Dan Disney 
Reviews: Cameron Lowe’s Circle Work

circle_work

Circle Work by Cameron Lowe
Puncher & Wattmann, 2013

The poems in Cameron Lowe’s Circle Work swing across each page at a strangely measured, athletic tilt. The scope is local and vast, the gaze muscular, and Lowe sweeps the vistas (from Corio to the universe) for details apprehended as preternatural. His rapture typified in the lines, ‘the body’s cruel admission// that close is never close enough’ (56), these poems skirt edges of realness without entering the domain of things. Lowe’s is a poetics of evanescence, not arrival, and Circle Work frames the contours of human habitats as noise-filled within <> of silence. This book, a ‘stage of surfaces’ (31), watches carefully the play of order: birds and cats and dogs, flower-filled gardens and houses, dark bays and intersected hills and, everywhere, sound and light tinged by season or time.

At heart an outsider, Lowe is a transcendentalist who botanises everyday scenes grasped as events within chthonic dimensions (what else?). Self-conscious, and like the ‘silhouettes of trees/ so dark against the sky’ (67), perhaps Lowe too can be categorized a silhouette, lurching across all-too-defamiliarised territories. He satirises himself as a self-italicised ‘I-as-sensitive-register’ (12), signaling a style promised in the book’s title: is ‘circle work’ a matter of doing donuts in a carpark? Or beyond the vernacular is a different labour intended, in which the poet is cognizant of elemental cycles? One suspects both; deploying a highly-functioning depth perception, Lowe writes of –

The men talking
on the porch in the pool of light
(10)

and half-listens to the noise of their chatter while scrutinising beyond, where leaves touch in darkness. This nocturne then swerves, toward the sublime –

And in the blur of words,
the way those hands move
is a thing to watch –

It is a thing to hear
the leaves shifting in the night,
to believe in that yellow moon.
(11)

So many of these poems act like small incisions in mundane realms, letting in either the light or a darkness defined variously by the sheens, hard edges, folds, reflections. Lowe’s language is anything but blurred, and his poems are belief-filled, believable, and self-believing moments of clarity, each a ‘diligent tracing of form and beyond’ (15), as if that is possible, from where the poet might fathom the shapes of us in all the in/glorious weirdness.

There are a range of poems about poetry in Circle Work – ‘A kind of music’, ‘At the Geelong Art Gallery, the Great Australian Poet discovers a potato cake in his pocket’, ‘Notes toward a possible haiku, or deliberations on the usage of metaphor’, ‘Borders’, ‘Some thoughts by Michael Basinski on the American poetry scene, reconsidered as the Australian poetry scene’, ‘A lazy Sunday afternoon in which …’ – and Lowe seems anxious to somehow critique (more than satire, less than straight piss take) what he perceives to be the value (or valuelessness) of poetry. Which begs the question, necessarily: what is a poet hoping to do when critiquing poetry within their poem? One possible answer is ‘to provoke: what has been (or currently is), I am not’. Circle Work, then, as demography (blokes-in-cars, etc) and demonology (human strangeness within sublime sites), and a circling on other poets: this, less an anxiety of influence as an anxiety toward peers, is fitting for any outsider (and an impulse perhaps best held in check).

This is also a collection of domesticity and self-situation – in which can be found ‘cicadas already screeching in the evening trees’ (23), and onions ‘frying/ in the pan’ (45) while the wind is ‘driving petroleum fumes/ over the green water of Corio Bay’ (54); when a cat regards ‘the humming fridge/ still enough milk for tomorrow’ (19) it is here, sheltered and intensely connected, that Lowe locates a mode of ‘“no need/ to really think” ease’ (68). But herein lies the irony: outside his sanctum, the poet adopts a meditative ‘vacant gaze’ (9) (indeed, the opening poem, ‘In memory of flowers’, scans like a thinned-down, wiry text from Wallace Stevens), and the majority of the poems in Circle Work are anything but ease-filled. Each thinks laboriously, virtuously and often hilariously, toward the lucidity of often-uneasy contexts. Unlike his dog, who ‘doesn’t know/ what to do’ (28), Lowe remains sure-footed in these succinct and unpredictably beautiful poems; his aphoristic grasp of uncanniness works like a precision technology, and this poet-mediator stays fixed on scanning theatres of the real, swerving and verving robust toward

a clarity,
as if we’d never walked there before (73)

*Dan Disney‘s collection, And then when the, was published in 2011. He is currently working on a new collection of poems and a collection of essays on the sublime. He teaches twentieth century poetries and poetics at Sogang University, and divides his time between Seoul, Turin, and Melbourne.

**From http://www.cordite.org.au

Δύο λόγια για μετά το… Φυσικό Αντίδοτο

1534995_610732045663815_1206702395_n

Του Τάσου Κάρτα

Για την ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας 2013

Ανέκαθεν «ιδανικός και ανάξιος εραστής» των λέξεων που είναι «παιδιά πολλών ανθρώπων» και συναγελάζονται στα ποιήματα και με μαγεύουν, άλλοτε με την «υπεροψία και τη μέθη» που έχουν τα φωνήεντα τους, μα πιο πολύ μένοντας ενεός όταν νιώθω ότι έχουν συναίσθηση «της ματαιότητας των μεγαλείων» που έχουν τα σύμφωνα του κόσμου τούτου, παρακαλώ τη μούσα να μου δώσει έμπνευση να βρω λέξεις-κλειδιά, «νάρκης του άλγους δοκιμές», που θ’ ανοίγουν την ανοιχτή έτσι κι αλλιώς πόρτα της ποιήσεως μήπως κάποτε μπορέσω να ιδώ στο βάθος της μια μπαλάντα κρυφή για τους «άδοξους» στίχους ποιητών που άκουγα μια βραδιά την αγωνία τους να «σπέρνεται και να γεννιέται σαν τα βρέφη».

Γιατί, όπως λέει κι ο Ποιητής, «τα πεύκα κρατούν τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί, το ίδιο κι οι στίχοι φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου ενώ άνθρωπος φεύγει δεν είναι εκεί», στον μαγικό εκείνο χώρο, πανταχού παρόντα, κοινό για όλους, ποιητές φανερούς και λανθάνοντες, γιατί η Ποίηση, στην πρωτογενή της έκφραση, θα είναι πάντα η κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό, το ΤΕΛΕΙΟ ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ!

Δημήτρης Δημητριάδης – Γιώργος Αλισάνογλου, Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη

dtbook010214

Σύμφωνα με τον Γ. Αλισάνογλου, το τομίδιο αυτό, γραμμένο εξ ολοκλήρου σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατά την περίοδο Μαρτίου-Ιουνίου 2013, προέκυψε από μία μακρά συζήτηση μετά το πέρας τής οποίας, το ίδιο βράδυ, αποφάσισε να στείλει στο μαίηλ τού συνομιλητή του ένα ποίημα, απαύγασμα τής συζήτησής τους, το “Προς αυτήν την αλόγιστη κατεύθυνση”. Τού απάντησε σχεδόν αμέσως με το “Η εδώ κατεύθυνση”. Δεν είχαν παρά να συνεχίσουν.

Τα δεκατέσσερα ποιήματα που συνιστούν το παρόν βιβλίο είναι, λοιπόν, γραμμένα ε ξ ο λ ο κ λ ή ρ ο υ σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Είναι δηλαδή μία αλληλογραφία πολλαπλών, αλληλοσυμπληρούμενων και αντιμαχόμενων, κατευθύνσεων, γραμμένη εν θερμώ, εξ ου και στο τέλος κάθε «επιστολής» μιας και οι δυο ποιητές θεώρησαν σκόπιμο να αναγράφεται η ημερομηνία και η ώρα τής αποστολής τους.

Το κείμενο με τον τίτλο «Η ενέσιμη ποίηση» που συντάχθηκε για να αποτελέσει το επίμετρο τού βιβλίου, αποφάσισαν να ενταχθεί κι αυτό στο κυρίως «σώμα» των ποιητικών ανταλλαγών αφού είναι γραμμένο λίγες μόλις μέρες πριν την ολοκλήρωση των δύο τελευταίων «επιστολών», άρα μέσα στον βρασμό τών αμοιβαίων ανταποκρίσεων. Η ένταξη αυτή γίνεται για να υπογραμμιστεί η έγχρονη διάσταση τής ανταλλαγής αλλά και να τονιστεί ο ζέων, δηλαδή τυχαίος, απρόβλεπτος και απρογραμμάτιστος, χαρακτήρας τού όλου εγχειρήματος.

Continue reading

Γιώργος Ρούσκας, Άυλο πύαρ, Εκδόσεις Χίλων 2013

6 - rouskas


Του Σέργιου Μαυροκέφαλου

Μας ταξιδεύουν οι ποιητές; Ιδιαίτερα, τώρα σε τούτο το μικρόψυχο καιρό, όπως θα τον αποκαλούσε ο Χέντερλιν; Χρειάζονται ακόμη, οι ποιητές; Τώρα, μες στην πραγματικότητα – κινούμενη άμμο, όπου θαρρείς ότι αργά ή γρήγορα θα καταπιεί εσένα, τον διπλανό σου και το όποιο μέλλον σας αλλά και το μέλλον των παιδιών σας; Μήπως βιώνουμε, όπως οι ήρωες του Σελίν, ένα άλλο ταξίδι στην άκρη της νύχτας, όπου οι πρώην φίλιες σχέσεις γίνονται εχθρικές; Σ’ έναν κοινωνικό ιστό που δηλητηριάζεται, διαβρώνεται, ρήγνυται, αλλά δεν εκρήγνυται – προς το παρόν – από το κέντρο μέχρι τις άκρες της χώρας μας; Η κόπωση από τη ζωή δεν είναι έκδηλη σ’ ένα πλήθος συμπεριφορών μέσα στην ελληνική κοινωνία; Κι αν, κομψά και υποκριτικά, όλα αυτά ασφυκτιούν μέσα στη λέξη αβεβαιότητα, υπάρχει γύρω μας μια διάχυτη αίσθηση πανικού και απόγνωσης σε σκέψεις και συμπεριφορές.

Κι αν ολοένα και περισσότεροι εμποδίζονται, από τα πράγματα ως έχουν, να δουν με διαύγεια το όλον της ύπαρξής μας, το παν, υπάρχουν εκείνοι – αλλά κι όλοι εμείς αν το θελήσουμε – που επιμένουν να βλέπουν καθαρά να φανερώνουν. Ίσως είναι οι πιο τυφλοί ανάμεσά μας ,οι μη ορώντες αποκλειστικά και μόνον το όποιο τηλεδάχτυλο, που διαρκώς δεικνύει και υποδεικνύει. Ίσως είναι οι ατενίζοντες κατευθείαν το φεγγάρι των ονείρων και των μύχιων πόθων μας. Όσοι δεν λησμόνησαν ότι είμαστε πλασμένοι «από το υλικό των ονείρων», όπως διαπίστωνε ο Σαίξπηρ. Όσοι θέλουν να είναι, να ζουν, όσοι είναι ερωτευμένοι με τη ζωή και δεν την προσλαμβάνουν ως μία διαρκή υπο-χρέωση, η οποία μοιραία οδηγεί στην κόπωση, στην κάθε λογής μιζέρια, στους καθημερινούς θανάτους. «τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, / αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή / συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.» Αυτή, λοιπόν, η εκλεκτή συγκίνηση του Καβάφη ποιεί ζωή. Και ποιο είναι κατά τον σημερινό μας ποιητή, τον Γιώργο Ρούσκα, το πρώτο, μοναδικό ανεπανάληπτο, θεϊκό ποίημα της ζωής; Η γυναίκα. Αλλά και η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι, για τον ποιητικό αφηγητή, από μόνη της ένα ποίημα. Είναι μια θαυμαστή διαδρομή μέσα στο ανθρώπινο σώμα, όπου μεταμορφώνεται η Ιδέα σε Λόγο.

Continue reading

Kate Middleton
 Reviews Stephen Oliver’s Intercolonial

intercolonial

Intercolonial by Stephen Oliver

Puriri Press, 2013

Intercolonial, a new book-length poem by Stephen Oliver, focuses its attention on New Zealand, Australia, and the sea that lies between them. With sweeping long lines, Stephen Oliver zooms in on the details of place and geology: the poem is full of cinematic pans over landscape, seascape and human history, fulfilling what is often a purview of the long poem in naming the world and its inhabitants. His tight focus is evident from the very first lines of the poem:

Tusked cauliflowers and herded carrots, onions in piles,
tumbled pumpkins, potato scree, boxed and stall in between
scales that swung and creaked from the cream cabin roof
of the Indian greengrocer’s Bedford truck …

This close-up leads us to follow the truck into the streets of Wellington, and then to follow the unfolding map of the city as its roads, buildings and natural landmarks come into focus. We see the ‘council-red, No. 8 Brooklyn-west bus’, and pass under ‘Radio ZLW, the telegraph station on/ top of Tinakori Hill’, before looking out over the water. Reaching Wellington Harbour, our sense of timescale expands as we recognise the slower pace of oceanic and geological time unfolding beneath human history.

Continue reading

Συνέντευξη της Χλόης Κουτσουμπέλη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη

Χλόη Κουτσουμπέλη

Ποίηση είναι… Δεν θέλω έναν ακόμα ορισμό, αλλά την δική σου προσέγγιση…

Από όλα τα άνθη της πορτοκαλιάς ,ένα στα δέκα δένει πορτοκάλι. Ποίηση είναι αυτοί οι εννέα μικροί θάνατοι. Δεν είναι ένας ακόμα ορισμός, είναι βίωμα και προσέγγιση.

Έχεις ποιητικά ”πρότυπα”;

Ασυνείδητα ίσως ναι ,αφού έχω διαβάσει πολλή ποίηση, συνειδητά προσπαθώ να διαμορφώνω την δική μου φωνή.

Ποίηση και διαδίκτυο.

Πολλά τα στρείδια λίγα τα μαργαριτάρια, ωστόσο είναι χρήσιμη η εξοικείωση μίας μεγάλης μερίδας κόσμου με την ποίηση, περισσότερο καλό παρά κακό επομένως.

Ποιά άλλη Τέχνη αγαπάς εκτός από την Τεχνη του Λόγου;

Την τέχνη της ζωής.

Τρία βιβλία που σε σημάδεψαν και άλλαξαν το βλέμμα σου στα πράγματα.

Όλα είναι ψηφίδες στο απέραντο ψηφιδωτό της ψυχής ενδεικτικά θα αναφέρω Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν και Προυστ. Α, και το Άσμα Ασμάτων που αφορά στην περιπλάνηση της ψυχής.

Ποίηση κι έρωτας (κι αντίστροφα)

Αλληλένδετα, αλληλεξαρτώμενα, αναπόσπαστα.

Διαβάζουν ποίηση οι νέοι σήμερα ή τη θεωρούν κάτι παρωχημένο;

Οι νέοι σήμερα δεν διαβάζουν γενικά, κάθονται μπροστά σε μία οθόνη και έτσι παίρνουν όλη την γνώση και την πληροφόρηση. Φυσικά υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις και γι’ αυτές αξίζει να παλεύουμε.

Πιστεύεις στην επίσημη Κριτική;

Ναι αν δεν επηρεάζεται και δεν κατευθύνεται από τα συμφέροντα εκδοτικών οίκων

Αν σου ζητούσαν να γράψεις τη βιογραφία ενός μόνο προσώπου… ποιό θα ήταν αυτό και γιατί;

Της Αλίκης στην χώρα των θαυμάτων. Θεωρώ ότι είναι αποκαλυπτική για την ανθρώπινη φύση.

Ποιο από τα βιβλία σου αγαπάς περισσότερο;

Κάθε φορά το τελευταίο αφού το θεωρώ πιο πλήρες από το προηγούμενο.

Η άποψή σου για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς;

Σπάνια έχω πάρει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, δεν μου αρέσει ίσως η έννοια του διαγωνισμού στην ποίηση, συγκρίνονται τα ποιήματα άραγε και οι ποιητές μεταξύ τους; Και ποιος είναι αρμόδιος να κρίνει;

Σε γυρνάω πίσω… θυμήσου το πρώτο-πρώτο ποίημα που έγραψες στη ζωή σου.

Δημοτικό, στα Μουδανιά που παραθερίζαμε, ήταν με ομοιοκαταληξία.

Πέντε λέξεις που πιστεύεις ότι περιγράφουν την ποίησή σου.

Βυθός, απώλεια, κύκνος, καθρέφτης, είδωλο.

Κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό που αγαπάς.

Πολλά, ωστόσο αν πρέπει να διαλέξω θα μνημόνευα την «Πάροδο» του Κώστα Ριζάκη, που έχει όμως σταματήσει πια να εκδίδεται

Αν σου ζητούσαν να χαράξεις με τατουάζ στο χέρι σου ΕΝΑΝ ΜΟΝΟ στίχο…ποιός θα ήταν αυτός;

Αγαπώ νεκρά γιατρέ.

*Από το ιστολόγιο της Ασημίνας Ξηρογιάννη Βαρελάξκι στη διεύθυνση http://varelaki.blogspot.com

Lucy Van
 Reviews Luke Fischer’s Paths of Flight

paths-of-light

In Shakespeare’s last great poem, The Phoenix and the Turtle, the owl is banished from the allegorical proceedings of the bird funeral:

But thou, shrieking harbinger,
Foul pre-currer of the fiend,
Augur of the fever’s end,
To this troop come thou not near

Whether you read this poem as dense figural allegory, enigmatic elegy or refined coterie poem, you should mark this ironic moment of exclusion. The tradition of augury in poetry is richly prefigured here, not only in the careful inclusion and exclusion of birds, but in the deceptive formal simplicity of the stanzas. Devolving into triplets in the threnody coda, the rhythm of the poem is incantatory, reminiscent of the magic of prophetic language. Why, then, the prohibition on the augur owl?
Luke Fischer’s first collection, Paths of Flight, is deeply alert to the signs made by birds. Fischer displays an affinity with a certain notion of the ‘natural’ world, as well as a temperament for classical poetic tropes. Birds, depicted in both mythical and parochial attitudes, populate the collection. And while not every poem depicts the physical manifestations of a bird, many actually do. The owl keeps ‘vigil in a cell/ of twisted boughs’; the swift’s brow is ‘planed by supernal winds’; the punk cockatoo ‘flares his pineapple Mohawk.’ Conversely, more enigmatic figures are infused with bird-like qualities. The first line of the collection, from the poem ‘Portrait of a Thinker,’ is unequivocal: ‘His eyebrows are falcon wings/ gliding on a constant current.’ There is a certain satisfaction to be taken from such thematic consistency. Like Shakespeare’s poem, Fischer’s book takes up an allegorical mode, calling forth the presences of ‘Owl,’ ‘Swift,’ ‘Corellas,’ ‘Raven,’ and a ‘Band of Cockatoos’ through the direct titles of the poems. The collection’s undertaking as a work of augury is emphasised by its omnibus title. How do we read a bird’s flight, which once foretold the will of the gods? What is the relation between poetry and prophesy?

Continue reading

Μαρτυρίες για τον Πέτρο

Koutsiabasakos.JPG

Αν είναι να ακριβολογούμε με τις λέξεις, ο συγγραφέας Πέτρος Κουτσιαμπασάκος που πέθανε στα 48 του χρόνια, ήταν σχεδόν γείτονάς μου και σχεδόν φίλος μου.  Ο Πέτρος έμενε στα Άνω Πετράλωνα όταν εγώ έμενα για πολλά χρόνια στα Κάτω.  Η ξενιτιά κι ο θάνατος δεν μας έδωσαν περισσότερο χρόνο…

Συναντιόμασταν, πίναμε, τρώγαμε, κουβεντιάζαμε,  με άλλους οι μόνοι μας, στην Πλατεία Μερκούρη, στου Οικονόμου, ή στο Ζέφυρο βλέποντας «Το γεράκι της Μάλτας» και άλλα κλασικά του σινεμά.  Μια δυο φορές συναντηθήκαμε και στο Φίλιον…  Τη γνωριμία μας την οφείλαμε στον διηγηματογράφο Ηλία Παπαμόσχο.

Η τελευταία εικόνα που έχω στο μυαλό μου από τον Πέτρο είναι σχεδόν εικαστική…  Πέρυσι τον Απρίλη ενώ καθόμουν σχεδόν ολομόναχος σε βαγόνι του Μετρό με κατεύθυνση το σταθμό του Αγίου Δημητρίου, αυτός καθόταν ολομόναχος, όχι σχεδόν, ήταν ολομόναχος σε μια καρέκλα της αποβάθρας της Δάφνης διαβάζοντας ένα βιβλίο, νηφάλια, χαμηλότονα, προσεχτικά…

Τον αδερφό του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο τον αποκαλούσε πολλές φορές  στις κουβέντες μας το αδερφάκι μου…  Ήμουν αυτός που του μετέφερα τηλεφωνικά την καλή υποδοχή που επεφύλαξαν οι σινεφίλ στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του αδερφού του «Ο μανάβης» στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.  Χαιρόταν με τις επιτυχίες του μικρού του αδερφού, στενοχωριόταν με τα όποια καλλιτεχνικά του ζόρια.

Continue reading

Lucy Van 
Revieww Andrew Sant’s The Bicycle Thief & Other Poems

bicycle-thief

The Bicycle Thief & Other Poems by Andrew Sant
Black Pepper Publishing, 2012

It’s no current reference, but reading Andrew Sant’s recent collection, The Bicycle Thief, Andrew McGahan’s Praise springs to mind. When I studied McGahan’s novel, a more astute student than I pointed out that Gordon’s only romantic relationship was with his car, and that, accordingly, his only romantic response was towards the sad demise of that Holden. His relationship with Cynthia (who he develops a relationship with) was conversely defined by emotional inertia and moral detachment. This observation struck me as highly sophisticated. It did not endorse a clichéd view of Australian men and their cars, rather it subtly suggested a masculine romance for an idyll of mobility.

I think that for all the mischief and conversational flare of The Bicycle Thief, Sant is a romantic. Sant constructs a romantic idiom around various modes of transport that is not simply commodity fetishism, but as with McGahan, a desire for transcendence through acceleration and movement. There is no strict narrative progression yet the collection does riff around the twinned themes of movement and stasis. Somewhere in the middle of the book the speaker presents an Ur-scene in ‘Jack and Yves and Their Many Transports,’ where children are observed locking language to movement:

Train! Jack calls out once
and once again. He lives
near a railway station.

He stops. His index finger
is a little wand. Transport
attracts his first vocabulary.

Continue reading

Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη – παρουσίαση από την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

581353_david_hockney_gallery_20-564x272

Θα σχολιάσω την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη για όσα ένιωσα και απεκόμισα από τις δύο τελευταίες συλλογές της με τους τίτλους Πληγές και Εποχή μου είναι η ποίηση. Οι στίχοι της Ξηρογιάννη χαρακτηρίζονται από έντονη εξομολογητικότητα. Εκθέτει το μύχιο του εαυτού της με θαρραλέα καθαρότητα και διαύγεια, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από σύμβολα, περίπλοκες εικονοποιίες, μύθους και παραπλανητικά προσωπεία. Με ένα αφοπλιστικό, πεζολογικό σχεδόν, γνήσιο και ανεπιτήδευτο ύφος καταθέτει τα σπαράγματα του εσώτερου εαυτού της. Κάνει τον αναγνώστη να σκύψει με κατάνυξη σε ό,τι τη συγκλονίζει από όνειρα, επιθυμίες, φόβους, διαψεύσεις, προδοσίες και σκοτεινούς εφιάλτες. Η Ασημίνα λάτρεψε και μυήθηκε στην ποίηση από τους μεγάλους έρωτες που βίωσε με ένταση στη ζωή της. Μέσα από τους στίχους προβάλλει το πορτραίτο ενός ωραίου, θελκτικού και δυνατού άνδρα που καταλυτικά τη σαγήνεψε (διαβάζω το ποίημα από τη σελ. 39 της συλλογής της Πληγές): Σε βύζαξα σαν μωρό./Το μεγάλο μου μωρό. / /Άντρα μου όμορφε,/ κρυφή μου δύναμη,/η νοσταλγία μου μιλάει απόψε./Είναι μια όμορφη βραδιά. / Μα τη φοβάμαι τούτη την ομορφιά/ που μου θυμίζει/ πως το λίγο σου απόλαυσα μονάχα.

Η ποίηση της Ξηρογιάννη είναι δραματική από την άποψη ότι το θαύμα του έρωτα διαλύεται κάποτε μέσα στην απώλεια, στο αναπότρεπτο τέλος των φωτεινών και μοναδικών αισθημάτων που η θεϊκή αυτή δύναμη της ζωής μας χαρίζει. Ακόμη όμως και μέσα στην απώλεια και τον πόνο που την τυλίγει δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αναμνήσεις. Τρέφεται και ευδαιμονικά επιστρέφει στις παλιές ερωτικές της μνήμες. Εμπλουτίζεται και η ίδια να τις σκέπτεται συνεχώς, αλλά και η ποίησή της που παίρνει χρώματα, ορμή και ουσία ζωής για να υμνήσει την χαρά που χάθηκε, και που σταθερά ανατροφοδοτεί την έμπνευσή της (διαβάζω στίχους από τη σελ. 7): Την άρνησή σου την έκανα καράβι που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν. / Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι, φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα. Την άρνησή σου / την έκανα στίχους ηχηρούς. / Την έκανα στιγμή ολόκληρη / γεμάτη από σένα / ελπίδα / ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα. / Κι εγώ / ελεύθερη/ θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας / και σύ, / για πρώτη φορά, θα την αποδέχεσαι.

Continue reading