Τα μάτια μας δεν είναι παρά για να μας γνωρίζουν οι άλλοι και κανένας δεν βλέπει τους τυφλούς
Τα μάτια μας δεν είναι παρά για να μας γνωρίζουν οι άλλοι εμείς μ’ άλλα μάτια κοιτάζουμε μοιράζουμε τον κόσμο μ’ άλλους άξονες απλούστερους και τις περισσότερες φορές εξασφαλίζουμε την ίδια απόσταση ψάχνοντας με τα χέρια. Και κρέμεται ο ήλιος απ’ τη φωνή το πρόσωπό σου απ’ το θάνατο. Μες στους θαλάμους των ματιών μας αγνώριστα υγρά περίεργες φωτογραφίες εμφανίζουν. Μεσ’ από μας υπάρχουν τα πράγματα αδυνατίζοντας το χρώμα της σκιάς μας.
*Από τη συλλογή «Αλλαγή τοπίου», που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Σε τόπο ξερό: Ποιήματα 1970-2012», Εκδόσεις Πατάκη, 2015.
Η πιο μεγάλη αγάπη είναι για τον άγνωστο, για κείνον που μισοκλείνει τα μάτια στη σαύρα. Ο πιο μεγάλος έρωτας είναι για τους δρόμους που συνδέουν πόλεις και κατακεραυνώνουν το ουρλιαχτό του ελικόπτερου. Κι όμως, κανείς δεν πρόκειται να θεραπεύσει εμένα από τα Σάββατα. Ήταν αυτή ό,τι ουράνιο απέμενε από του Διαβόλου το γυναικείο νύχι. Ήταν αυτή το μωρό Παρθένος και δεν έχω πια τη δύναμη το όνομά της -το δικό της μόνο – να βαφτίσω στα υγρά ενός χιτώνα λιωμένου από Ιππικό Υπηκόων. Αχ, μάρτυρες! Σάμπως το δικό σας πρόσωπο, όταν χάθηκε η πρασινομάτα Ξανθούλα με τα μακριά σαν ψεύτικα τσίνορα, δεν έγινε ένα δάσος από πηλό;
*”Ευφροσύνη – ποιήματα για μικρά παιδιά”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2024.
Κλείστε τα φώτα Σφαλίστε την πόρτα Κελιστά τα παράθυρα Κι ανοίχτε το ραδιόφωνο που παίζει εμβατήρια.
Φέρτε στους τοίχους και βάλτε κρέπια Μαζέψτε ψωμιά και κάντε παξιμάδια Χοντρέμποροι συνάξανε τα λάδια Εμείς θα φάμε ψάρια με τα λέπια.
Νοέμβρης 1952
*
ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ
Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και το λεπίδι Μόνον τους κλητήρες Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν στο διάβα σου.
Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα Κι εκείνη τη μεταφυσική ικανότητα να στέκονται στο ταβάνι Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.
**Από τη συλλογή “Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος” (1975).
Με γραπώνει ένα χέρι γερά από το μυαλό· ο ύπνος κάτι που μόλις μου διέφυγε κι είναι Τετάρτη ημέρα μπάνιου το χρώμα ξεφτίζει από τα ντουλάπια μέσα φυλάω πούδρες ρόλεϊ ξυραφάκια το νερό κυλάει απρεπώς ανάμεσα στα μπούτια μου το ίδιο και το αίμα μια ελεύθερη γυναίκα πάνω σε άλογο τρέχει ασταμάτητα κάτω από το τριχωτό της κεφαλής μου, διατάζει /πιο γρήγορα βιάζεται να την εκστομίσω καθώς στύβω το στήθος να αφαιρέσω το γάλα· τροφή των σπαραγμάτων με καθέτους στην αρχή, ποτέ στο τέλος μην τύχει και έρθει η νύχτα βουβά με μια κίνηση τρόμου σαν τον ιερέα που κάθεται στο προσκέφαλό σου και σε διαβάζει ερήμην· ερήμην υποτακτικό και αδιάφορο για όσα τεκταίνονται ερήμην του κόσμου ο κακός λόγος ερήμην ο αγαπητικός μιας άλλης στο σώμα σου μέσα ξάγρυπνη στιγμή αφτιασίδωτη κι εκείνο το τραγούδι που λένε στο λουτρό οι εραστές στους εραστές τους αχ πόσο το ζηλεύεις!
Σκυφτός μέσα στο πελιδνό της λάμπας φως στοχάζουνταν τα μεγάλα μελλούμενα δίχως να μπορεί λύση μεγάλη να τους δώσει κι ούτε θαρρούσε πως καποιος άλλος σ’αλλη θέση καλύτερη, θα τανανε ίσως μπορετό να τ’ απαντήσει
σκυφτός μέσα στης λάμπας τ’ ωχρό φως θυμούταν το σχήμα της όμορφιας και μόνος του έναν στίχο άφατο παλευε ν’ αθροίσει δεισιδαιμονία η μορφή κι η ομορφιά η ίδια και τίποτες στον κόσμο τούτη τη δεισιδαιμονία δεν περνούσε
σκυφτός μέσα στα μεινεσμένα ρούχα και του αδύναμου φωτός το κουρασμένο χάδι συλλογιζόταν τα πολλά μα ήταν λίγα όλα όσα στ’ Αλήθεια χρειαζόταν και δεν ήταν η ομορφιά μα μήτε η μορφή
Μα μια μικρή αγάπη ήταν τρυφερή μόνος καθώς μέσα στο πελιδνό το φως και τη γεμάτη στίχους ερημία
Είναι τώρα παντού τούτο Μές στήν αιφνίδια μεταμόρφωση Τού αίματος σέ ήχο Δέ φταίει κανείς πού ύπάρχουν όλα Γιά νά μάς δίνονται μές στήν παραφορά Ενός ποιήματος πού είναι παντού
6. 73
Μή θλίβεσαι Είναι νύχτα στεγνή τού Ίούνη Κι ή θάλασσα ύπάρχει Μές στή γαλάζια λάμπα σου πού ταξιδεύει Περασμένες ζωές Τήν άνάμνηση άπαγχονισμένη
6. 73
Άδεια δωμάτια πού σού θυμίζουν τό τίποτα Δίχως άνθρωπο Κι όμως ό άνθρωπος έκεϊ ’ταν Σάρκα κλειστού ανέμου Λουλούδι άνθισμένο σέ γυμνό τοίχο Τώρα καί πάντα
1. 74
[Στίς άρχές τού 1980 ό ποιητής χάρισε, μέ ιδιόχειρη άφιέρωσή του στην κυρία Ντόζη Γιούλη ένα δακτυλόγραφο άποτελούμενο άπό δεκαπέντε μικρά άτιτλα ποιήματά του τά όποΐα, όπως φαίνεται άπό τίς χρονολογίες τους, είναι γραμμένα πιθανότατα λίγο πρίν καί λίγο μετά τήν έκδοση τής πρώτης συλλογής. Ο Τραϊανός δέν τά δημοσίευσε ίσως έπειδή είχε ήδη περάσει σέ μιά ώριμότερη φάση, γράφοντας τά ποιήματα τής δεύτερης συλλογής, πού έπρόκειτο νά κυκλοφορήσει μετά άπό δύο χρόνια (τά περισσότερα άπό τά ποιήματα τής συλλογής αύτής είναι γραμμένα μετά τόν Οκτώβριο τού 1973). Μπορεί εύκολα νά προσέξει κανείς δτι τά ποιήματα αύτά είναι πολύ κοντά στό κλίμα καί τόν τρόπο γραφής τής συλλογής «Οί Μικρές Μέρες» («Τράμ», 1973). Τά ποιήματα μάς παραχωρήθηκαν άπό τήν κυρία Γιούλη καί μερικά άπ’* αύτά δημοσιεύονται έδώ μέ τήν άδειά της. Σ.Μ.).
*Τα ποιήματα αυτά με τη σημείωση δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες», Αριθμ. Φύλλου 5, Μάιος 1982.
I have four liners I have four liners I have four liners I have four liners
Also have three liners Also have three liners Also have three liners
Plenty of two liners Plenty of two liners
Working on one liner now
Ο ποιητής προσφέρει την πραμάτεια του
Έχω τέσσερις γραμμές Έχω τέσσερις γραμμές Έχω τέσσερις γραμμές Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω επίσης τρεις γραμμές Έχω επίσης τρεις επενδύσεις Έχω επίσης τρεις επενδύσεις
Πληθώρα δύο γραμμών Πληθώρα δύο χιτωνίων
Εργάζομαι σε μια επένδυση τώρα
*
What’s in a name
What does it feel like, Schoenberg To be Schoenberg, Schoenberg, Asked a friend of Schoenberg’s Difficult, sighed Schoenberg, But somebody had to be a Schoenberg And I thought might as well be me that Schoenberg.
Τι κρύβει ένα όνομα
Πώς αισθάνεσαι, Schoenberg; Να είσαι Schoenberg, Schoenberg, Ρώτησε ένας φίλος του Schoenberg… Δύσκολο, αναστέναξε ο Schoenberg, Αλλά κάποιος έπρεπε να γίνει Schoenberg. Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι εγώ αυτός ο Schoenberg.
*
Understanding
The most we can hope for Is that we might be understood by others with different understandings to ourselves.
Κατανόηση
Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να μας καταλάβουν οι άλλοι με διαφορετικές αντιλήψεις από εμάς.
It is still news to her that passion could steer her wrong though she went down, a thousand times strung out across railroad tracks, off bridges under cars, or stiff glass bottle still in hand, hair soft on greasy pillows, still it is news she cannot follow love (his burning footsteps in blue crystal snow) & still come out all right.
Είναι ακόμα νέο γι’ αυτήν ότι το πάθος θα μπορούσε να την οδηγήσει σε λάθος δρόμο αν και σωριάστηκε κάτω, χίλιες φορές …μεθυσμένη… σε σιδηροδρομικές γραμμές, από γέφυρες κάτω από αυτοκίνητα, ή με ένα σκληρό γυάλινο μπουκάλι ακόμα στο χέρι, τα μαλλιά της μαλακά σε λιπαρά μαξιλάρια, είναι είδηση ακόμα το ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει τον έρωτα (τα καυτά του βήματα στο μπλε κρυστάλλινο χιόνι) κι ακόμα βγαίνει μια χαρά.
Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δεν με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα ‘σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρας μου να πιει ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στον καθρέφτη των ματιών μου, και πέταξε ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια το τελευταίο τσιγάρο του πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν ταξιδεέψει στα σύννεφα – για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα – γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.
*
Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωήτους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.
*
Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα.
*
Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα των φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ‘ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από τη στιγμή που έφυγες για το καινούργιο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως τη νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι, επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι πως το γράμμα θα έρθει σε μένα.