Το αποτέλεσμα μιας μάχης δεν κρίνεται απ’ τους νεκρούς ούτε απ’ τ’ ακρωτηριασμένα χέρια κρίνεται πρωτίστως απ’ τον άνεμο που πάντα φυσάει εκεί που θέλει και κατευθύνει τη βολή του όπλου κρίνεται επίσης από τους αρουραίους τις μούμιες, τους ελάσσονες ποιητές τα εγερτήρια μετά από μεθύσι τη λερωμένη ανάσα του δρόμου το άρωμά σου πάνω στα σεντόνια τον μοναδικό επιβάτη του τρένου κοιτώντας τη βροχή απ’ το τζάμι από μένα που έμαθα να σε περιμένω διαβάζοντας τη ρήση του Ηράκλειτου:
«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει
*
ΛΥΠΑΜΑΙ
Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να ναυαγήσω ποτέ στη στεριά λυπάμαι ακόμα για το κέρμα που έριξα στη μηχανή του καφέ και έβγαλε ένα ποτήρι θάνατο για τις απόπειρες αυτοκτονίας των πιο αισιόδοξων στίχων μου για τα ποτάμια που παρέσυραν όλες τις παιδικές φωτογραφίες
Μα πιο πολύ λυπάμαι για σένα που δεν κατάφερες να ταξιδέψεις με το βραδινό τρένο των δώδεκα
*
ΕΠΟΥΛΩΣΗ
Κατάμονος φόβος τρίτη πόρτα δεξιά το πρησμένο παιδί πέφτει στο χώμα να ακροβολιστεί
Παντέρημος οίστρος των νεκρών τη νύχτα σε χαρτί στοιβάζουν τις αναμνήσεις τους και τις απαγγέλλουν
Μοναξιά μεγατόνων μεταθανάτιο τραύμα ανάσκελα στις ράγες περμένει το τρένο για να επουλωθεί
*
ΑΝΑΠΝΕΩ
Αναπνέω σημαίνει μπαίνω όλο πιο βαθιά στο χώμα ριζώνω κάτω απ’ τις πέτρες βγάζω τσιμεντένια κλαδιά τα φύλλα μου από σίδερο τα άνθη μου χωρίς χρώμα
Αναπνέω σημαίνει πεθαίνω γίνομαι κάτοικος τ’ ουρανού με καταπίνουν τα σύννεφα σε μια γωνιά της αβύσσου αλυσοδεμένος και μόνος δίνομαι στο ανεπίστρεπτο
*Από τη συλλογή “Ρετάλια Α’ διαλογής”, Εκδόσεις στίξις (2022).
Το πρώτο πέπλο κρύβει το πλακόστρωτο. Μόλις εφύγαν οι μαστόροι• άμα πατήσω τώρα θα βουλιάξει. Όμως μεσάνυχτα ακούονται οι πόνοι, βγαίνουν οι πρακτικές με τα ψαλίδια λούζονται στον ασβέστη. Τ’ άλλο πρωί οι μαστόροι καταριούνται κλαίνε κρυφά. Γίνονται μάρμαρο.
II. τα πρόσωπα
Πουκάμισα λαιμόκοψη με κόπιτσες βαλσαμωμένος κόκορας σε θρόνο γυναίκες σε κλοιό η νεκρή στο κέντρο – μες στ’ άστρα. Ανοίγω τη βαλβίδα όλοι χαμογελούν η ναφθαλίνη ζωντανεύει –τώρα φωνάζω• αστράφτει. Ανοίγει μάτι γυάλινο κι όλους τους καταπίνει. Πυροτέχνημα αθανασίας.
III. η κίνηση
Φαντάροι της υποχώρησης στον πάτο του Αλιάκμονα τα ρούχα τους σκαλώσαν στα ρουγάζια – Θερμαϊκός ανήξερος. Εδώ είναι Δεσκάτη μακρινή οι σφήκες ονομάζονται ταβάνια δίνουν χρησμό στον ύπνο του Γκαντάρα τ’ απόσπασμα θα φτάσει ανατολή τσαπράζια θα ξεβράζει ο Αλιάκμονας – στα χέρια μας. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν φαίνεται στο χάρτη. Οι τόποι σε κονσέρβα.
IV. οι ήχοι
Ανάκουστος κελαηδισμός – σαν κλάμα. Η νύφη μοναχή σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές πιο κάτω πλένουν σκούτινα δεν βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά. Στάχυ της νύφης η φωνή κι αλεύρι ο θάνατος εκεί που οπλίζει ο γαμπρός ο τόπος λαμπαδιάζει. Η Χειμερία νάρκη έπεται.
V. τα όνειρα
Μπάλες το άχυρο σε μαύρο σύρμα ο Αινείας σε γραφείο μεταφορών ο τυφλός γεωμέτρης στους κύκλους του – έγκλειστος. Ο πατέρας καρφώνει σανίδες έχει κρύψει το πτώμα του μόλις. -Άμα βρεθεί το φάρμακο με βγάζετε• θα ’μαι στο καφενείο. Παρασκευή γδέρνουν τα σπίτια μας ξεχνούν τους αχυρώνες ο Αινείας μελετάει Λατίνους όλες οι στρόφιγγες κλειστές. Χλωρό το άχυρο.
VI. οι δρόμοι
Κάρβουνα να περάσει ο Επιτάφιος η Ελένη το πουλί θα κελαηδήσει. Ο πραματευτής κατεβαίνει κουβαλάει κρανία ο Οδυσσέας ξαναφεύγει φίλοι παλιοί σ’ άλλη πτώση -Φίλιππος Μιλτιάδης Ιωάννης Μιχαήλ- ο Μπότσαρης που γνώρισε εβγήκε Φώτης. Ζαρκάδια στη γυάλα.
VII.
Το έβδομο πέπλο κρύβει το πηγάδι. Σκύβω στο φιλιατρό και ρίχνω πέτρα – κρότος τίποτα ούτε νερό ούτε τέλος είμαι στον κούφιο άξονα του κόσμου, ο άλλος πόλος κάτω από θόλους και ψαλμούς το μαύρο ξεγεννάει τους ποιητές του τρις στον αέρα τους σηκώνει ο Διονύσιος. Δοκιμή Ανάστασης.
*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).
Ακινητοποιείσαι υπεργείως Στο μποτιλιάρισμα δεν πέφτει ούτε μποτίλια διάσωσης. Ναυαγός στη στεριά. επιπλέεις μόνο αν βουλιάξεις. Στο φως τα πάντα ακινητούν . Στον πάτο οι δίοδοι ανοιχτές. Υπογείως διαφεύγεις . Το σκότος ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός.
*
MIND THE GAP
Παρακαλούνται οι επιβάτες Να προσέχουν Τα προσωπικά τους συναισθήματα. Προσοχή στο κενό Μεταξύ μυαλού και καρδιάς
*Από τη συλλογή “Περίμετρος”, εκδ. Σμίλη, Νοέμβριος 2023.
Στο δρόμο για τα σκυλιά η ψυχή μου συνάντησε την καρδιά μου. Κομματιασμένη, μα ζωντανή, βρώμικη, κακοντυμένη και γεμάτη αγάπη. Στο δρόμο για τα σκυλιά, εκεί όπου κανείς δεν θέλει να πάει. Ένα δρόμο που διασχίζουν μόνο οι ποιητές όταν πια δεν τους απομένει τίποτα. Αλλά εγώ είχα τόσα ακόμα να κάνω! Κι εντούτοις βρισκόμουνα εκεί: αφηνόμενος να σκοτωθώ από τα κόκκινα μυρμήγκια, διασχίζοντας τους άδειους οικισμούς: η τρομάρα που υψωνόταν ώσπου ν’ αγγίξει τ’ αστέρια. Ένας μορφωμένος Χιλιανός στο Μεξικό μπορούσε ν’ αντέξει τα πάντα, σκεφτόμουν, μα δεν ήταν αλήθεια. Τις νύχτες η καρδιά μου θρηνούσε. Το ποτάμι της είναι, έλεγαν κάτι πυρετώδη χείλη που ύστερα ανακάλυψα πως ήταν τα δικά μου, το ποτάμι της είναι, το ποτάμι της είναι, η έκσταση που τυλίγεται στην ακτή αυτών των εγκαταλελειμμένων οικισμών. Φιλόσοφοι της λογικής και θεολόγοι, μάντεις και ληστές αναδύθηκαν σαν υδάτινες πραγματικότητες εν μέσω μιας μεταλλικής πραγματικότητας. Μόνο ο πυρετός και η ποίηση προκαλούν οράματα. Μόνο η αγάπη και η μνήμη. Όχι αυτοί οι δρόμοι ούτε αυτές οι πεδιάδες. Όχι αυτοί οι λαβύρινθοι. Ώσπου επιτέλους η ψυχή μου συνάντησε την καρδιά μου. Ήταν άρρωστη, είναι βέβαιο, μα ζωντανή.
You should bend your knees facing desolation. Don’t your bones ache at the sunrise? They still haven’t put markings on in your skin, but in the borders of the illusion the dogs are already howling from your house. There is no heaven possible before size decision.
Μάρκες
Πρέπει να λυγίζεις τα γόνατά σου μπροστά στην ερημιά. Δεν πονάνε τα κόκκαλά σου στην ανατολή του ήλιου; Ακόμα δεν έχουν βάλει σημάδια στο δέρμα σου, αλλά στα σύνορα της ψευδαίσθησης τα σκυλιά ήδη ουρλιάζουν από το σπίτι σου. Δεν υπάρχει κανένας παράδεισος πριν από την απόφαση για το μέγεθος.
Ελάτε… Δεν είναι μακριά! Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε με την ομορφιά ελάτε, νύμφες και νυμφίοι από την ξεχασμένη Ταρούσα όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες
Τα λάγνα μάτια, τα χάδια τα ερωτικά καλέσματα της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο έξω από τα πέτρινα τείχη
«GLORIA, μακρινή και μόνη» στην πρόσοψη θα γράφει
Ελάτε περήφανα τα φύλα μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης κι η Φύση αν γελάσει μην ρωτήσετε την καμαριέρα Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών; Κανείς δεν θα απαντήσει
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.
*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.
Σαν σε καράβι η ελπίδα προφταίνει τις σκέψεις που αφρίζουν στης πρύμνης το τελείωμα.
Ο,τι μας κράτησε στου κύματος το χάδι, ας θυμόμαστε όταν ο μαύρος βυθός μας έλκει κοντά του.
Κάποτε μας ξεχώρισαν απ’ το απρόσωπο πλήθος, άδραξαν τη μοναδικότητά μας, ναι, τότε που αισθανθήκαμε για μια στιγμή σπουδαίοι. Αίσθηση ανάδειξης του μικρού μας εαυτού σε ένα συγχωνευμένο μαζί.