Δημήτρης Βούλγαρης, Ποιήματα

8.

Ίσως,
να γίναμε απλά μια σκέψη.

Σε ένα μυαλό
που η αυτονομία του με ξεπερνά.
Ένα μυαλό που αδυνατώ να εξουσιάσω.

9.

Δύο στόματα ακίνητα.
Περιφραγμένα.
Υπόσχονται μια μεταχειρισμένη ιστορία.
Δανεική,
ακίνδυνη πια.

Μια ξεθωριασμένη κόπια του χθες.
Μασημένη.

Σκόρπια θραύσματα από φτηνό υλικό
ενός σκηνικού που εγκαταλείφθηκε.
Ξέφτια
των ψάθινων ημερών
που εξαντλήθηκαν γρήγορα.
Που πνίγηκαν ανάμεσα στα δάχτυλα,
θύματα κάποιας νεύρωσης.
Που κρεμάστηκαν αθώα
από την αλυσίδα μιας κουρασμένης κούνιας.
Που τραύλιζαν
λιώμα απ΄ το πιοτό
για ό,τι δεν ήρθε.
Που αποσύρθηκαν
και χάθηκαν ανάμεσα στις απομιμήσεις.

Τραβηγμένα χαρακτηριστικά
μια ζωής που φεύγει.
Κυνηγοί του παρελθόντος.
Ρακοσυλλέκτες
μιας εποχής που έδυσε στα σκουπίδια.

Ο χορός έπαψε.
Τα κέρινα βήματα σωπαίνουν την πορεία.
Στο πάτωμα φυτρώνουν μαχαίρια.
Τίποτα δεν γεννιέται πια.

Τίποτα.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, εκδ. Απόπειρα, 2017.

Alejandra Pizarnik, Ο απών

Ι

Το αίμα θέλει να ξαποστάσει.
Του έχουν κλέψει τον λόγο ν’ αγαπάει.
Γυμνή απουσία.
Παραληρώ, μου πέφτουν τα φτερά, τα χάνω.
Τι θά ’λεγε ο κόσμος αν ο θεός
τον είχε έτσι εγκαταλείψει;

ΙΙ
Χωρίς εσένα
ο ήλιος πέφτει σαν νεκρός παρατημένος.
Χωρίς εσένα
γυρνώ στην αγκαλιά μου
και παίρνω τη ζωή μου
να ζητιανεύει ζεστασιά, αφοσίωση.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Περσέας Ρίζος, Διαπασών

Έργο του Περσέα Ρίζου

στο βάθος του δέντρου,
τραγούδι των Αγίων Πάντων

Φωτά από αγριοπερίστερα!
Νερό από αγκαλιάσματα!
Γη από τη φωτιά
Αέρας από το νερό
Εισήγηση της κληματίδας των σπονδύλων μου
Μη φάτε απ’ αυτό το δέντρο
Είναι το καμουφλάζ ενός ανθρώπου σε ποιητή
Η γαλάζια πανοπλία
Σαν δοξάρι αναμαλλιασμένο, από τριβές με την πραγματικότητα

Γη από αλαφρόπετρα!
Αέρας από σκάφανδρο!
Φωτιά από τη γη
Νερό από τον αέρα
Η φύση αρέσκεται να ομιλεί με υπονοούμενα
Εσείς ξέρατε ότι υπάρχουν κάποιοι μουσικοί,
που κουρδίζουν τα όργανά τους με ποδοβολητά αλόγων;

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. Φαρφουλάς, 2021.

Ted Joans (1928 – 2003), Η αλήθεια

Αν δεις έναν άνθρωπο
Να περπατάει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο
Και να μιλάει δυνατά στον εαυτό του
Μην τρέξεις
προς την αντίθετη κατεύθυνση
Αλλά τρέξε προς αυτόν
Γιατί είναι ποιητής
Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς
από τον ποιητή
Παρά μόνο την αλήθεια.

*Μετάφραση: Ελένη Χατζάκη

Νίκος Λάζαρης, Γυναίκα σε στάση λεωφορείου

Τι περιμένεις γυναίκα άγνωστη
κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο;
Το λεωφορείο δεν θα ’ρθει.
Ο Έρωτας δεν θα ’ρθει.
Εκείνος δεν θα ’ρθει.
Μέσα από τις ρυτίδες σου
μπορώ να διακρίνω τη ζωή
που χάνεται
―αυτή την ασπρόμαυρη τηλεόραση
με τον ένα μόνο σταθμό
τις συχνές διακοπές, τα παράσιτα.
Στενά δωμάτια, πολλά παιδιά
υγρασία στα κόκαλα και στην καρδιά
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια.
Δεν είσαι εσύ η γυναίκα
που θαύμασα τις προάλλες στο ELLE,
δεν σε είδα στην τελευταία ταινία
του Αντονιόνι ή του Τρυφφώ
δεν άκουσα να σε υμνούν
μεγάλοι ποιητές και ζωγράφοι.
Περνάς κάθε μέρα ανάμεσά μας
ανώνυμη, σχεδόν αόρατη
περιμένοντας πάντα κάτι
που δεν θα ’ρθει ποτέ,
γράφοντας κατά διαστήματα
κραυγές απογνώσεως
με το έμμηνο αίμα σου στον αέρα,
με φόντο τον, εξαίσια γαλάζιο,
αττικό ουρανό.

Hala Alyan, Κριός

Ντροπιασμένη, προσφέρεις χρυσάφι. Μικρά κομμάτια αίματος χρωματίζουν το τρίχωμα.
Στον ύπνο σου φταίχτης είναι πάντα η φλόγα.

Το φως, αυτός ο γρανάτης, αδειάζει τελείως.
Φανερώνει όλα όσα είναι αγκάθι.

Μες στις γροθιές σου η προβιά σπαρταρά. Ζεστή ακόμη.
Έγδαρες ό,τι σ’ αγάπησε.

Δεν είναι παίξε γέλασε να σκαρφίζεσαι προσευχές.
Είναι κρέμασμα κάποιου δέρματος, το μέσα έξω.

Οι θεοί θα χασμουρηθούν. Ίσως όχι φωτιά, αυτό που φοβάσαι.
Ίσως ψιλόβροχο.

Κάτω απ’ το κουβερλί, το στρώμα σου βρομάει. Ασφαλής.
Βύθισε το ψαλίδι σου σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα. Κοίτα, τίποτα δεν χύνεται.

*Από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2023/06/26/%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%bb%cf%8c%ce%bd-29-hala-alyan/

**Μετάφραση από τα αγγλικά: Jazra Khaleed, Kyoko Kishida.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ερημικό

Φώτο: Odd Tinghaug Ahne

Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία

Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες τη νύχτα

Που να γείρω το κεφάλι
ν’ ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν’ αγαπήσω

Που να γείρω το κεφάλι

Τόλης Νικηφόρου, Πορεία στην ομίχλη

Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σα νοιώθω μόνος

*

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
στριγγές και κούφιες
άγνωστες ολότελα κραυγές
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

*

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με παράδοξα χρώματα
αλλόκοτους συνδυασμούς

*

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου
τίποτα όμως δεν θα ‘χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη
αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ´ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Το δέντρο».

Η τσιγγάνα ποιήτρια Μπρονισλάβα Βάις

Η Μπρονισλάβα Βάις γεννήθηκε σε ένα καραβάνι μουσικών, περιπλανώμενων τσιγγάνων το 1908 ή το 1910. Η μητέρα της την ονόμασε «παπούσα» που σημαίνει κουκλίτσα. Ήταν ένα πανέμορφο παιδί με πολύ μακριά μαλλιά τα οποία δεν έκοψε ποτέ.

Η παπούσα ήταν ίσως η μοναδική τσιγγάνα που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Δεν πήγε ποτέ σχολείο αλλά έκλεβε κοτόπουλα και τα αντάλλασσε με τη βοήθεια που της έδιναν τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο ή μια Εβραία του χωριού που τη μάθαιναν να διαβάζει. Στα 16 της χρόνια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον, κατά 25 χρόνια μεγαλύτερο, αδελφό του πατριού της, ο οποίος της απαγόρευε να διαβάζει. Το ότι ήταν εγγράμματη θεωρήθηκε πράγμα ανήθικο και βρώμικο από τους τσιγγάνους του 1920. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι διώξεις των Ναζί έστειλαν τη φυλή της Βάις στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας όπου ζούσαν σε λαγούμια και παρότι υπέφεραν από την πείνα κατάφεραν να επιβιώσουν.

Καθοριστικής σημασίας γεγονός για τη ζωή της Παπούσα ήταν η συνάντησή της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόφσκι, ο οποίος το 1949, κυνηγημένος από τη μυστική αστυνομία, ζήτησε κρησφύγετο στον καταυλισμό της φυλής της Παπούσα. Ο Φιτσόφσκι γοητεύτηκε από τη ζωή των τσιγγάνων, κυρίως όμως από τη Βάις που έφτιαχνε αυτοσχέδιους στίχους για τα τσιγγανικά τραγούδια. Γι΄ αυτή της την ενασχόληση αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους τσιγγάνους του καταυλισμού και γι΄αυτό ποτέ δε δέχθηκε τον τίτλο της ποιήτριας. Ποιήτρια και στείρα. Καταραμένη για τους τσιγγάνους. (τον γιo της τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα πτώματα μιας οικογένειας που αφάνισαν οι Ναζί και τον μεγάλωσε σα δικό της παιδί).

Πολύ γρήγορα ο Φιτσόφσκι αναγνώρισε τη λογοτεχνική αξία των στίχων της που μιλούσαν για τα δάση, για την περίοδο των διώξεων από τους Ναζί και τη χαμένη ελευθερία των τσιγγάνων όταν μετά τον πόλεμο τους απαγορεύτηκε η νομαδική ζωή. Ήταν στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, χωρίς ρυθμό, γεμάτοι από τον ονειρικό κόσμο του μυαλού της αλλά και των δραματικών γεγονότων που έζησε.

Όταν ο Φιτσόφσκι επέστρεψε στη Βαρσοβία έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή και τους ηθικούς κώδικες των τσιγγάνων μαζί με ένα γλωσσάρι με τις βασικές φράσεις της γλώσσας τους. Σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβε και τα 30 ποιήματα της Βάις, αφού τα μετέφρασε και τα επιμελήθηκε. Αυτό στάθηκε αφορμή να την εξορίσουν γιατί θεώρησαν ότι πρόδωσε τα μυστικά της φυλής της.

Η Παπούσα περιφρονημένη, ντροπιασμένη και κυρίως τρομοκρατημένη επειδή απείλησαν να την σκοτώσουν, αφού πέρασε ένα διάστημα σε ψυχιατρείο, έζησε την υπόλοιπη ζωή της σε ένα μικρό χωριό, μέσα στη φτώχεια, καθώς δε δέχτηκε ποτέ τα χρήματα που της εξασφάλισαν τα πνευματικά δικαιώματα για τα ποιήματά της.

Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Nowa Kultura.
Η ζωή της και το έργο της στάθηκαν αφορμή για την ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze με τον ομώνυμο τίτλο, αλλά και το βιβλίο ποιημάτων της Βίκυς Κατσαρού που και αυτό ονομάζεται «Παπούσα» και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο.

Το ποίημα της Βάις που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ’ το κεφάλι της Παπούσα» (Gypsy Song Taken From Papusza’s Head
Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951):

Σε ένα δάσος μεγάλωσα
σαν θάμνος από χρυσάφι
γεννημένη σε μια σκηνή
όμοια με βωλίτη.

Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά.
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι
πήραν στην αγκαλιά τους την μικρή γύφτισσα
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο.

Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου,
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, γύφτος πατέρας,
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου.
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη,
έπλυνα μόνο τα μάτια μου…

Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος
σαν το ασημένιο φεγγάρι,
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά,
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο.

Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι,
η φωτιά καίει!

Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών,
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών.

Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας,
-μάς τραγουδάει τραγούδια
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι,
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά.

Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό,
και να του λες τα πάντα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει,
μόνο τα δάση και τα ρυάκια.

Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει
εδώ και πολύ καιρό
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια.

*Από τη σελίδα της Άννας Φλώρου Φλωράνς στο Facebook.

Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα

ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Ελαφροκίνησε την άκρη
των δάχτυλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν

το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ’ την αναπνοή της

ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια

έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη

αγγίζοντας το βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής

το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της

σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε ένα σταλακτίτη

ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου

κι απ’ την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά

*

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Λυγμός ανασηκώθηκε μέσα μου το άγγιγμά της
Στα μακριά της δάχτυλα χαμογελώντας τότε
κυλίστηκα στα πόδια της γεμάτη αναμονή

Ανάσες απ’ το βλέμμα της με φίλησαν στα μάτια
Ανυποψίαστα όνειρα τύλιξαν το κορμί της
Ο έρωτας ξεχύθηκε με ορμή στα βλέφαρά της

Κι ανηφορίσαμε μαζί

*

ΑΝΑΦΥΛΛΗΤΟ

Το φύλο της αναδεύτηκε
σαν αναφυλλητό
υψώθηκε ως τα μάτια μου
με φίλησε στο στόμα

η ηχηρή του αναπνοή
ξεπήδησε σαν δύτης
προβάλλοντας απ’ το νερό

ημερωμένη ύστερα
πέταξε ως τ’ αστέρια

*

ΜΕΣΗ ΛΥΣΗ

Σαν έπιασα στο χέρι το μολύβι
τα τιτιβίσματα καλοκαιριάτικων πουλιών
έψαλαν τη χαρά μου

Όμως η αποξένωση
από κρυφά κομμάτια του εαυτού μου
όρθωσε τείχος από θόρυβο
σαν πόλη πού γκρεμίζει ανελέητος σεισμός

Δεν μένει πια παρά να
πετάξω
στην τελική ευθεία του κινδύνου

αναζητώντας
τα στερνά μου απομεινάρια

αναχαιτίζοντας
την ιερή μανία τους
πού διαλύει τούς αρμούς
κάθε συνθετικής προσπάθειας
κάθε προσπάθειας μέσης λύσης

*

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Στην αδελφή μου Χριστίνα

Ταξίδεψα σέ
λιβυκή χώρα ηβική
με πρόδωσαν
οι γερανοί του Ιβύκου

Τί απομένει;

Τις πύλες τού Άδη να περάσω
την Ευρυδίκη για να βρω
κρατώντας λύρα
με λυρικά τραγούδια
να ξορκίσω
τον Κέρβερο, τούς φύλακες και τούς θεούς
του Κάτω Κόσμου
μα στην επιστροφή να μην κοιτάξω πίσω

Δικιά μου η Ευρυδίκη
για να μείνει

*

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Στην Κασσιανή Φελέκη

Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων

οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
πού έχουν έτσι μετεμψυχωθεί

κι άλλα πού έχουνε μεταναστεύσει
σέ κλίματα θερμά
σέ ξένους τόπους
απ’ οπού ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα πού ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι

σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή

*Από το βιβλίο “Στον ύπνο της Αφροδίτης (1986-1990)”.