Οι αόρατοι,
βαδίζουν σε τεντωμένη ζωή.
Κάθε πρωί, κουρδίζουν τον εαυτό τους
και φορούν τις ίδιες λέξεις.
Ύστερα, βγαίνουν στον δρόμο
και σκοτώνουν ό,τι δεν χωρά
στην εξορία τους.
Το βράδυ, επιστρέφουν σπίτι,
ξεκινούν να καθαρίζουν τα ρούχα τους,
και παρακολουθούν τηλεόραση.
Δίχως άλλοθι φιμώνουν τη ζωή.
*
Η πόλη κινείται
με την φορά
του ρολογιού.
Υποσυνείδητη
χειμερία νάρκη.
Γεωμετρικά σχήματα
οι συμβασιούχοι,
επαληθεύουν θεωρήματα.
Τα φανάρια,
περιγράφουν τη ζωή
σταματώ, προχωρώ.
Θύμα της ασφάλτου
η βούληση.
Οριοθετημένη τελειότητα
με χαλασμένα γρανάζια,
η κουρδιστή πόλη.
Θέμα χρόνου η παύση
του επόμενου λεπτού.
*
Η γυναίκα αποφάσισε,
πως έπρεπε να φύγει από εκείνο το σπίτι.
Ήταν φτιαγμένο από ασπρόμαυρες φωτογραφίες
και αιχμηρά ρολόγια.
Έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα
αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει.
Το δέρμα της άρχισε να ξεφλουδίζει.
Ο Luis Buñuel,
βγήκε μέσα από το φως
και ξεκίνησε να της μιλάει
για την διάβρωση του χρονικού κρατήρα.
Την ίδια στιγμή,
ένας σκύλος άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι,
κυνηγούσε μια Πανσέληνο.
Στο τέλος, έγινε η τροφή του.
Η γυναίκα εγκατέλειψε το μολυβένιο καβούκι.
*
Παιδικά χαμόγελα
ασκητεύουν σε ενήλικα κελιά.
*Από τη συλλογή “Κάτοψη κουρδιστής πόλης”, εκδόσεις Κάμινος, 2026.
