Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Δύο ποιήματα

Πιο σταθερή

Άσπρα
λουλούδια
πέφτουν
στα γόνατα

όχι
δεν σκύβω
να μαζέψω
τα ψίχουλα

θαύμα
τα κύματα
πνίγομαι
τέλεια

τόσο
βαθιά
θα βρω
και νοήματα

*

Το φως που βλέπουμε τώρα

Τ’ αγκάθια
είναι ο λόγος
που θα γίνουμε
φίλες
με λίγο αίμα
από την καθεμιά μας
θα έχουμε
τα ακριβότερα
κοσμήματα
όσο κι αν είναι
όμορφος ο Τάμεσης
δεν θα σε σπρώξω
και δεν θα με σπρώξεις
με λίγο αίμα από την καθεμιά μας
την ίδια φύση
θα χαιρόμαστε
και πληγωμένες
απ’ τον ίδιο εραστή
θα μοιραζόμαστε
τ’ αγκάθια του
γελώντας

*Από τη συλλογή “Το φως που βλέπουμε τώρα”, εκδ. στιγμή, Αθήνα 1986.

Κατερίνα Αγυιώτη, από τη συλλογή “Φρουρός”

Το ποίημα επανέρχεται, αλλά έχει τελειώσει ο χρόνος
του / δε γράφουμε ενθυμούμενοι / είμαστε πολεμιστές.

Όταν βλέπω τον δυστυχισμένο να πλησιάζει για να μ’
αγαπήσει, γίνομαι του παιδιού του το άγαλμα.

Τα όνειρά μου πραγματοποιούνται σε άλλα όνειρα / εξα-
ντλούνται στην καθαρή επιθυμία
αυτό που λέμε συμβατικά πραγματοποίηση
είναι η καύση του νεκρού.

Με αγάπησαν, δεν έχω παράπονο
περνούσαν παρθένες με χλωμά πρόσωπα
από το παράθυρό μας.

Υπάρχει σωστή δόση στην αγάπη – το υπόλοιπο το κά-
νουμε σπαθιά / κεράσια / χλιαρά πουλιά / φύλλα
στα μάτια / γιασεμί.

Κοιτάξτε, έβρεχε / μέσα μου άνθιζαν δυο μελαγχολίες / ένας
παλιός Σλάβος με απαλά δάχτυλα.

Θα είμαι ο θόρυβος
στο κεφάλι του παιδιού
όταν θα έρχεται το άστρο.

Ανεβαίνω στη σκηνή. Η αίθουσα είναι κατάμεστη. Με βρα-
βεύουν για την κοινωνική μου ζωή παρ’ όλους τους ανθρώπους.

Έχω λόγους για να είμαι οπουδήποτε.
Περιμένω ένα σημάδι, μια πραγματική απειλή, μια ομορφιά
που να κλείσουν σπίτια.

Για να διατηρήσουν οι ποιητές την ψευδαίσθηση ότι θ’ αγιά-
σουν, άγιασαν δίπλα τους όσοι τους αγάπησαν.

*“Φρουρός”, εκδ. Φαρφουλάς, 2016.

Nicanor Parra, Τρία ποιήματα

ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το βέβαιο είναι πως γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο,
Πολλές φορές έπεφτα πάνω στα δέντρα,
Σκόνταφτα πάνω στους ζητιάνους,
Άνοιγα δρόμο μέσα από ένα δάσος από καρέκλες
και τραπέζια,
Με την ψυχή στο στόμα κοίταζα τα μεγάλα
φύλλα που έπεφταν

Τίποτε όμως δε τελούσε,
Όλο και βούλιαζα σε μια ουσία σα ζελατίνα·
Ο κόσμος γελούσε με τα καμώματά μου,
Οι άνθρωποι κουνιόντουσαν μέσα στις πολυθρόνες τους
σαν φύκια που τα κουνάει το κύμα

Κι οι γυναίκες με κοίταζαν με μίσος
Κάνοντάς με να σηκώνουμε, κάνοντάς με να πέφτω,
Κάνοντάς με να κλαίω και νέα γελάω χωρίς να θέλω.

Όλ’ αυτά μου έφερναν ναυτία,
Αποτέλεσμα: μια καταιγίδα από ακατάληπτες φράσεις,
Απειλές, προσβολές, βρισιές ανώφελες,
Επίσης κάτι εξουθενωτικό κουνήματα ποδιών,
Εκείνοι οι νεκρικοί χοροί
που μου ‘κόβαν την ανάσα
Και δε μ’ άφηναν να σηκώσω κεφάλι για μέρες,
Για νύχτες.

Γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο, αυτό είν’ αλήθεια,
Η ψυχή μου πλανιόταν μες στις στράτες
Γυρεύοντας βοήθεια, ζητώντας λίγη τρυφερότητα·
Μ’ ένα φύλλο χαρτιά κι ένα μολύβι έμπαινα στα νεκροταφεία
Αποφασισμένος να μην αφής να με κοροϊδέψουν.

Έφερνα βόλτες και βόλτες γύρω απ’ την ίδια υπόθεση,
Παρατηρούσα από κοντά τα πράματα
Ή σ’ ένα ξέσπασμα θυμού τραβούσα τα μαλλιά μου.
Σ’ αυτή την κατάσταση άρχισα τη διδακτική σταδιοδρομία μου,
Σα λαβωμένος από σφαίρα σερνόμουνα στις διαλέξεις,
Πέρασα το κατώφλι ιδιωτικών κατοικιών,
Με την κόψη της γλώσσας προσπάθησα να επικοινωνήσω
με τους ακροατές:
Εκείνοι διάβαζαν εφημερίδα
Ή χάνονταν πίσω από ένα ταξί.
Πού να πάω λοιπόν!
Εκείνες τις ώρες η αγορά ήτανε κλειστή·
Εγώ σκεφτόμουνα ένα κομμάτι κρεμμύδι που είχα δει στο δείπνο
Και την άβυσσο που μας χωρίζει από τις άλλες αβύσσους.

*

ΤΕΛΕΙΟ ΤΙΠΟΤΑ

Ο θάνατος δε σέβεται ούτε τους καλούς ευθυμογράφους
για κείνον όλα τα αστεία είναι πικρόχολα
μόλο που είναι πάντα ο θάνατος
που μας μαθαίνει να γελάμε
ας πάρουμε την περίπτωση του Αριστοφάνη
Γονατιστός κρατώντας τ’ άντερά του
από τα γέλια κοιτάζοντας το θάνατο:
αν ήμουν εγώ δε θα έπαιρνα μια τόσο ακριβή ζωή
αλλά ο θάνατος που δε σέβεται Γιώργηδες
θα σεβαστεί Παύλος και Νίκους κι οτιδήποτε;

*

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Δεν επιτρέπω να μου πεις κανείς
Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα
Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.

Γι’ αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω
Για ν’ αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.

Αφήστε τις ερωτήσεις.
Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς
Ξύνεται όπως μπορεί.

Ακόμα τούτο:
Εγώ δεν δυσκολεύομαι καθόλου
Να φορέσω μοναχός τον ζουρλομανδύα.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

**Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2002.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Τρία ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

Ασπρόμαυρα στιγμιότυπα

Ασπρόμαυρα στιγμιότυπα,
ή μήπως κλικ του χρόνου;
Μίντι φόρεμα καρό
χαϊδεύει ανάλαφρα χέρια και πόδια.
Βραχιόλι από οξειδωμένο ασήμι
αγκαλιάζει τον λεπτό καρπό.
Μαύρα λουστρίνια,
νούμερο τριάντα έξι,
λαμποκοπούν
στην ερημιά της σκάλας,
ενώ οι σκιές καταπίνουν το κεφάλι.
Ο λαιμός,
το στέρνο,
αιωρούνται στο τίποτα,
αναζητώντας μάταια λέξεις και ανάσες,
αποκαλύπτοντας
τη σιωπή του σώματος.
Ω, θήλεια ύπαρξη,
αρμονική,
άφθαστη,
ανεξιχνίαστη,
οπτασία της αβύσσου.
Καταμετράς λεπίδες σκληρής αγάπης,
φωτίζοντας
μια αόρατη θλίψη
και το σκοτάδι
που επιστρέφει κάθε πρωί.

*

Αερικά

Το σκηνικό βυθισμένο στο σκοτάδι.
Αερικά,
το ένα δίπλα στο άλλο.
Ούτε άνδρες ούτε γυναίκες.

Με λευκά πέπλα
κι αθλητικά παπούτσια,
κλωθογυρίζουν,
ποδοπατώντας όνειρα.

Το τοπίο κομματιασμένο,
παρασέρνει σύννεφα,
καθώς οι μορφές ανεμίζουν
στο φεγγαρόφωτο.

Τύμπανα και ταμπούρλα,
σε ξέφωτα μαγείας,
στάζουν νότες αίματος.

Το μαύρο
σκεπάζει το τίποτα,
κρύβεται στους θάμνους,
κόβει τον δρόμο
σε κάθε ψίχουλο αγάπης.

*

Κοράκι

Πάνω από σκιερή λίμνη,
κοράκι.
Πρωτόγονο,
αινιγματικό.
Αβάσταχτη
η αύρα του σκότους.
Άγραφη σιωπή
σαρώνει τη νύχτα.
Το ράμφος ανοίγει
κι η λίμνη ραγίζει.
Δυο χέρια
ορθάνοιχτα
αναδύονται
από τα σκοτεινά νερά,
κρατώντας ακόμη
τη φωνή
που δεν πνίγηκε.

Γρηγόρης Σακαλής, Σήμερα

Artwork: Felix Valloton

Γνώρισες τμήματα και κρατητήρια.
Παράνομη η αφισοκόλληση.

Στην Κομοτηνή μοίραζες κάποτε Ριζοσπάστη.
Τώρα στη Βέροια
σ΄ ακούω να μιλάς για την Αποκάλυψη.

Τους παλιούς συντρόφους τους έφτυσες.
Δεν ήθελες δόγματα και λιβανιστήρια.
Δεν θέλω φωνές από το παρελθόν, έλεγες.
Μα σ΄άκουσα να μιλάς για την Αποκάλυψη
κι έμεινα εκεί ν΄απορώ.

Τώρα καταλαβαίνω
γιατί οι νεκροί συλλαμβάνουν ζωντανούς.

Palestina libera / Free Palestine / Ελεύθερη Παλαιστίνη

Canto palestinese

Tornero e i ritorno e sicuro
Tornero con il nuovo sole
Tornero con il nuovo giorno
Tornero con i amore nel mio cuore
Tornero con l’ arma in mano
Perche nelmio cuore c’e pure la rivolta
Il mio grido deve coprire le piazze
Il mio diritto alla vita riempiro lr piazze della cita
Cosi nessuno potra dire che non ha sentito
Sono il figlio della resistenza
Sono il figlio del martire

Free Palestine

I shall return, and I shall return, that is certain
I shall return with the rising sun
I shall return with the new day
I shall return with love in my heart
I shall return with a weapon in my hand
For in my heart there is also rebellion
My cry must fill the city’s squares
My right to life will fill the city’s squares
So that no one can say they did not hear
I am the son of the resistance
I am the son of the martyr

Ελεύθερη Παλαιστίνη

Θα επιστρέψω, θα επιστρέψω, σίγουρα
Θα επιστρέψω με τον καινούργιο ήλιο
Θα επιστρέψω με τη νέα μέρα
Θα επιστρέψω με την αγάπη στην καρδιά μου
Θα επιστρέψω με το όπλο στο χέρι
Γιατί στην καρδιά μου υπάρχει και η εξέγερση
Η κραυγή μου πρέπει να γεμίσει τις πλατείες
Το δικαίωμά μου στη ζωή θα γεμίσει τις πλατείες της πόλης
Έτσι κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν το άκουσε
Είμαι ο γιος της αντίστασης
Είμαι ο γιος του μάρτυρα

Ολυμπία Θεοδοσίου, Τέσσερα άτιτλα ποιήματα 

Οι αόρατοι,
βαδίζουν σε τεντωμένη ζωή.
Κάθε πρωί, κουρδίζουν τον εαυτό τους
και φορούν τις ίδιες λέξεις.
Ύστερα, βγαίνουν στον δρόμο
και σκοτώνουν ό,τι δεν χωρά
στην εξορία τους.
Το βράδυ, επιστρέφουν σπίτι,
ξεκινούν να καθαρίζουν τα ρούχα τους,
και παρακολουθούν τηλεόραση.
Δίχως άλλοθι φιμώνουν τη ζωή.

*

Η πόλη κινείται
με την φορά
του ρολογιού.
Υποσυνείδητη
χειμερία νάρκη.
Γεωμετρικά σχήματα
οι συμβασιούχοι,
επαληθεύουν θεωρήματα.
Τα φανάρια,
περιγράφουν τη ζωή
σταματώ, προχωρώ.
Θύμα της ασφάλτου
η βούληση.
Οριοθετημένη τελειότητα
με χαλασμένα γρανάζια,
η κουρδιστή πόλη.
Θέμα χρόνου η παύση
του επόμενου λεπτού.

*

Η γυναίκα αποφάσισε,
πως έπρεπε να φύγει από εκείνο το σπίτι.
Ήταν φτιαγμένο από ασπρόμαυρες φωτογραφίες
και αιχμηρά ρολόγια.
Έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα
αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει.
Το δέρμα της άρχισε να ξεφλουδίζει.
Ο Luis Buñuel,
βγήκε μέσα από το φως
και ξεκίνησε να της μιλάει
για την διάβρωση του χρονικού κρατήρα.
Την ίδια στιγμή,
ένας σκύλος άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι,
κυνηγούσε μια Πανσέληνο.
Στο τέλος, έγινε η τροφή του.
Η γυναίκα εγκατέλειψε το μολυβένιο καβούκι.

*

Παιδικά χαμόγελα
ασκητεύουν σε ενήλικα κελιά.

*Από τη συλλογή “Κάτοψη κουρδιστής πόλης”, εκδόσεις Κάμινος, 2026.

William Carlos Williams, Ποιήματα

Δέκα ποιήματα

XIV

Για το θάνατο
ο κουρέας
ο κουρέας
μού μίλησε

κόβοντας τη
ζωή μου με
ύπνο για να κοντύνει
τα μαλλιά μου-

Είναι μόνο
μια στιγμή
είπε, πεθαίνουμε
κάθε βράδυ-

Κι απ’
τους νεότερους
τρόπους να βγουν
μαλλιά στον

φαλακρό θάνατο-
τού μίλησα
για τη λάμπα
κουάρτζ

και για γέρους
με τρεις
σειρές δοντιών
στο νεύμα

ενός γέρου
που είπε
στην πόρτα-
Λιακάδα σήμερα!

εξαιτίας της οποίας
ο θάνατος τον ξυρίζει
δυό φορές
την εβδομάδα.

*Από τη συλλογή Spring and All, 1923.

*

Νέα γυναίκα σε παράθυρο

Κάθεται με
δάκρυα

στο μάγουλο
το μάγουλο στο

χέρι της
το παιδί

στην αγκαλιά της
η μύτη του

πιεσμένη
στο γυαλί

*

Μια υποσημείωση

Περπατήστε στα λεπτεπίλεπτα μέρη
των απαραίτητων μηχανισμών
και γρήγορα δεν θα έχετε
ούτε φαγητό, ούτε ρούχα, ούτε
καν Κομμουνισμό,
Σύντροφοι. Διαβάστε καλή ποίηση!

*Από τη συλλογή Poems, 1934.

*

Mezzo Forte

Πάρ’ το πανάθεμά σε· κι αυτό!
Να κι ένα τριαντάφυλλο
Για επανόρθωση
Ο θεός ξέρει
Συγγνώμη, Γκρέις· αν και
Δε φταίω εγώ αν θα γίνεις γάτα.

*Από τη συλλογή The Tempers, 1913.

*

Σούζυ – ΙΙ

η ζωή είναι ένα άνθος όταν
ανοίξει θα
κοιτάξεις τρέμοντας μέσα του αβέβαιη

για ό,τι ο παλιός
καθρέφτης μπορεί ν’ αποκαλύψει
ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση ενώ

ένας άτολμος γέρος
όλο αμφιβολίες μισο-
στρέφει μακριά το ανόητο κεφάλι του

*

Μικρό ποίημα

Με χαστούκισες
μα τόσο ευγενικά
που χαμογέλασα
με τη φροντίδα

*

Φτέρνα και δάχτυλα ως το τέλος

Ο Γκαγκάριν λέει, σε έκσταση,
θα μπορούσε
να συνεχίσει για πάντα

έπλεε
έτρωγε και τραγουδούσε
κι όταν αναδύθηκε απ’ αυτά
τα εκατόν οκτώ λεπτά έξω
απ’ την επιφάνεια της
γης γελούσε

Έπειτα γύρισε
να πάρει τη θέση του
ανάμεσά μας
από όλη αυτή τη διαίρεση και
αφαίρεση μέτρο
δάχτυλα και φτέρνα

φτέρνα και δάχτυλα
λες και
χόρευε

*

Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου

Σύμφωνα με τον Μπρύγκελ
όταν έπεσε ο Ίκαρος
ήταν άνοιξη

ένας γεωργός όργωνε
το χωράφι του
όλη η τελετουργία

του χρόνου είχε
ξυπνήσει μουδιασμένη
δίπλα

στην άκρη της θάλασσας
απορροφημένη
απ’ τον εαυτό της

ιδρώνοντας στον ήλιο
που έλιωσε
το κερί των φτερών

μόλις λίγο πιο έξω
απ’ την ακτή
ακούστηκε

ένας παφλασμός σχεδόν ανεπαίσθητος
ήταν
ο Ίκαρος να πνίγεται

*

Η γυναίκα του υπαρξιστή

Συνήθως ακολουθούσα
τις εποχές
σ’ αυτό το ημι-βόρειο

κλίμα
και τα μεταναστευτικά πουλιά
που έρχονται

τον Μάιο διέκριναν
τον κίτρινο τσιροβάκο
απ’ τη μυρτιά

όταν τον βρήκα
νεκρό στο
γρασίδι δεν υπάρχει

άλλη εποχή εκτός
απ’ αυτή
για μένα τώρα

*

Το κοκτέιλ πάρτυ

Μια νέα γυναίκα
που στην κοιλιά της ποτέ
δεν κοιμήθηκα ενώ άλλοι

κοιμήθηκαν
συναντηθήκαμε σήμερα
σ’ ένα κοκτέιλ πάρτυ

όχι από μέθη
αλλά από αγάπη
αγνοώντας τους άλλους

κοιτάξαμε ο ένας
στα μάτια τον άλλο
αυτιά ευαίσθητα

σ’ ό,τι λέγαμε
μάτια τυφλωμένα
χωρίς ανάσα απ’ αυτό και μόνο

*Από τη συλλογή Pictures from Bruegel, 1962.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

Ζωή χαλασμένη

Άνθρωποι σφάγια σαρκοβόρων
κυματορροές φοβισμένων
στα σπίτια κλείστηκαν
τάχα σε ζώνη ουδέτερη
σε μιαν άδεια παντέρημη πόλη
σκοτεινή και ανίερη
που τις πομπές της κρύβει
τυφλοπόντικες
τους δρόμους της σκάβουν
χτυπιούνται οι μέρες της
σαν πορτοπαράθυρα
ζωής ανεπισκεύαστης

άνθρωποι που ησύχως πεθαμένοι
αναρωτιούνται με πόσα καρφιά
ο ήλιος στον ουρανό στεριώθηκε
τις ώρες που έμπαιναν όλο και πιο βαθιά
μες το πικρό του τάφου τους σκοτάδι

*

Μικράνθρωποι

Θανάσιμα ανέμελοι συρρέουν
σε δρόμους, πλατείες και θεάματα
ως ανδρείκελα σαθρά που υπνοβατούν
ως μαριονέτες σε σκηνή ξεδιάντροπη
σ’ ένα τσίρκο ή ένα καρναβάλι
σε μια πλαδαρή φτηνή υποκρισία

τυφλοί μουγγοί ζητιάνοι
γκρίζες σκιές αδιαπέραστες
αλκοόλη πίνουν
γελούν αιθέρα
αποσύνθεση βρωμούν
κι αθλιότητα

δεν υπάρχει βροχή
των μισανθρώπων τη ντροπή
να ξεπλύνει

*

Δελτίο καιρού

Μαύρος καιρός νεφελώδης
λόγω καταιγίδας όξινης διατάραξη επήλθε
κεραυνοί κι αστραπές τις πόρτες χτύπησαν
γέμισαν των σπιτιών τα δωμάτια πουλιά νεκρά
στα δέντρα κρέμονται κεφάλια κομμένα

μαύρος καιρός νεφελώδης
παρατεταμένη σιτοδεία τους δρόμους μαστίζει
άρθηκαν δια νόμου των ανθρώπων οι ανάσες
απ’ το λοιμό της απείθεια όσοι μολυνθούν
στα σφαγεία θανατώνονται αυτομάτως

καιρός μαύρος
κ α τ ά μ α υ ρ ο ς

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, ΑΩ εκδόσεις, Αθήνα 2021.

Ηλίας Βαγενάς, Τρία ποιήματα

ΟΥΡΑΝΟΣ

Σβηστός ο ήλιος, περιχαρακωμένος.
Τα νέφη κλειδαμπαρωμένα στο κέλυφός τους
αρνούνται να υποκύψουν στον χρόνο.

Τα πουλιά κρεμάμενα σε σχοινιά, σκοτωμένα.
΄να βλέμμα σου σώζει τον ουρανό πριν καταπέσει κι εκείνος
ξεχαρβαλωμένος και ανίδεος για την τύχη του.

Έτυχαν τα μάτια σου να εποφθαλμιούν το γαλάζιο του
είναι εκείνα που θα σημάνουν την τελετή του θανάτου του.
Εν πλω θα ταφεί
τα ψάρια θα βουτάνε στα κοραλλένια ύψη του
κάτω από τα κορμιά μας θαμμένος θα είναι.

Έτσι, όλα γλυκά θα τελειώσουν , όπως ακριβώς άρχισαν.

*

ΒΑΡΥΤΗΤΑ

Μιλούν οι άνθρωποι
μιλούν τα πουλιά.
Στέκονται οι άνθρωποι κοιτώντας
πετούν τα πουλιά.

Κάθονται στα σύρματα
τα σύρματα δεν πετούν
μόνο νιώθουν των πουλιών τα νύχια
γραπωμένα πάνω τους
σαν σφιχταγκαλιάζονται τις νύχτες

Η βαρύτητα είναι των ανθρώπων
της γης
των σωμάτων
των κτιρίων
των δρόμων
του έρωτα νάρκη είναι

Η βαρύτητα δεν είναι των πουλιών
παρά μόνο αν τα φτερά τους βραχούν
παρά μόνο αν σφαίρες τα πετσοκόψουν

Παρόλα αυτά
οι άνθρωποι περπατούν
τα πουλιά πετούν
οι σφαίρες πετούν
Το ένα πέταγμα σφαγιάζει το άλλο

Η βαρύτητα των όπλων είναι
των ερώτων θάνατος
των ματιών χαρακιές

Η βαρύτητα πουλιά σκοτωμένα είναι
κι ο Ίκαρος πέφτει στο κενό κάθε μέρα

*

ΕΥΤΥΧΕΙΣ

Ευτυχείς
ως σταθερά και υπόκωφα κτίρια
Αντισεισμικά.

Ευτυχείς
ως σίγουροι
ως προσδοκούντες
ως επίμονοι επαγγελματίες
ως σταδιοδρόμοι εταιρικών προδιαγραφών.

Σταθεροί
ως ευτυχείς οικογενειάρχες
εκκλησιαζόμενοι και μη αμαρτάνοντες.

Δυστυχείς
με κρεμασμένα σώματα
χυλωμένους νόες
εύθραυστα μάτια
γύψινες γλώσσες.

Ερωτευμένοι
με χείλια κόκκινα
μέλή στητά
χέρια παγωμένα
γάντια υγρά
μανιασμένες υποσχέσεις.

Σίγουροι
ως εθνικά ανήκοντες
ως ταξικά αγωνιζόμενοι
ως αλλότριων παιδιών γονείς
ως υπερέχοντες πατριώτες.

Ευτυχείς
ως ανθρωπίζοντες.

*Από τη συλλογή “Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες”, εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2025.