους σπονδύλους,
καίει τα χείλη των γερόντων.
Εκείνοι προφητεύουν ξερά πηγάδια,
την επιστροφή της μαύρης πέτρας’
περιμένουν τον νέο μουτζαντίντ,
εύχονται την πτώση του Μπασάρ.
Συζητώντας για πυρίτιδα ξεχνούνε τη σφαίρα,
σκοτώνοντας ποντίκια λησμονούνε τον θάνατο
μιλάνε για την πείνα σα να ’τανε συμβία τους,
φιλοσοφημένοι και πολιορκημένοι,
αιώνια προδομένοι από τους σκελετούς τους.

Ο πόλεμος χρεώνει σε προσευχές
και πιστώνει σε ατσάλι,
είναι πλήρως ενταγμένος στον κύκλο παραγωγής:
την ώρα του θερισμού ξεραίνει το σιτάρι,
την ώρα του γάμου ρίχνει βόμβες,
την ώρα του ύπνου γυαλίζει το τουφέκι,
την ώρα της ανακωχής εκείνος γευματίζει.
Δεν έχει μπέσα ο πόλεμος,
πάντα κλέβει στο ζύγι’
λέει ζώνες ασφαλείας
και εννοεί την καμένη σάρκα,
το μονοπώλιο στ’ αλεύρι,
το νεκρό σκυλί’
λέει ανθρωπιστική επιχείρηση
και εννοεί τα 78 πτώματα σ’ ένα ψυγείο
στο νοσοκομείο της Τζουρέτ αλ Σιγιάχ.
Ο πόλεμος αποτελεί κερδοφόρα επένδυση:
οδηγεί πάντοτε σε άνοδο των τιμών,
σε βελτίωση των οικονομικών δεικτών’
είναι τα ρούχα του καλοσιδερωμένα,
τα παπούτσια του καλογυαλισμένα,
η ανάσα του φρέσκια, δροσερή,
και οι κινήσεις του, οι κινήσεις του
είναι πάντοτε χειρουργικής ακρίβειας.

Να τος ο πόλεμος, κοιτάξτε
πόσοι τον παίρνουν στο κατόπι
ακολουθώντας την αρσενικιά ουρά του.
Λέγονται Συριακός Στρατός,
Τέταρτη Τεθωρακισμένη Μεραρχία,
λέγονται η Μεγάλη Κρεατομηχανή του Ήλιου’
βάζουν πλάτη στον θάνατο, σιωπούν,
κυκλώνουν, πολιορκούν, σκοτώνουν.
Ανοίγουν ομαδικούς τάφους
λες κι έτσι θα κάνουν το έδαφος γόνιμο,
δίνουν πίστη και δόγμα
λες κι ανακάλυψαν κάποια καινούρια αλήθεια,
λες και μες στο αίμα θα βρουν το όνομα του Θεού.
Κανείς δεν τους είπε ότι ο πόλεμος
είναι σάρκινος και δε βλασταίνει,
κανείς δεν τους είπε ότι οι πολιορκημένοι
δεν πιστεύουν στο μαχαίρι και τη φωτιά,
λατρεύουν μοναχά τη μαύρη πέτρα.

Κι έτσι εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
με τα υλικά του συμφέροντα παραμάσχαλα’
προχωρούν, προχωρούν, ολόκληρη έρημος
και δε βρίσκουν πέτρα να ξαποστάσουν.
Γονατίζουν, προσεύχονται πέντε φορές τη μέρα’
σκοτώνουν βλοσυροί, μεταλλικοί, λιμασμένοι,
ο ήλιος καθρεφτίζεται στα τουφέκια τους.
Ο Θεός τους σταμάτησε στην Καρμ αλ Ζαϊτούν
αλλά εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
σέρνοντας ξοπίσω τους τόνους τη βία τους,
μαζί με όλη την πολεμική τους βιομηχανία.
Προχωρούν, προχωρούν, σ’ όποιον τόπο φτάνουν
κανείς δε βγαίνει να τους προϋπαντήσει’
είναι η σπορά τους κακή, ο ίσκιος τους κοντός
τα φέρετρά τους πάντοτε γεμάτα.
Φιτιλιάζουν τη γη, βάζουν φωτιά στην άνοιξη
καίνε τον μικροπωλητή και τον αραμπά του,
τον δουλευτή και τον κάματό του,
τον γερο-μπετατζή που δεν ξέρει
πού να φυτέψει τη σφαίρα
που ’χει κρυμμένη στην τσέπη.
Σκοτώνουν το παιδί και το παιχνίδι,
την ξεφούσκωτη μπάλα στην αλάνα,
το κρυφτό, το κουτσό και το γκράφιτι,
το γαϊδουράκι που ’τανε δεμένο σ’ ένα δέντρι
Είναι η γενεαλογία τους ανθρώπινη,
οι μανάδες τους πονετικές,
πώς άραγε αυτοί γινήκαν τέτοια κτήνη;
Πώς ξέμαθαν την ελιά και την πικροδάφνη;
Και τι να θυμούνται άραγε απ’ την αραβική α.

Ω Χομς! Ω λίκνο της εξέγερσης!
Στη Μπάμπα Αμρ, στην Αλ Χουλέ,
στη Χαλιντίγια, στην Παλιά Πόλη,
γυναίκες που ονειρεύονται να βουτήξουν
σα γαζέλες στα νερά του Ευφράτη
προσπαθούν να χωρέσουν τις ζωές τους μες στον πόλεμο
πονούν, θρηνούν, γεννούν,
δίνουν σάρκα και αίμα στη Χομς,
αναρωτιούνται αν η πόλη
είναι επινόηση της πολιορκίας
ή η πολιορκία επινόηση της πόλης.

Με τις γραβάτες λυμένες
ειδικοί διαμεσολαβητές των Ηνωμένων Εθνών
κατουρούν στην άκρη της εθνικής οδού Δαμασκού-Χομς.

*”Ρέκβιεμ για τη Χομς”, Εκδόσεις Αμείλιχος, 2019.

Άκανθος, Δύο ποιήματα

Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη,
φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
Και τον ακούει το νερό ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ’ απ’ το τώρα
και όλο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

Αιδηψός, στην άκρη του Ευβοϊκού με νότιο αέρα. Φθινόπωρο ’14

***

Πώς στένεψαν έτσι οι δρόμοι μας

Ο καιρός στενεύει,
ο καιρός σαπισμένα φρούτα,
υπόγειες οι κουβέντες στα κυβερνεία των Ατρειδών
ρημάζουν την περηφάνια του θεατή,
δυο χρόνια δρόμο με τα πόδια βρεγμένα στα νερά του Σαρωνικού.
Οι ώριμοι κίνδυνοι,
η ληξιπρόθεσμη απειλή,
ασπρόμαυρη τελετή στα εισόδια των χρωμάτων
και τελετές παντού.
Η γιορτή, η θλίψη, η Αμοργός, η Μάρκου Μουσούρου,
ήρωες των ποιημάτων του μυαλού.
Τα όργανα της εκδρομής
που ματαιώθηκε για τη χάρη του απρόοπτου θανάτου
και
βροχές, χιόνια, νερά, λάσπη, σκουπίδια, ονόματα, πάθη,
πένθη τα υποκριτικά,
μαντείες και σύμβολα στους αγροτόδρομους της Κορσικής,
αξίες των δρόμων ακατάλυτες, μετρημένες,
μια συλλογή των εκλεκτών εντυπώσεων
αναρτημένη στους τοίχους…
Η αφόρητη ανάγκη του νοήματος
πιέζει μέσα στο χάος.
Σημειώσεις από την κάθοδο στα άδυτα
της Πειραιώς
και υπο σημειώσεις στα λευκά φύλλα,
μια περίληψη του ταξιδιού στο χάρτη,
η πρόσκαιρη ήττα του ανεπίστρεπτου.

Χειμώνας 2016 στο κέντρο καταπατημένης πόλης υπό το καθεστώς του ξενόφερτου κρύου του Δεκεμβρίου.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, Εκδόσεις Provocateut, 2017.

**Το σκίτσο της ανάρτησης είναι, επισης, του Άκανθου και περιλαμβάνεται στη συλλογή.

Philip Levine, Τι θα πει δουλειά

Στεκόμαστε στη βροχή σε μια μεγάλη ουρά
περιμένοντας στο Πάρκο Φορντ Χάιλαντ. Για δουλειά.
Ξέρεις τι θα πει δουλειά – εάν είσαι
αρκετά μεγάλος να διαβάσεις τούτο ξέρεις τι
θα πει δουλειά, μολονότι μπορεί να μην την κάνεις.
Ξέχνα τον εαυτό σου. Το θέμα τώρα είναι η αναμονή,
η αλλαγή απ’ το ‘να πόδι στ’ άλλο.
Η αίσθηση της ελαφριάς βροχής που πέφτει σαν ομίχλη
επάνω στα μαλλιά σου, θολώνοντας την όρασή σου
ώσπου νομίζεις ότι είδες τον ίδιο σου τον αδελφό
μπροστά από σένα, κάπου δέκα θέσεις.
Τρίβεις τα γυαλιά σου με τα δάχτυλα,
και φυσικά είναι κάποιου άλλου ο αδελφός,
στενότερος στους ώμους από
τον δικό σου μα με την ίδια θλιβερή σκυμμένη στάση, το ειρωνικό μειδίαμα
που δεν κρύβει την ξεροκεφαλιά,
τη μελαγχολική άρνηση να υποκύψει στη
βροχή, στις ώρες που σπαταλήθηκαν περιμένοντας,
στη γνώση ότι κάπου πιο μπροστά
ένας άνδρας περιμένει που θα πει: «Όχι,
δεν προσλαμβάνουμε σήμερα», για όποιον
λόγο θα θελήσει. Αγαπάς τον αδελφό σου,
τώρα ξαφνικά ίσα που μπορείς να ανεχτείς
την αγάπη που σε πλημμυρίζει για τον αδελφό σου,
που δεν είναι στο πλάι σου ή πίσω σου ή
μπροστά γιατί είναι σπίτι προσπαθώντας με
τον ύπνο να ξεχάσει μιαν άθλια νυχτερινή βάρδια
στην Κάντιλακ ώστε να σηκωθεί
προτού μεσημεριάσει για να μελετήσει τα Γερμανικά του.
Δουλεύει οκτώ ώρες κάθε νύχτα για να μπορεί να τραγουδά
Βάγκνερ, την όπερα που περισσότερο μισείς,
την χείριστη μουσική που εφευρέθηκε ποτέ.
Πόσος καιρός έχει περάσει απ’ όταν τού ‘πες
ότι τον αγαπάς, κράτησες τους φαρδιούς του ώμους,
άνοιξες τα μάτια σου ορθά κι είπες εκείνα τα λόγια,
και ίσως φίλησες το μάγουλό του; Ποτέ δεν
έκανες κάτι απλό τόσο, πρόδηλο τόσο,
όχι επειδή είσαι υπερβολικά νέος ή υπερβολικά κουτός,
όχι επειδή είσαι ζηλόφθονος ή ακόμα και κακός
ή ανίκανος να κλάψεις εν
τη παρουσία ενός άλλου ανθρώπου, όχι,
μόνο επειδή δεν ξέρεις τι θα πει δουλειά

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://trenopoiisis.blogspot.com/2013/04/philip-levin.html

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή ”What Work Is” (1991). Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Χ.Π. Σοφίας, Ακούστε

ακούστε αρχόντοι

ακούστε αρχόντοι
της ποίησης τα ακατανόητα τα λόγια
είναι της ψυχής πανάκριβα μαλάματα

ακούστε αρχόντοι
βαριά και βρώμικα τα χνώτα σας
αχάριστα τα σπλάχνα σας

ακούστε αρχόντοι
της ποίησης το πλούτο που γοργοπατεί
ποτέ σας σκατόψυχοι δε θα αποκτήσετε

*Ο Χ.Π. Σοφίας διατηρεί το ιστολόγιό του στην ακόλουθη διεύθυνση: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/

Ana Paula de Oliveira, To μαύρο σώμα μου

Το μαύρο σώμα μου πουλήθηκε
Με κάνανε μουλάτα!
Τρόπαιο σεξουαλικό της πατρίδας που έγινε δική μου
Μεγάλος πισινός
Πόδια γερά
Στητό κορμί
Στο χρώμα της αμαρτίας…
Είμαι γυναίκα για να ικανοποιώ
τον άντρα τον λευκό
να ξαναρθεί στη Βραζιλία
Να ερωτευτώ; Να παντρευτώ; Λένε ότι δεν είναι για μένα
Λένε πως το χρώμα του δέρματος μου επιτάσσει
πώς ο άντρας πρέπει να μου φερθεί…
Να σπουδάσω; Γυναίκα μαύρη;
Όχι!
Πρέπει να αναθρέψω μόνη το παιδί
ήδη απ’ τη μήτρα παρατημένο!
Όχι!
Άλλο πια δε θα ανεχτούμε!
Γυναίκα μαύρη, ξεσηκώσου!
Μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε
Είμαστε οι κόρες της Αφρικής
Κόρες της Dandara!

*Μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Βόρεια Βορειοανατολικά”, τεύχος 3, Σεπτέμβρης 2019.

Δημήτρης Φιλελές, Πρωτομαγιά 2020

Τούτος ο χρόνος αποφάσισε να μην είναι πια δίσεκτος
για να μην τον θεωρούν οι άνθρωποι κακότυχο
άπλωσε αποφασισμένος το χέρι του στο ημερολόγιο και
διέγραψε την παραπανίσια μέρα – την Πρωτομαγιά
απόμεινε ο Μάης ακέφαλος και άφωτος
έγειραν τα σύννεφα το αχτένιστο κεφάλι τους στο χώμα
ο αγέρας σώπασε το φιλήδονο τραγούδι του ανάμεσα στις φυλλωσιές
η θάλασσα έπαψε να ονειρεύεται
τα ταξίδια της φαντασίας κρίθηκαν ένοχα εκμαυλισμού των ηθών
οι χαρμόσυνοι ήχοι εξοστρακίστηκαν στην ερημιά των δρόμων
οι αγκαλιές στραγγαλίστηκαν σε λουτρό φορμόλης
τα χέρια των ερωτευμένων στάθηκαν μετέωρα άκαμπτα
τα συναισθήματα κήρυξαν πτώχευση
οι ιριδισμοί υποχρεώθηκαν σε κατ’ οίκο περιορισμό
η άνοιξη βυθίστηκε στο σκοτάδι
ψηλάφησε αναζητώντας το αγαπημένο της χρώμα
ώσπου το φόρεμά της αγκιστρώθηκε πάνω στο συρματόπλεγμα
κι από μια σχισμή του δέρματός της
ξεχύθηκε το ποθητό της κόκκινο
τότε από το πυκνό δάσος των αναμνήσεων ακούστηκαν
να σιμώνουν τα βήματα εκείνων που κρατούσαν ψηλά
κόρη παρθένα
την έκπτωτη Πρωτομαγιά
που την ομορφιά της αρνήθηκαν να θυσιάσουν
και τη θέση της πήραν δίχως δισταγμό
με μόνο αντάλλαγμα ένα λουλούδι άλικο στο βωμό.

Toni del Renzio, Ντισκοτέκ*

I

Δεν μπορείς να τα ’χεις όλα δικά σου: στην επανάσταση θα πεθάνουν
άνθρωποι.
Έχω δει την θάλασσα να κόβεται στα δάχτυλά μου.
«Τα μαζεύεις και τρέχεις» είπε, με γυμνή πια εδώ, αναπάντεχα, την επιθυμία για ζωή
Έριξε τα δίχτυα κι από λάθος έπιασε την θάλασσα.

II
Έπεσα στην θάλασσα για να πάρω τα κύματα της σκέψης μου· όμως
φεύγει.
Το σκοινί τεντώθηκε αφότου είχε σπάσει.
Ευτυχώς, η μηχανή του ταχύπλοου που είχε πέσει με άνεση στον βυθό
σε ανύποπτο χρόνο, ήταν ανοξείδωτη.
Ο κώλος είναι σφαιρικός κατ’ ανάγκη.

III
Κολύμπησα κόντρα στο ρεύμα, ακολουθώντας την φορά του ανέμου· ο τσιλάουτ κόσμος με περιέπαιζε χλευαστικά.
Ο εχθρός είναι επιδέξιος, αλλά όχι όσο εμείς.
Τα σώματα μπορεί να εναλλάσσονται ή και να μεταλλάσσονται αλλά, δεν ξεγελιούνται οι φωτιές, όσα και να’ναι τα μποφόρ, όποια και να εμφανίζεται ως μπουνάτσα.
Οταν κολυμπώ με απασχολούν θέματα ποικίλα.

IV
Το αναπόδραστο μίσος μου μετέτρεψε σε τορπίλη το σώμα μου και το
’ριξα στο πρώτο κότερο που βρήκα μπροστά μου.

Αυτή η νύχτα θα είναι ακοίμητη γιατί ο ουρανός της είναι γκρεμισμένος.
Οι καφέδες δεν βοηθούσαν.
Το μεσημεράκι οι φίλοι μου βράζουν σε σιγανή φωτιά που εγώ άναψα, με προσοχή.

ΥΓ: Ήταν τρομερή έκπληξη η διαπίστωση ότι τελικά οι κοτεράτοι δεν ήξεραν κολύμπι.

Ακάθιστος, Μπιγκ Βαγκ, Τζοβάνι και Σάντρα

*Η Ντισκοτέκ προέκυψε ως μια λίγο-πολύ τυχαία συνένωση που έπαιξε μια παρέα τεσσάρων στην Αντίπαρο. Ανεξαρτήτως του ότι έπιναν καφέ.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007.

Μπάμπης Λάσκαρις, Ανάσταση στον παγετό

Χρόνος συγκοπτώμενος είναι λοιπόν η γλώσσα.
Ή μήπως υπάρχει και κάτι το άχρονο στις βαθιές μου μνήμες μήπως;
Ναι, μνήμη εσύ που έρπεις στα τετριμμένα των πλάγιων ετών
Πόσο σαφής μπορεί να γίνει επιτέλους μια μεταστροφή ολοκληρωμένη;
Φραγμέ-πάψε- αιτούμαι του πυθμένος το άβατο
Μέσα στα φώτα που χλιμιντρίζουν σε καθαρό λιμάνι
Κάτω από τις καρίνες, κάτω από τις καρίνες κολυμπήσαμε
Με λαθραίο ευτύχημα-νόμισαπως υπήρξα για λίγο
Δικός μου-
Ιδού ακόμη και η Σιγκαπούρη ευτυχώς μου διασφαλίζει γεύματα
Στην επιούσια φυλακή μου.

Ακυρώνομαι, αμέσως ακυρώνομαι.
Και η πέρδικα νεκρή στον καταψύκτη.
Έλα, αν δεν υπάρχει τίποτε μόνιμο,
Δεν θα πρέπει να υπάρχει και τίποτε το οριστικό.
Έλα, άναψε το κεράκι σου, άναψέ το…
Ξερνάω ποίηση, ξερνάω τον εαυτό μου.

* * *

Άφωνα διεκδικώ έρωτες «τι είναι ένα μήλο;»
Τι είναι αυτό – ένα μήλο;
Εσοχή σχολείου- τότε
Μυροβόλος εωθινή που στο πέταγμα της
Διαφεντεύαμε μοναχοί το παραθυράκι
Που οδηγούσε στ’ ανοιχτά γιορτή των σπλάχνων
Στο μισόφωτο. Κάτω από τη σκηνή της μεγάλης αίθουσας
Που ανέμιζαν τα πλήκτρα.
Μάθε το σκοτάδι, μάθε το σκοτάδι-
Ίσως μπορέσεις να το δεις
Δρώντας τυφλά
Στη γοητεία του
Ένα σκαλοπάτι είναι ο ορίζοντας
Αόρατος όπως η γη των μακαρίων
Που υπόσχονται σχέδια
Για εποικισμό της υπαίθρου.
Πνίξτε τις πόλεις.
Άλλο δεν μας χωράνε εδώ.
Παρά μονάχα για τα μάτια σου Ισμήνη
Και τα πικρά σου δάχτυλα στα πλήκτρα.
Γοερός θα είμαι
Πρωτού να με θωπεύσεις νεαρή.
Κρύσταλλος διαύγειας η λογική της αδερφής
Κρύσταλλος διαύγειας οι αυλοί της νεκρής μου καρδιάς-
Κι ατίμωση ο θάνατος από μοναξιά, ατίμωση ρευστή
Από στόμα σε στόμα καθώς δυσφήμιση.
Εύοσμος, ταριχευμένο δέρμα οιλέξεις μου ανοίγουν κομμάτια στο χώμα
Και τα νεφρά μου στην κάτω, χαμηλή μου όχθη σφίγγουν ορίζοντες
Και δοκούς μιας Ιωλκούς. Δεν φανερώνονται έτσι οι μικρότητες,
Με τον ήλιο βγαίνουν καθώς ματωμένη νύχτα
Στο αυτί διάκοσμος γλυκός η λειωμένη στις διαφορετικές
μας αμβλώσεις συζήτηση-
Επιτέλους, έγινες λέξη μου ηλεκτροφόρα
Κι εγώ νεκρώθηκα στα ίσαλα
Μιας λερωμένης μπουκαπόρτας
Ν’ ανεβάσω λάδι.

5-1-2018

*Από το βιβλίο “εν καμίνω (τέσσερις συνένοχοι)” (που είναι οι Κώστας Ρεούσης, Μπάμπης Λάσκαρις, Larry Cool και Παναγιώτης Θανασούλης), Εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2019.

Κωστής Τριανταφύλλου, εκ των ων ουκ άνευ

…αν και ο θάνατος μαζεύει τα λουλούδια,
οι σπόροι στα λουλούδια δεν τελειώνουνε ποτέ…

στίχοι από το τραγούδι που έγραψαν οι Grup Yorum

είναι ατομική ευθύνη
να ξεριζώσω τις μολυσματικές σχέσεις
να σταματήσω τις τοξικές ενοχές
να βάλω τα βιβλία οικονομίας μακρυά από αυτά της ποίησης και της τέχνης
και πιο μακριά αυτά της τηλεόρασης και στα σκουπίδια ακόμη
να προσαρμόσω το τί θα τρώω εγώ για να έχει να φάει ο γείτονας
να σταματήσω αυτούς που κάνουν την ποίηση να μην μιλάει
την Helin να μην ακούγεται
που πήρε τον παλμό του κόσμου κι έφυγε δυνατά
στη μουσική του κόσμου μια ηχώ με την καρδιά της
να σταματήσω τους λογοκριτές των ειδήσεων
τις πληροφορίες που δεν πληροφορούν
μας γεμίζουν ενοχές γιατί διαιωνίζουμε έναν κόσμο απάνθρωπο
σκλαβιάς και μίσους
θυμίζοντάς μας κιόλας πως είναι ατομική μας ευθύνη!

είναι ατομική ευθύνη να υπάρχουμε
να διεκδικούμε και να ανατρέπουμε
η ζωή είναι για σένα
η ευθύνη είναι για όλους μας
είναι κοινωνική ευθύνη
η ζωή είναι δικιά σου
κι η τέχνη για να γεμίζει την ψυχή μας

Αθήνα, 3 Απριλίου του ´20

2 ποιήματα | Ιωάννης Πάττας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pattas

Παθών

Είμαι παθών
κι ανήμπορος να υπερασπιστώ
το ήθος στο σταυροδρόμι τούτο.
Το δίκιο εξαφανισμένο
η ανθρωπιά κάτι αλλόκοτο
σε ποιο καιρό ανήκω άραγε;
σε ποιο αιώνα;
σε ποιο σύμπαν;

Χτύπησα τις πόρτες χωρίς απαντήσεις
χτύπησα τα παραθυρόφυλλα
καμιά ανάσα,
κρατούν όλοι τις αναπνοές σφαλισμένες
να μην προδοθούν
να δηλώνουν την απουσία τους…

Γιατί άπλωνα το χέρι στους γύρω μου;
γιατί τώρα που χρειάζομαι το δικό τους
εξαφανιστήκαν
εξανεμιστήκαν
δεν άφησαν κανένα ζωντανό ίχνος;

Είμαι παθών.

Το δίκιο έγινε άδικο
και το άδικο μέγα δίκιο.
Όμοιο αγρίμι περπατώ μέσα στο πλήθος
-τι ειρωνεία-
αγρίμι στη βουή μιας μαινόμενης πόλης.
Καμιά παλάμη ανοιχτή
για να φωλιάσει τη δική μου.
Κανένα χέρι δεν περισσεύει
χωρίς να προβάλει ανταλλάγματα.

Είμαι παθών.
Κι όμως προστάτης θα σταθώ
σε τούτο το περήφανο αγρίμι.

View original post 101 more words