Γρηγόρης Σακαλής, Ιδέες

Όταν ο ορίζοντας
είναι σκοτεινός
και υψώνονται μαύρα σύννεφα
όταν το μέλλον
μοιάζει δυσοίωνο
και η σκλαβιά
φαίνεται μονόδρομος
σηκώνονται τότε οι ιδέες
της αυτοδιάθεσης
και δίνουν τη μάχη
στην εμπροσθοφυλακή
πάντα αυτό γίνονταν
αυτό θα γίνει και τώρα
μπορεί τα θύματα
να είναι πολλά
μα αυτό δεν πτοεί
τους αγωνιστές
γιατί έχουν πίστη
μέσα τους
για το καλό και το δίκιο
δίνουν τον αγώνα
της ελευθερίας
και της αξιοπρέπειας
μέχρι τέλους.

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Ποιήματα

Μέρος παράξενο ακόμα και στο όνομα,
(ακούγεται μυστήριο σαν τρίξιμο δοντιών)
Δεν καταλαβαίνεις τις εποχές και το παλιό
είναι που αλλάζει χίλια πρόσωπα ’ εχθρικά
είτε φιλόξενα στήνουν το σκηνικό,
ώστε ξαφνικά
ανυποψίαστος να εμφανιστείς για να διχάσεις
τίμια εχθρούς
και φίλους.

Εδώ,
η τέχνη τού να επιζείς
ταυτίζεται με την τέχνη τού να επιλέγεις
– αλλά δίχως χαμένες μάχες.
Κάτι σαν κορώνα ή γράμματα.
(δεν έχει σημασία
για να φύγω
κάνω σχέδια)

***

Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ’ το παράθυρο
(μαζί με το κινητό)
θα πάρω τον σάκο μου,
δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα
τα χρήματα που μαζεύω.
Θα κόψω τα μαλλιά μου!
Θα μπλέξω!

Τα κανόνισα μ’ έναν τρελό, τον Τζέρι.
(πέθανε από καρδιά
– περπατούσε χιλιόμετρα)
Χρειάζομαι τα πόδια μου γιατί
το εισιτήριο στο στόμα
είναι απλώς ένα χαρτί με τ’ όνομα δυο πόλεων.

Αδερφέ μου, δε θέλω να μαντρωθώ.
Μόνο
να πίνω τσιγάρα και τεκίλα
να μιλώ για τον Καβάφη
να εκβιάζω τις συνθήκες να στραβώσουν.

Μα είναι ανάγκη, με νιώθεις’
αν μπορείς, πόνταρε στην τύχη μου.
Κάπως – έστω κι ενοχικός –
θα δικαιωθείς.

*Από τη συλλογή “Μοναχοπαίδι”, Εκδόεις Βακχικόν, Ιανουάριος 2016.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ

Στον Μανόλη Αγγελίδη

Όταν ο ήλιος έδυσε
αφήνοντας τους έλατους
βυθισμένους στην σιωπή,
αυτός έκλεισε την πόρτα
και άναψε το τζάκι.
Η φλυαρία
των ξύλων που καίγονταν
κάλυπτε
τις βουβές του σκέψεις
για ό,τι χάθηκε
ανεπιστρεπτί.

Αθήνα, Ιούλιος 2018

***

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Στην Νίνα

Ελαφρό αεράκι θώπευε
τις κορυφές των πεύκων.
Στα λιγνά κλωνάρια
μιας λεμονιάς
άπλωσε την φωτεινή γοητεία του ο ήλιος.

Μικρό πουλί,
φτερό ανάλαφρο,
προσγειώθηκε στο πράσινο κλαδί.
Τίναξε ψηλά το κεφάλι του
ως τενόρος
που χαιρετά το άπειρο πλήθος των φύλλων
και άρχισε να κελαηδεί.

Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2018

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θέματα Λογοτεχνίας”.

Δημήτρης Φιλελές, Εν μέσω θυέλλης, η ιστορική μνήμη ατονεί…

Μνήμη 21ης…

Πάνω στις ερπύστριες του χρόνου ολισθαίνουν τέσσερις χειμώνες
το παγερό τους χαμόγελο νεκρώνει την εποχή της αθωότητας
κάθε πρωί ακολουθώ τυφλά την ίδια διαδρομή
κάθε απόγευμα επιστρέφω από την ίδια διαδρομή
στο ενδιάμεσο κενό ροκανίζω σαδιστικά
τα υπολείμματα της αντοχής μου
ο ήχος της μηχανής αποτρέπει τις αποκλίσεις
από το προσχεδιασμένο μοντέλο
μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις δεν περιλαμβάνονται
στη διαδικασία παραγωγής
οι μηχανικές κινήσεις γεννούν αγκυλώσεις και παραμορφώσεις
όταν η αυλαία φωτίζεται
τα μικροσκοπικά πιόνια σχηματίζουν γιγαντόσωμες σκιές
ενσαρκώνουν το ρόλο τους με αξιοθαύμαστη υποκριτική ικανότητα
πείθουν και τον πιο δύσπιστο θεατή ότι πρωταγωνιστούν
κι ας είναι εκ γενετής κομπάρσοι
διατάζω τα δάχτυλά μου να πάψουν πλέον να τα κουρδίζουν
δηλώνω ανυπακοή στον απύθμενο βυθό της μετριότητας
γίνομαι ρωγμή στο συρματόπλεγμα της κοινής αποδοχής
σας αποκηρύσσω, με αποκηρύσσω
πριν καταλήξουμε βαρίδια στο πληγωμένο σώμα της ανθρωπότητας.

Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ

Υπάρχουνε κραυγές που δεν τελειώνουν
μουγκανητά της γης που σείεται σα βεντάλια διαλυμένη
από κονσερβαρισμένους τυφλοπόντικες
λυγμοί σανιδιών που τα ξεκοιλιάζουν
μακριών σαν ατμομηχανή που πάει να γεννηθεί
σπασμοί εξεγερμένων δέντρων που δε θέλουνε ν’ αφήσουν να φουσκώνει ο χυμός
πιότερο απ’ όσο το μετρό δέχεται να μεταφέρει στρουθοκαμήλους
στις σήραγγές του από κακοξυρισμένο γένι
υπάρχουνε κραυγές
απ’ αράχνες βιτριολικές που καταπίνω δίχως να το καταλάβω
κοντά σ’ αυτόν τον ξεραμένο ποταμό που βγήκε μες από σωλήνα πίπας
που δεν είν’ άλλο από ρόγχος μακρύ
λιγάκι ζεστό
λιγάκι πιο γκρινιάρικο απ’ άδεια σχεδόν χύτρα
τούτος ο ποταμός που δε βλέπεις πιότερο απ’ όσο τη σκόνη όστιας
π’ ο άνεμος ανέμειξε
με τη σκόνη παπά που μοιάζει γαλαζόπετρα
και μ’ αυτήν εκκλησιάς πιο στριμμένης κι από παλιό τιρμπουσόν
διότι εσύ δεν είσαι πιότερο εκεί απ’ όσο είμ’ εγώ εκεί δίχως εσέ
εξ ου κι ο κόσμος είν’ αναμαλλιάρης

*Από τη συλλογή “Un point c’est tout” (1946). Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης.

***

ΚΟΜΜΑ

Πρωί και βράδυ τα φαφούτικα παιδιά στρίβουνε το μαλλί
που τα τυλίγει μ’ ένα βραχυκύκλωμα

Πρωί και βράδυ η μάνα τους ξεφλουδίζει τα στήθια της
μ’ ένα δοξάρι που δε γυρνά στην κλειδαριά

Πρωι και βράδυ ο πατέρας βανει το μουστάκι του μες στο ντουλάπι
για να ιδεί αν μεταμορφώνονται οι μεταξοσκώληκες

Πρωί και βράδυ το κανάρι βγαίνει απ’ το φτέρωμά του
και ψάχνει την εφημερίδα για ν’ ανάψει τη φωτιά

Μα ποτέ ο σκύλος δε σπα τα πιατικά που σιχαίνεται
για να καλέσει τους πυροσβέστες που ειν’ απησχολημένοι με την ύφανση
μεγάλων βενταλιών
με γένι ανατέλλοντος ηλίου

*Από τη συλλογή “Ά Τatons” (1946). Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης.

**Και τα δύο ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα” σε μεταφράσεις Νίκου Σταμπάκη και Σωτήρη Λιόντου. Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2007.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, 4 ποιήματα

Σοφία Περδίκη, Στη λίμνη

Ι
Η σιωπή της σκέψης μου
δίκτυ απλωμένο πάνω από τις ηλεκτρικές πόλεις
νάρκωση χάρισμα στα μάτια

Πίσω από τους χτύπους των ρολογιών
η πανίδα των παραμορφωτικών φακών
στροβιλιζόμενες λάμψεις, γεννήματα επιληπτικά
παρενθέσεις φωτός σε θόλο αιμόπτυσης

Στον πυθμένα της θρυμματισμένης μνήμης
γραμμοσκιάσεις ταλαντώνονται
αφιλοκερδώς μουντζουρώνουν
τη σιωπή της σκέψης μου

II
Δεν αποσκοπεί το όνειρο
να τραβήξει την ελπίδα από τα βλέφαρα

Μηρυκάζει το ζώο τη βλάστηση των άστρων
σ’ ένα παιχνίδι διωγμένο από τα πλαστικά δίκτυα
της αδράνειας

Μαργαριταρένια η κόμη μας
λουλούδι μοβ σε γυάλινο κλουβί

III
Γραμμοσκιάσεις στο τσόφλι του αυγού
Μάτια ακροδάκτυλα στις διαδρομές του φωτός
Στο απόστημα του χρόνου
Στην κηλίδα της σιωπής
Κρυμμένη η μορφή σου

Σφήκες βουίζουν στο μυαλό μου
Η Περσεφόνη κατηφόρισε
το δρόμο της ψυχής μου
ματωμένο το μάτι της
έπλεκε με τη σιωπή
το εμβατήριο
του τέλους
της ερωτικής ιστορίας

IV
Κι εγώ στην ακρογιαλιά της φυγής
Να πετάω βότσαλο στο άχρονο τοπίο
Στο απόλυτο του χρώματος
Με τα σπασμένα είδωλα
Αναδυόμενα πετρώματα
Του πελάγου και της σφήκας

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η φωτογραφία της ανάρτησης συνοδεύει τα ποιήματα στο τεύχος του εν λόγω περιοδικού

Tasos Denegris, Two poems in English / Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα στα Αγγλικά

HIGH AND DRY*

I knew that by sounds
And by sounds alone would I reach the moon
The dark side of the moon
Green
Pale green
With the hollow bellies of the quarries
Green
And thus as the sounds grew stronger
Women and children and warriors
Began arriving from all directions
Clutching uprooted shrubs in their left hand
And wooden lances or goldfish in their right
To hear and see the priest.

And as the sounds grew steadily more remote
Sometimes the heavy tread of the tiger
On the blackened crops
Sometimes a mathematical thought perfect
As a spider’s web
And everything frozen
Bells and icicles
Then the spirit came down
To purify the hate
And we touched the green rind of the moon

Saturday, 8 February 1964

*(Title originally in English)

***

IMAGES FROM AN EXCURSION

Boeotia

The poplars present arms
As we pass by at high speed
Above the lake that became a meadow
And instead of rowboats and caiques
A chrome-plated tractor lumbers by.

Pelion

Bare branch
Like the string of a violin broken In the air
And the dogmatic glory of the open sea.
Polyhedral landscape
The Aegean to the right And to the left
Mountains rising up, martial songs
In the green majority
Yellow plane trees
And chestnuts with leaves of copper
Alleluia.

12 December 1976

*From the book “Tassos Denegris, Selected Poems”, Shoestring Press, 2000. English translation from Greek: Philip Ramp.

Αργύρης Χιόνης, Απορίες

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com

Kenneth Rexroth, Ταξιδιώτες στο Erehwon

Andree Dutcher Rexroth Painting-Dorothy

Ανοίγεις το
Φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
Κρεβάτι όπου κανείς
Δεν κοιμήθηκε χρόνια τώρα
Μια κουκουβάγια θρηνεί στη στέγη
Λες
Αγάπη μου δικιά μου
Αγάπη
Στο καπνισμένο φως της παλιάς
Γκαζόμπαλας οι ώμοι σου
Η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί
Είναι σαν άνθη ροδακινιάς
Τεράστια άστρα πολύ μακριά πολύ χώρια
Έξω απ’ το σπασμένο παραθυρόφυλλο
Τεράστια αιώνια ζώα
Όλα μονόφθαλμα
Κοιτάζουν
Που ανοίγεις το σώμα σου
Κανένα τέλος στη νύχτα
Κανένα τέλος στο δάσος
Σπίτι εγκαταλειμμένο μια ολόκληρη ζωή
Στο δάσος στη νύχτα
Κανένας δέ θά ‘ρθει ποτέ
Στο σπίτι
Μόνος
Στο μαύρο κόσμο
Στη χώρα των ματιών

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1978—Δεύτερη Διαδρομή —Δέκατο τεύχος.

Καρίνα Βέρδη, Αναστάσιμες κορδελιάστρες

Αναστάσιμες κορδελιάστρες
Άπαχες
Λεπρές τύψεις προδοσίας
Ηδονικές, σαρδόνιες διακυμάνσεις
Ηθικής-παρανομίας.
Η γοητεία της περιγραφής έγκειται στο ότι δεν θέλεις να τελειώσει
Η Αθηναϊκή βεγγέρα κι έτσι τραβάααει τραβάααει…
Ώσπου να ξημερώσει.
Δυστυχώς,
Δεν υπάρχει άπειρο
Έρχεται πάντα το πρωί
Η καθημερινότητα σου τσακίζει τα κόκκαλα
Ενώ η νύχτα,
γεννιέται ώρα οχτώ
και μέχρι να ξεφτίσει
Είναι μια μεγάλη ντίβα του πενταγράμμου
Που κάθε βράδυ γιράσκει
Αεί διδασκόμενη.

*Από τη συλλογή “Ηλεκτρικό Βυσσινί”, Εκδόσεις Όστρια, 2018
**Β’ Βραβείο Ποίησης στην κατηγορία «ελεύθερο θέμα», του διαγωνισμού Ε.Π.Ο.Κ., 2017.