Συζήτηση με το Στίγμα Λόγου

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ: http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή

liakoscover

ISBN: 978-9963-2135-3-5
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD04
Σειρά Ποίηση
Μάιος 2016

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΙ

Το πεπρωμένο εδώ κυλά, εκεί. Σ’ ακούει.
Σ’ α κ ο ύ ω

Είμαι ένα καλό φιλί που πια δεν εξηγείται κι ανηφόριζες·
την Αγίου Κωνσταντίνου αφήνοντας πίσω την παραφροσύνη του Σταθμού Λαρίσης.
Είχες το μερίδιό σου -είχα το μερίδιό μου- ένας βρικόλακας μπροστά στον όγκο της Ομόνοιας.
Έκανες τον κύκλο μπουκώνοντας με νυχτερινό κόσμο.
Για το χατίρι μιας γριάς κι ενός μαχαιροβγάλτη την προτροπή έπρεπε να αποφασίσεις.
Θα ‘σουν ο Πέτρος ή ο Ιούδας;
Το χάραμα σε αγνοεί.
Έστω ο Ιωάννης, έστω ο Θωμάς.
Καλημέρα κύριε, είμαστε από το μαντείο των Δελφών.
Στα τέσσερα σημεία οι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν.
Νεραϊδόπαρμα. Σε μια γωνιά δεν είχες τίποτα πέρα από αδιέξοδο εν εξελίξει.
Κι ούτε φόβο βέβαια, μόνο άγριο δικαίωμα εμπρός στο θρίαμβο -άφησέ με να ζήσω-
πέρα και δώθε του θανάτου. Να πικραθείς, γιατί αυτές είναι οι ικανότητες του ζώου.
Συνεχώς να ξεφεύγουμε. Οι άνθρωποι θα εμπλακούν. Κι ακόμη:

πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα
…………………………………………………

Έγραψαν για το βιβλίο:

Βιογραφικά στοιχεία κι αφιέρωση, τα προσπερνώ, είναι τα -ενδεχομένως- αναγκαία των εκδόσεων, τα σέβομαι αλλά δικά μου είναι άλλα, δικά μου είναι οι μέσα του σελίδες. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, υποψιάζομαι, η δομή της σελίδας 11, της σελίδας εισόδου στο βιβλίο, το πάνω αριστερά της, με υποψιάζει, με προδιαθέτει σε αυτό που με βεβαιώνει η σελίδα εξόδου, η σελίδα 77 του τέλους της συλλογής με το κάτω δεξιά της: ο Λουκάς Λιάκος πήρε καρέκλα, κάθισε απέναντί μου, ανοίξαμε μια μπύρα και άρχισε να (“μου”) απευθύνεται, (“μου”) μιλάει…
… υποψιάζομαι λοιπόν και προχωράω, ψάχνω στο σώμα του βιβλίου ύφος λέξεις νοήματα εικόνες συνδέσεις στόχο, κάποια στιγμή ξαφνιάζομαι όπως αντιλαμβάνομαι πως ο τίτλος ενός κειμένου μοιάζει όχι μόνο να εισάγει στο κείμενο αλλά να συνδέει αυτό με το προηγούμενό του σα μια συνέχεια που απλώς τονίζει, δίνει έμφαση σε λέξεις κλειδιά προεισαγάγοντας στο κυρίως σώμα κάθε φορά κι απαντώντας ή συμπληρώνοντας το τέλος μιας κάποιας διερώτησης του προηγούμενου…
… εργάτης της σκέψης (του) ο Λ.Λ. την κόπιασε, την πόνεσε, την έστρωσε ακόμπιαστη, σε μια γλώσσα ρέουσα, ανεπιτήδευτη, γερή αλλά γυμνωμένη τόσο και με τέτοιο τρόπο που σε κερδίζει, σε καθηλώνει, σε εξυψώνει…
… η αμεσότητα του λόγου του Λ.Λ, η θέση/στάση του η φιλοσοφική, ο τρόπος του στην περιγραφή, η γυμνότητα της έκφρασης, με τοποθετούν “φύλακα στη σίκαλη” “στον δρόμο” των Σάλιντζερ και Κέρουακ ενώ είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα κάπου να δω και έναν Μπάροουζ να βγάζει για να μου προσφέρει, ένα αποξηραμένο μα πλήρες χρωμάτων κι ομορφιάς, ρόδο μέσα από το Τζάνκι του, αν ο Λουκάς ήθελε. Τη γενεαλογία όμως του Λ.Λ θα την δώσουν άλλοι και με τρόπο ενδεδειγμένο και καλό. Ό,τι έγραψα εδώ είναι οι δικές μου εντυπώσεις και θαυμασμός για την δουλειά αυτή του Λ.Λ. Ένα βιβλίο ποίησης με προσεγμένη έκδοση στο σύνολό της από την ομάδα του Straw Dogs Editions. Ένα βιβλίο που μαζί με το πρώτο του Λουκά, “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2011 και τα 14 κείμενά του στο Straw Dogs magazine σαν απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω, δίνουν την εικόνα ενός ποιητή που γράφει επειδή αυτός είναι ο τρόπος του να μιλήσει κι όταν μιλάει έχει κάτι άξιο και δυνατό να πει…

Ασημίνα Λαμπράκου

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»…
… Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί. Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

Στράτος Φουντούλης

Βιογραφικό:
Ο Λουκάς Λιάκος γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Είναι πατέρας τριών παιδιών. Η «Στροφορμή» είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο.

Του ιδίου:
Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα, εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
……………………………………………………………………………………..

Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας στο
strawdogsmagazine[at]yahoo[dot]com
και να σας αποσταλεί ταχυδρομικά
Τιμή: 8 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)

Πελαγία Φυτοπούλου: Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

koykos-696x365

Η Γιούλη Αναστασοπούλου παρουσιάζει την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου.

Τι θα ήθελες να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για τους ήρωες σου;
Όχι πολλά. Αποφεύγω τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις, αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της τέχνης. Επηρεασμένη ίσως από την τεχνική του Ιάπωνα σκηνοθέτη: Tadashi Suzuki, ο οποίος πιστεύει ότι όσο πιο συναισθηματικά  περιορισμένος είναι κανείς, όσο λιγότερα γνωρίζει (στο επίπεδο του ακαδημαϊσμού) τόσο πιο ελεύθερα λειτουργεί και πράττει. Είναι καθαρός. Κι όταν είναι κανείς καθαρός είναι ισχυρός. Γίνεται συνδημιουργός. Και εμένα με ενδιαφέρει αυτός ο αναγνώστης, ο συνδημιουργός, ο συνένοχος στο έγκλημα. Με ενδιαφέρει το σώμα του. Δεν μπορείς να τα δίνεις έτοιμα στο πιάτο, έχει και ο αναγνώστης να κάνει δουλειά. Βεβαίως, η καλή δραματουργία είναι αυτή που κρύβει αλλά δεν αποκρύπτει. Συνεπώς, θα δώσω κάποια στοιχεία. Οι ήρωες μου κυκλοφορούν στις φυλακές ανηλίκων, σε σανατόρια, σε νεκροταφεία και ομαδικούς τάφους, σε γιάφκες και Λούνα Παρκ, σε όνειρα δύσκολα: ανθρώπινα δικαιώματα. Οι ήρωες μου είναι Ένας. Εκείνος ο ένας, ο πάντα μόνος του. Ο ελεύθερος.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις τον ΚΟΥΚΟ;
Στο θέατρο χρωστάω τον ΚΟΥΚΟ, την ποίηση, την αγάπη. Στο θέατρο και στη μάνα μου. Θα εξηγηθώ. Όταν ήμουν νέο κορίτσι, πολύ νέο, παρατηρούσα τους ανθρώπους, ήταν ένα παιχνίδι. Το αγαπημένο μου. Ύστερα έγραφα κάτι γι’ αυτούς. Δεν γνωρίζω την αιτία. Ήταν το βίτσιο μου. Η μάνα με σιγόνταρε. Φρόντιζε να μην ανακαλύψει κανείς τον παραβάτη. Όταν με δέχτηκε ο δάσκαλος μου, Βασίλης  Διαμαντόπουλος, στην δραματική σχολή, άρχισε ο Γολγοθάς μου. Με έβαζε ο άτιμος αυτός γέρος να γράφω για τους ηθοποιούς και τους ρόλους που υποδύονται. Εσύ, η αναρχικούλα, η ποιητριούλα, έλεγε, θα γράφεις κάθε μέρα κι ένα ποίημα. Εγώ, βέβαια, έγραφα καμιά δεκαριά σελίδες. Ένιωθα έναν μικρό ηρωϊσμό που με επέλεξε. Παιδί μου, φώναζε, ποίημα ζήτησα, όχι μανιφέστο. Το γυρνούσε πίσω. Βρες το ποίημα που υπάρχει εδώ μέσα και φέρτο. Του λέω, το ψάχνω δάσκαλε. Απαντά, μην ψάχνεις, βρες. Σιγά-σιγά κατάλαβα, και του πήγαινα λίγες αράδες. Βεβαίως δεν μπορούσα να πάω κόντρα στη φύση μου και όποτε έβρισκα ευκαιρία αθώωνα και την Κλυταιμνήστρα και τη Μήδεια. Γελούσε. Πριν πεθάνει με έβαλε να υποσχεθώ ότι δεν θα αφήσω ποτέ το θέατρο και την ποίηση. Είναι η γη σου, είπε. Εγώ για να τον εκδικηθώ έπαψα για λίγο να γράφω, μετά όμως μια φωτιά άρχισε να με κυνηγά σαν την Κασσάνδρα και δεν άντεξα άλλο, έγραψα τον ΚΟΥΚΟ. Τον κρατούσα όμως, για χρόνια, ήμουν δειλή. Και τώρα που δεν φοβάμαι να πω ότι φοβάμαι, τον έβγαλα. Ήρθε η ώρα. Εκείνη η ώρα που λέει ο Λόρκα: «Και μου δωσε μια, σαν κουτουλιά μουλαριού και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς».  Ο ΚΟΥΚΟΣ έφυγε από κοντά μου. Είναι ελεύθερος.

Με ποιο άλλο βιβλίο συνομιλεί το βιβλίο σου;
Θα έλεγα πως συνομιλεί ή αν θέλεις φλερτάρει κρυφά με την Κάριν Στρουκ και την «Ταξική αγάπη» της και με την «Αναλφάβητη»  Άγκοτα Κριστόφ. Συχνά επισκεπτόμαστε η μια την άλλη και ενώ δεν έχουμε φαινομενικά κάτι κοινό μεταξύ μας, μας ενώνει εκείνο που μόνο τα παιδιά ξέρουν. Αυτό συμβαίνει τις Κυριακές. Τα βράδια όμως, όταν ο ΚΟΥΚΟΣ μένει μόνος  περιμένει τον Ινδιάνο απ’ την «φωλιά του κούκου». Όλα αυτά υπό το βλέμμα του Αισχύλου. Ο γέρος δεν θυμώνει που άφησα τον Ορέστη στα κρύα του λουτρού και αγαπώ τον Ινδιάνο. Είναι ο Αισχύλος. Ο πατέρας μας.

Πώς γράφεις και πού;
Στο δρόμο, δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω στο δρόμο. Μιλάω μόνη μου και είμαι αρκετά παραστατική, μιλάω δυνατά, κάνω χειρονομίες, τέτοια πράγματα. Το καταλαβαίνω απ’ τους άλλους, ο τρόπος που με κοιτούν. Προσπαθώ να είμαι διακριτική αλλά κάτι με πιάνει εκεί στην Ιπποκράτους, σαν να μπαίνουν άγνωστοι άνθρωποι μέσα μου και με κάνουν άνω κάτω. Τα μεσημέρια να με αποφεύγετε!

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη γενιά δημιουργών;
Δεν ανήκω πουθενά. Είμαι ακόμη στους  «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας». Έχω δουλειά, δουλειά. Δουλειά.

Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σε ένα αγαπημένο βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;
Αν μου επιτρέπετε δεν θα ήθελα να προσθέσω, θα ήθελα να αφαιρέσω κάτι από ένα έργο, κι  ας ξέρω ότι είναι ύβρις. Το ανήλικο κομμάτι μου θα ήθελε να το κάνει αυτό. Το κορίτσι μέσα μου. Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε Όμηρο και τον αγαπούσα πολύ. Την  Ιλιάδα, όχι την Οδύσσεια. Πάντα όμως σταματούσα στη σκηνή με τον  Δούρειο Ίππο. Τι θυμός, τι τσατίλα θεέ μου που είχα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο παππούς ο Όμηρος  επέτρεψε τέτοια αδικία. Πως μπόρεσε να ταπεινώσει έτσι τους Τρώες, τον γέρο Πρίαμο. Πως; Δηλαδή όλο αυτό έγινε για να θαυμάσουμε τον Οδυσσέα, να δούμε τους Αχαιούς να κομπάζουν; Αχ, μεγάλη τσατίλα έχω! Βέβαια δεν έχασα την πίστη μου στον παππού και σκέφτηκα ότι ίσως όλο αυτό να μην έγινε για τους Αχαιούς, αλλά για να δούμε τι ήταν οι Τρώες. Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι ο Πρίαμος ήταν ανόητος; Ότι οι Τρώες δεν είχαν πολιτισμό; Ότι δέχτηκαν το αλογάκι έτσι, χωρίς να σκεφτούν τον ενδεχόμενο δόλο; Κι όμως, τους έκαναν ένα «δώρο» και το δέχτηκαν. Για μένα αυτό δείχνει αρχές. Οι Τρώες έπεσαν γιατί είχαν αρχές. Και τώρα λέω στο κορίτσι μέσα μου πως δεν πρέπει να αφαιρέσουμε τίποτα, γιατί τώρα, ίσως τώρα να κατάλαβε οι Αρχές τι σημαίνουν.

Γράφεις κάτι τώρα;
Δεν άφησα ποτέ το θεατρικό έργο, την υποκριτική και τα παραμύθια που κατά καιρούς ανεβάζουμε. Είναι έτοιμο ένα θεατρικό έργο κι αν το επιτρέψει η βιοπάλη μου θα ανέβει σύντομα. Το θέατρο ξέρετε είναι ακριβό «σπορ».

Τι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο;
Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

Απάντησέ μας σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.
Στην ερώτηση αν θα έπρεπε να είναι και να φαίνεται τίμια η γυναίκα του Καίσαρα; Απαντώ:                                                                                Τίμια θα έπρεπε να είναι η Ρώμη και όχι η γυναίκα του Καίσαρα.

Ποιον νέο ποιητή/λογοτέχνη θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές επιστολές;
Εκείνον τον νέο /νέα που έχει μια συστολή, έναν φόβο να δείξει ή να παρουσιάσει τη δουλεία του. Εκείνον που έχει τρακ. Σας έχει ανάγκη.
Εγώ από την πλευρά μου προτείνω το νέο και ταλαντούχο ποιητή Αρτέμη Μαυρομάτη, για την σκηνική οικονομία και τον αυτοσαρκασμό του. Λίγο είναι;
 
Βιογραφικό
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ-Β. Διαμαντόπουλος και στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα ‘’Σείριος’’ και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια. Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι ‘’Το ραβδί των καλικαντζάρων’’ (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ).Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή «Κούκος» από τις εκδόσεις Θράκα.

*Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/πελαγία-φυτοπούλου-ένα-ξάφνιασμα-ένα/

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Νίκος Νομικός (Nikos Nomikos), Από τις “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”

nomikos053

1
Μικρό το δωμάτιο, τρία επί τρία,
μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις,
γεμάτες φωτιές και πάθη, που ό,τι κι αν
πούμε, αντέχουν στις μακρινές χρονολογίες,
κι ο λόγος τους, ακούγεται βαθιά, στην ακοή
των αγαπόντων, την ευπρέπεια του πνευματικού
φωτός.

2
Χθες, στις βουβές ώρες της νύχτας, που τα όνειρα,
παιδεύουν τον ύπνο του δικαίου, είδα έναν
πανύψηλο αρχοντάνθρωπο, με μια περγαμηνή
απλωμένη στο στήθος του, προσπάθησα να την
διαβάσω, μα παράξενα ήταν τα λόγια της, και
μου θύμισε, έναν παλιό κόσμο ευτυχισμένο, που
είχα ζήσει κάποτε.

3
Μπροστά στο ύψος του, φαινόμουνα μερμήγκι, κι απάνω
που πήγα να του πω, κάτι δικό μου, άνεμος αφιλότιμος
μου άρπαξε την μόνη αμοιβή, που μου ’φερνε
ο άρχοντας αυτός, και μια βαριά ανάσα
σκέπασε, τον μόνο γλυκόν ορίζοντα που μ’ απέμεινε.

4
Μα τότε η δροσερή μου Πανωραία, με κείνα
τα πλούσια μάτια της ευαισθησίας, σταμάτησε
να τραγουδά, και ο ομοτράπεζος σύντροφος,
άρχισε με μεράκι, ένα δικό του τραγούδι, μια
παλιά επιτυχία, «το νερωμένο κρασί»

ποιος είναι αυτός
από μακριά
που τραγουδεί
λυπητερά
ποιος είναι αυτός
που κλαίει.

5
Κι εκεί που άνοιγε η φωνή του διάπλατα
τρεις σκάλες τ’ ουρανού πιο πάνω. Φάνηκαν
δυο δάκρυα, μεγάλου ανθρώπου, που έχει εκ
γενετής, την ακρίβεια της τέχνης μέσα του,
και τότε φυσικά, μας πήρε όλους η συγκίνηση,
ήταν η εποχή των ανθέων, και της απλότητας,
«άνευ βαΐων και κλάδων» και το σπουδαιότερο,
ότι που είχα αρχίσει, να ζωγραφίζω,
τον χειμώνα της Περσεφόνης.

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

1

The room is quite small, three by three,
but with vast ascetic dimensions,
full of fires and passions, which whatever we
say, outlast distant measures of time,
and their word, is heard deep, in the hearing
of lovers, the decency of spiritual
light.

2
Yesterday, in the mute hours of the night, when dreams,
pester the sleep of the just, I saw a
towering lord-like man, (1) with a parchment
spread across his chest, I tried to
read it, but strange were its words, and
it reminded me, of an old happy world, in which
I had once lived.

3
Confronted by his stature, I seemed an ant, and just
when I went to tell him, something of mine, an ungenerous wind
took my only reward, brought to me
by this lord, and a heavy breath
covered, the only sweet horizon left to me.

4
But then my cool Panorea, with those
luxuriant eyes of sensitivity, ceased
her singing, and my table companion,
began with passion, a song of his own, an
old hit, “the watered-down wine”

who is he
from far away
who sings
sadly
who is he
who weeps.

5
And there where his voice was opening up wide
three steps above the sky. There appeared
two tears, of a big man, who possesses from
birth, the precision of the art within him,
and then naturally, we were all taken by emotion,
it was the season of blooms, and of simplicity,
“without palm leaves and branches” and most significandy,
just as I had started, to draw,
the winter of Persephone.

(1) While in Nomikos’ Greek text the word “αρχοντάνθρωπος” (ar-hon-tan-thro-pos), which is compounding of the words “άρχοντας” (ar-hon-tas) ‘ “lord” and “άνθρωπος” (ahn-thro-pos) ‘ “person”, transliterates as “lordperson”, the most suitable translation is “lord-like man” given the consistency of this recurring term’s context and significance in the work.

*Από την δίγλωσση ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”, Owl Publishing, σε αγγλική μετάφραση Γιώργου Μουρατίδη. Το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν μερικές βδομάδες στο ποιητικό βιβλιοπωλείο της Μελβούρνης Collected Works, από την εκδότρια Ελένη Νίκα (Helen Nickas – Owl Publishing) και τον μεταφραστή Γιώργο Μουρατίδη (George Mouratidis) ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο.

**Ο Νίκος Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934 και εκτός από την ποίηση ασχολείται από μικρός και με την ζωγραφική. Το σχέδιο στο εξώφυλλο της συλλογής είναι δικό του. Στην Αυστραλία μετανάστευσε το 1964 και εργάστηκε 30 χρόνια ως αεροδυναμικός σχεδιαστής της Αυστραλιανής Αεροπορίας. Εκτός από την παρούσα, έχει δημοσιεύσει 9 ακόμα ποιητικές συλλογές και ετοιμάζεται μία ακόμα με τον τίτλο “Πορεία της Βαθιάς Πηγής”. Είναι ένας από τους πιο δυναμικούς ποιητές που έχει αναδείξει ποτέ η ελληνική παροικία της Μελβούρνης και της Αυστραλίας. Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται ποιήματα του Νίκου Νομικού στα αγγλικά, κάτι που σύμφωνα με τους εκδότες θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

***Ο Γιώργος Μουρατίδης γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά ήρθε με την οικογένειά του στην Αυστραλία (Μελβούρνη) σε νηπιακή ηλικία. Φιλόλογος της σύγχρονης λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής. Ήταν επιμελητής του έργου “Jack Kerouac’s On the Road: The Original Scroll” (2007). Δίδαξε Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο RMIT και Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, από το οποίο έλαβε Μάστερ με θέμα τα λογοτεχνικά κινήματα του νταντά και του σουρεαλισμού. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει το διδακτορικό του με θέμα τη γενιά μπιτ με τίτλο “Becoming Beat: Re-cognising the Beat Generation and the Search for Authenticity”. Η ποιητική του συλλογή με τίτλο “Angel Frankenstein αναμένεται προς το τέλος του χρόνου από το Soulbay Press.

#Για περισσότερες πληροφορίες για το Owl Publishing επισκεφθείτε την ιστοσελίδα τους στο http://www.owlpublishing.com.au

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Γιώργος Χρονάς – Θεατρικό “Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην” – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

img_7985

Φωτογραφίες: Χρήστος Δήμας, Σίσσυ Μόρφη

Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην

του Γιώργου Χρονά

Ήρθε και πέρασε σαν ένα όνειρο – πλατωνικό. Η ιδέα του γράφτηκε στο κινηματογραφικό πανί. Έκανε τρεις ταινίες. Τις δύο ταινίες, Επαναστάτης χωρίς αιτία, Ο Γίγας, δεν πρόλαβε να τις δει. Και στην πρώτη – του Καζάν, Ανατολικά της Εδέμ, στην πρεμιέρα, απουσίαζε, με ταξιθέτριες την Μαρλένε Ντήτριχ και την Μαίρυλιν Μονρόε.

Ένα μαγικό, παράξενο παιδί γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1931 και μεγάλωσε χωρίς μητέρα – με τους παππούδες του και τον πατέρα του να κάνει δεύτερο γάμο μετά το θάνατο – από καρκίνο – της αγαπημένης του μητέρας. Αυτή του έδωσε τα τρία ονόματα Τζαίημς Μπάυρον Ντην. Το Μπάυρον είναι του αγαπημένου της εγγλέζου ποιητή. Το Τζαίημς, του γιατρού που την ξεγέννησε. Το Ντην, του πατέρα του το επώνυμο.

Μεγαλώνει με τους παππούδες του μακριά από πόλεις με αγριοκούνελα, βιβλία, δίσκους, ενορίες πιστών…

Μετά οι γνωριμίες, η τύχη μπροστά του. Η Νέα Υόρκη, το θέατρο, ο Ελία Καζάν… Το ένα φέρνει το άλλο. Χωρίς δολάριο στην τσέπη περνάει από δωμάτιο σε στούντιο, σκηνές, ραδιόφωνο, δημοσιογράφους, δηλώσεις, λατρείες…

Γνωρίζει την Άννα Μαρία Πιεράντζελι και αρχίζει ένας τρελός έρωτας με άσχημη κατάληξη. Ένα μοιραίο τέλος. Αυτή πεθαίνει από καρδιά λίγο μετά τους δύο, αποτυχημένους, γάμους της.
Τα φώτα λάμπουν μπροστά του. Η λεωφόρος είναι γεμάτη φώτα. Που σβήνουν. Ότι κάνει μετά είναι το πλησίασμα στο τέλος του.

Αυτά διηγείται ο Αγησίλαος Σιούνας, στο ρόλο του Ντην. Στη φρουρά του ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ο Γιώργος Χρονάς – που κάνει και την σκηνοθεσία και την μουσική επιμέλεια.
Στο χορό του, με την Άννα Μαρία Πιεράντζελι, η Δανάη Δημητροπούλου και στο φάντασμα της νεκρής Άννα Μαρία Πιεράντζελι – με τη φωνή της Τζένης Βάνου σαν ηχώ.

Οδηγάει σαν τρελός. Πεθαίνει ακαριαία. Με οξυγονοκόλληση τον ελευθερώνουν – από τα συντρίμμια της Πόρσε του – ή Μερσεντές στην Βουλιαγμένης; Ο πάστορας στον επικήδειό του θα πει στις 8 Οκτωβρίου 1955: Η καριέρα του Τζαίημς Ντην δεν τερμάτισε. Μόλις τώρα ξεκινάει. Ο ίδιος ο Θεός είναι ο σκηνοθέτης του.

Τα λόγια του Δημήτρη Καπετανάκη, το 1937, που ακούγονται στο θέατρο – στο φινάλε, απαλύνουν τον πόνο μας, γι’ αυτό το είδωλο που ήρθε κι έφυγε σαν ανθός που δεν εμαράνθη.

Layout 1

Ο Γιώργος Χρονάς για τον Τζαίημς Ντην

Είναι, ήταν ένα όνειρο ζωής να δω τον Ντην στη σκηνή. Όταν βρήκα τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες προχώρησα στο όνειρό μου. Τους ευχαριστώ.

Μιλούσα ήδη από το 1985 στον Μάνο Χατζιδάκι για το όνειρό μου στο Παγκράτι τα βράδια που τον συναντούσα στα καφέ ή εστιατόρια, για την προμετωπίδα που έχω βάλει του Δημήτρη Καπετανάκη και ακούγεται στο φινάλε. Είναι ο ποιητής που πέθανε κι αυτός νέος – 32 χρονών – από φυματίωση στο Λονδίνο το 1944. Είχε γεννηθεί το 1912.

Το βιβλίο που βασίστηκε το έργο μας απόψε, είναι το πρόγραμμα του έργου, κυκλοφόρησε το 1987 και είναι σε Τρίτη έκδοση, 9.000 αντίτυπα. Ίσως να υπήρξα ο εισηγητής του Τζαίημς Ντην, σε γραπτό λόγο, στο πανελλήνιο. Με σεβασμό πάντα στην ωραιότητα των αγαλμάτων.
Σας ευχαριστώ.

Σκηνικά-κοστούμια: ΕΒΕΛΥΝ ΣΙΟΥΠΗ
Video-Art: ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΑΣ
Βοηθός σκηνοθέτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Ο Τζαίημς Ντην έρχεται με την Φρουρά του και την Άννα Μαρία Πιεράντζελι
στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.00 το βράδυ. Για 14 παραστάσεις.
Από την Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016. Σας περιμένει στο ποίημα
της νεότητος και του θανάτου.

untitled00090371

Στην αναζήτηση ισορροπιών μέσα από την ποίηση του Σκυθιώτη

211632g-10245396_703546113017518_2189062766315061760_n

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Πολύ συχνά οι συλλογές πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών διακρίνονται από μία αποσπασματικότητα και μία άνευρη πολυθεματικότητα. Σε έναν κορεσμένο χώρο, η πρωτοτυπία λανθάνει στις σκιές των λέξεων, καθώς ακόμα εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία ύφους, μια και ακόμα αναζητούν τη γραφή που τους εκφράζει καλύτερα. Έτσι, είναι λογικό, η πρώτη συλλογή του Πέτρου Σκυθιώτη, «συνθήκη ισορροπίας» (Θράκα, 2014), να προκαλέσει εντύπωση με τη γλωσσική αρτιότητά της που οικοδομείται σε ένα λιτό λεξιλόγιο με χαρακτηριστική ισορροπία στην ένταση των συνθέσεων.

Η προφορικότητα της εκφραστικής του με τα πεζολογικά χαρακτηριστικά της προσδίδει μία αμεσότητα στην ποιητική του. Σε μία κοινωνία που χειμάζεται από την ανισότητα και συνεχώς εμφανίζει αρρυθμίες και τάσεις κατάρρευσης, ο νέος ποιητής προσπαθεί να συνάψει τη δική του συνθήκη ισορροπίας· αποζητά τα δικά του βιώματα ως ισορροπιστής με δοκό την ίδια την ποίηση πάνω στο δηκτικό σκοινί που του όρισε μία κοινωνία άστοργη κι απάνθρωπη (2, 3, 4, 5, 26).

Η ποίησή του είναι βαθιά υπαρξιακή· ακόμα και στις συνθέσεις με ένα κοινωνικό υπόβαθρο και με ενσωματωμένες κοινωνικές παραστάσεις θεμελιώνεται πάνω σε έναν υπαρξιακής φύσης φόβο (1, 8, 17, 19, 27). Μόλο που κυριαρχεί η πρωτοενική έκφραση, η ανησυχία του α΄ ενικού εκφράζει έναν οικουμενισμό. Και τούτο αποκρυπτογραφείται ενίοτε με το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο (9, 21, 0) σε μία πανανθρώπινη προσέγγιση και κάποτε με αναφορές -άμεσες ή έμμεσες- σε ένα πλήθος ανθρώπων (7, 11, 20) ή ως απρόσωπη έκφραση (16).

Η γλώσσα του είναι συχνά σκληρή και “άκομψη” (9, 22, 23, 24) και άλλες φορές εκφράζει μία βαθύτερη σαρκαστική διάθεση (1, 3, 5, 7), ακόμα κι όταν κρίνουμε ότι ούτε η ποίηση τη χρειάζεται ούτε και οι συνθέσεις· ωστόσο, η “αγένεια” είναι πάντα επιτηδευμένη και ελεγχόμενη, συμβάλλοντας σημαντικά στη διοχέτευση του συναισθήματος και προκαλώντας τον αναγνώστη.

Άλλοτε υιοθετεί ένα ύφος πιο αποφθεγματικό (3, 5, 16, 20, 28) κι άλλες φορές πιο αφηγηματικό (1, 2, 6, 7, 8, 13, 21). Οι θρυμματισμένοι στίχοι αισθητοποιούν την ίδια την αγωνία του δημιουργού που αισθάνεται μετέωρος σε μια κοινωνία σχεδόν κανιβαλική· οι στίχοι του επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό στις συνθέσεις, μεταδίδοντας το συναίσθημα των αβέβαιων αντιθέσεων της ζωής. Άλλωστε, ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ισορροπία στις αβεβαιότητες της ζωής και τις αντιφάσεις του ευμετάβλητο ανθρώπινου βίου (1, 3, 4, 7, 8).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η ποιητική ειρωνεία, με έντονο το τραγικό στοιχείο, διαπνέει όλη τη συλλογή, καθώς ο ποιητής εκθέτει όχι μόνο το σύγχρονο κοινωνικό κανιβαλισμό (7, 8, 10, 12) και την ασφυξία που τον πνίγει στο αδράστειο αστικό περιβάλλον (11, 13), μα και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα (12, 22, 23), τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον (9, 24) ή ακόμα και τις μεταξύ τους επαφές (10, 11, 26).

Η ποίηση του Σκυθιώτη αφήνει ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Ο βαθύς πόνος που εκφράζει ο δημιουργός σε συνδυασμό με το καυστικό χιούμορ του, λειτουργούν ως ποιητική μαχαιριά στι συνειδήσεις -ειδικά όταν προέρχεται από έναν νέο άνθρωπο. Και το χαμόγελο που αναδύεται καθαίρει στην δραματική ποιητική του τον πόνο που γεννούν οι στίχοι του. Απομακρύνει την απογοήτευση και την μελαγχολία· ο σαρκασμός γίνεται το αντίδοτο σε μία καταθλιπτική κοινότητα που αναζητά τη δική της ισορροπία στις νέες συνθήκες.

*Από το http://tvxs.gr/news/biblio/stin-anazitisi-isorropion-mesa-apo-tin-poiisi-toy-skythioti

211632-screen_shot_2016-10-03_at_10-44-54_p-m

Η περίπτωση Γιάζρα: Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνη

1040356_giazra

Το «Γκρόζνι» είναι η πρώτη συλλογή του πιο μεταφρασμένου νέου Έλληνα ποιητή που δίνει φωνή στη «γενιά της λιτότητας».

Φωτογραφίες: Solarski Liboska

Από τον Μ.ΗULOT*

Τα ποιήματα του Γιάζρα (ως Jazra Khaleed) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο blog του το 2009. Σκληρά, με στίχους σαν ραπάρισμα που θύμιζαν την άγρια πλευρά του χιπ χοπ, κοφτερά, βίαια, ήταν η αστική ποίηση του τέλους των ’00s και πρελούδια της νέας, απρόβλεπτης δεκαετίας που δεν είχε ακόμα δείξει την αγριότητά της. Τα ποιήματα του Γιάζρα αντιπροσωπεύουν όσο τίποτα άλλο τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2008, είναι κραυγές, είναι πολιτική στάση, είναι η δύναμη του δρόμου και φωνές διαμαρτυρίας με την ίδια ένταση που είχαν το «The Message» του Grandmaster Flash, οι δυναμικοί στίχοι των Public Enemy ή οι οργισμένες και ενάντια στο σύστημα ρίμες των NWA. Ακόμα και αν λείπει το beat, αισθάνεσαι ότι το ακούς ως υπόβαθρο όταν συστήνεται «βουτώντας τα ποιήματά του στη βενζίνη»:

Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι,
Λαθραίος μένω όσο κι αν λεν’ οι αριστεροί˙ όμορφα περνά το βράδυ, τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.
(…)

Δεν έχω ανθρώπους· η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι πάνω στη γυμνή σου καρωτίδα ακουμπά (σπόνσοράς μου η Gillete).

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο, είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, χωρίς ήλιο, χωρίς βροχή, τρώω σίδηρο για να ’χω καλή μνήμη.

Με το κεφάλι γεμάτο ρίμες βάζω την πένα στον αυτόματο, σκάβω το λάκκο σε κάθε νεοναζί·
γροθιές οι λέξεις, τον αφήνω να διαλέξει.

Μα θέλω να ξέρεις, αυτούς τους στίχους τούς έγραψα με τα γυμνά μου χέρια·
έκαψα τα δάχτυλά μου προσπαθώντας να βουτήξω τα ποιήματά μου στη βενζίνη.

Σε λίγο τα πιτσιρίκια στο δρόμο θα φωνάζουν τ’ όνομά μου: Γιάζρα, η πουτάνα της ποίησης.

Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)·

θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου τη ντροπή του λευκού αρσενικού· επίτρεψέ όμως να κρατήσω λίγη απ’ τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού (προκαταβολικά).

Εγώ είμαι ο Γιάζρα, τραμπούκος ποιητής, σχιζομητροπολιτάνος, γιος μουσουλμάνας, πατέρας κανενός.
Εσύ ποια είσαι; Εσύ ποιος είσαι;

Θα μπορούσαν να είναι γραμμένα στους τοίχους, να γίνουν συνθήματα, να τραγουδιούνται σε αυτοσχέδια πάρτι στις γειτονιές, είναι η ποίηση της εργατικής τάξης που σχεδόν ποτέ δεν είχε χρόνο να γράφει ποιήματα. Ή δεν είχε τον τρόπο να τα δείξει στον κόσμο.

Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους,
Είμαι ένα τέρας, ένας τρομοκράτης, είμαι ένας λαθροεισβολέας.
Δεν θα πεθάνω ποτέ, δεν έχω τίποτα να χάσω, δεν
υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω.
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον: να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών, να ξυλοφορτώνεις φασίστες, να καις το πανί με τις γαλάζιες κι άσπρες ρίγες, ν’ απαλλοτριώνεις σουπερμάρκετ.
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης, την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων.
Κάθε δουλειά είναι ντροπή˙ ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας.
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων.
θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη,
θα βγάλω απ’ τη μέση κάθε υγιή˙
θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ, σαν πυροτέχνημα στον ουρανό, σαν μολότοφ στο οδόστρωμα.
θα ουρλιάξω λέξεις από μέταλλο, λέξεις από κεραυνό˙ μέχρι να σπάσει η σιωπή, μέχρι η ζωή να επιστρέψει πεζή.
Δεν φοβάμαι πια.

«Στην Ελλάδα η ποίηση θεωρείται τέχνη της ανώτερης τάξης» λέει ο Γιάζρα στην επεισοδιακή συνέντευξή του στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής Austerity Measures: The New Greek Poetry που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό η Penguin με υλικό από νέους Έλληνες ποιητές. «Αν θες να κυκλοφορήσεις ένα βιβλίο με ποίηση στην Ελλάδα, πρέπει να πληρώσεις τον εκδοτικό. Οι πιο πολλοί εκδοτικοί θεωρούν ότι είναι φίρμες και ζητούν από δύο έως πέντε χιλιάδες ευρώ για σου εκδώσουν το βιβλίο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν την ποίησή τους στην Ελλάδα ανήκουν στη μεσαία τάξη ή έχουν λεφτά να ξοδέψουν.

Το σημαντικό με την Austerity Measures είναι ότι περιλαμβάνει ποιητές που δεν είναι γνωστοί στους ποιητικούς κύκλους ή δεν έχουν πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους. Αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα. Πολλά συγκροτήματα δεύτερης γενιάς Ελλήνων κάνουν χιπ χοπ και είναι πραγματικά underground, οργανώνουν δωρεάν συναυλίες μόνοι τους. Αισθάνομαι ότι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης γράφουν ποίηση σήμερα. Υπάρχει κάποιος που ονομάζεται Ωμέγα που γράφει για τις εμπειρίες του ως εργάτης ή ως άνεργος. Η ποίησή του είναι άμεση, κατά πρόσωπο, κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση του βιβλίου στον Observer το μόνο ποίημα που χρησιμοποίησαν ήταν το Words του Γιάζρα (μεταφρασμένο από τον Peter Constantine).

1040355_20160428_164327

Tα ποιήματά του Γιάζρα προκάλεσαν την προσοχή του Peter Constantine από την αρχή, τα μετέφρασε στα αγγλικά και τα δημοσίευσε στο αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό World Literature Today. Από τότε άρχισε το μπαράζ των μεταφράσεων σε διάφορες γλώσσες και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά του κόσμου. Το 2012 το World Literature Today του έκανε μια μεγάλη συνέντευξη ως εξαιρετική σύγχρονη περίπτωση Έλληνα ποιητή -η οποία ήταν υποψήφια ως μία από τις πέντε καλύτερες της δεκαετίας.

Με τα ποιήματά του ο Γιάζρα ταξίδεψε στη Γερμανία, εκπροσωπώντας την Ελλάδα (μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τη Δήμητρα Κοτούλα και το Γιάννη Στίγκα) στο Literaturwerkstatt, ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά φεστιβάλ του κόσμου που γίνεται στο Βερολίνο. Την επόμενη φορά ξαναπήγε καλεσμένος, μαζί με την Κική Δημουλά. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή: άρχισαν να τον καλούν σε διεθνή φεστιβάλ, έγινε ο πιο πολυμεταφρασμένος νέος Έλληνας ποιητής (χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα σε βιβλίο), τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και έγινε πρωτοσέλιδο σε γερμανικές εφημερίδες, κι όλα αυτά χωρίς καμία δημοσιότητα στα ελληνικά μέσα, χωρίς ούτε μία αναφορά. Από το 2009 ανήκει στη συντακτική ομάδα του Τεφλόν, του περιοδικού για την ποίηση που κυκλοφορεί δωρεάν συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που κινείται στο περιθώριο -από επιλογή ή από ανάγκη- και έργα σημαντικών ποιητών από κάθε μέρος του κόσμου που δεν είχαν ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Γιάζρα έχει μεταφράσει ποιήματα αγνώστων ποιητών, έχει συστήσει στα ελληνικά την ποίηση των Αβοριγίνων, έχει μεταφράσει underground Γερμανική ποίηση και σύγχρονες Αραβίδες ποιήτριες.

«Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, αρπάζουν, σκληραίνουν» γράφει η Karen Van Dyck, ποιήτρια και επιμελήτρια του βιβλίου Austerity Measures στην Guardian. «Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit (…) Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο ίντερνετ, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν ταιριάζουν σε καμία πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς».

Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί κοινωνικά και λογοτεχνικά ο Γιάζρα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή με τίτλο «Γκρόζνι» (είναι η πρωτεύουσα της Τσετσενίας), ίσως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο ποίησης που μπορείς να βρεις στα ελληνικά αυτή τη στιγμή από νέο ποιητή.

Τα ποιήματα του Γιάζρα είναι σκληρά και ταυτόχρονα τρυφερά:

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο˙
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής, χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου –πώς ορθώνεται κι αγροικά!- καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες˙ μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.

Είναι άγρια αλλά και σπαρακτικά, βλάσφημα και ιερά -ακόμα και όταν φαίνεται να περιφρονεί και να βαριέται την ελληνική ποίηση:

Διαβάζω ελληνική ποίηση: τους αναγνωστάκηδες, τους πατρίκιους και τους βάρναλεις, όλους αυτούς που θέλουν να φορτώσουν τις ήττες τους στην πλάτη μου.
Πίστεψαν σε μια ιδέα αλλά αυτή τους πρόδωσε τελικά (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων)
Προσπαθώ ν’ ακούσω τη χαμηλοφωνηποίησή τους, την τολμηρηγραφή τους, αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι δικό μου πρόβλημα (δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις).
Μπαίνω στο ίντερνετ και βλέπω τους «νέους ποιητές» να ποζάρουν για λαΪφστάιλ περιοδικά φορώντας ολ στάρ˙
μιλάνε για τη λοξή τους ματιά
ενώ κοιτάνε πάντα μπροστά.
Βγαίνω στο δρόμο, μπάτσοι σε κάθε γωνία και τικανειςτετοιαωρασταεξάρχεια, και ησουνμεεκεινουςπουεπιτεθηκανστηδιμοιρία˙ παίρνω μπίρες απ’ το περίπτερο κι έχω ξεχάσει σε ποια σελίδα ήμουν.

Ο Γιάζρα γράφει ποιήματα σαμπλάροντας φράσεις από χιπ χοπ ύμνους και σκόρπια κομμάτια από την έκδοση Πολεοδομία και δημόσια τάξη: Αθήνα οχυρωμένη πόλη της Λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα. Καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο τολμηρό και to the face, χτυπάει κατά μέτωπο φτιάχνοντας μια περσόνα που είναι παγκόσμια και ρεαλιστική, σύγχρονη αλλά και διαχρονική, κάνει το διαμέρισμά του το όχημα για να ακουστεί η φωνή του παντού. Και πετυχαίνει τον σκοπό του. Τα ποιήματά του είναι κοφτερά σαν μαχαίρι και επικίνδυνα σαν σφαίρα, είναι οι αγωνιώδεις κραυγές των προσφύγων και των μεταναστών που όλοι ακούν ξώφαλτσα και αγνοούν:

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος, γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου (δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή, ένα μίασμα, δεν ανήκω σε καμία πολιτισμένη φυλή…

Γράφει για την καταπίεση, το ταξικό μίσος, για τους ανέργους και τους φτωχούς, για τη Συρία και τις χαμένες πατρίδες, για τα παιδιά της φωτιάς και την πόλη του.

«Η πόλη αυτή μοιάζει με τους προλετάριους προγόνους της, έχει τραχιά χέρια και μια σφαίρα βαθιά σφηνωμένη στη ραχοκοκαλιά της, μοιάζει με τον ταξικό πόλεμο που έθρεψε την πολεοδομία της, κηρύττει τον εμφύλιο δίχως ν’ απαρνιέται τη θλίψη, αυτή η πόλη είναι σάρκινη και υλική, ιδρώνει ολόκληρη, απ’ τον αφαλό ως τον αυχένα˙ προλετάριοι βλασταίνουν στην υγράδα της, εκείνη τους μετράει έναν έναν και τους βγάζει κοντούς σε καιρό πολέμου και ψηλούς σε καιρό ειρήνης, αυτή η πόλη είναι άνυδρη όπως η νύχτα που πιάστηκε στα μαλλιά της, αντιπαραγωγική όπως ένα ποίημα, σκανδαλιστική όπως ένα σαββατόβραδο, η πόλη αυτή πάντα με μάγευε με το ζοριλίκι της και τα σπασμένα πεζοδρόμιά της, πάντα με αποπλανούσε προφασιζόμενη τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας, είναι μια πόλη που αν σε διασχίσει πάει, τελείωσες, θα σε καταπιεί μαζί με όλη τη θεολογία σου.
(…)
Αυτή η πόλη έχει μια αρρώστια στο αίμα, νοικοκυραίοι ιοί, μικροαστοί μύκητες, εθνίκια βακτήρια κρύβονται στο κόλον της, στο πίσω μέρος της γλώσσας της, κάτω απ’ την μπανέλα του σουτιέν της, περιμένουν ένα νεύμα του κράτους για να ξεχυθούν στις αρτηρίες της, να προκαλέσουν θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές, πογκρόμ, είναι ένας πόνος πισώπλατος, απ’ τα δυτικά προς τ’ ανατολικά, του λείπει ένα χέρι να δαγκάσει, του λείπει ένα πόδι να βαστάξει, αλλά του περισσεύει πατριωτισμός, του περισσεύει ρατσισμός, αυξάνονται τα λευκά αιμοσφαίρια, πιέζονται οι ιστοί, προκαλείται συμφόρηση καθώς πήζει το αίμα στους δρόμους, στις πλατείες, πρόκειται για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί εθνική ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, ακολουθούν ακρωτηριασμοί, αυτή η αρρώστια είναι γενετική, έχει μια συνέχεια, κληροδοτείται από πατέρα σε γιο, το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει εσχάτως συλλαλητήρια για τη μακεδονία, εθνοπανηγύρια και κυνήγι μεταναστών, σιωπηλές διαμαρτυρίες και αγανακτισμένους, στενεύουν οι αρτηρίες, συσσωρεύεται ο θυμός, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι˙ όλ’ αυτά σε συνδυασμό με έλλειψη πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσουν σε κεραυνοβόλο πορφύρα ή αλλιώς χούντα».
(…)
Στη γειτονιά μου οι μέρες περνάνε εν λευκώ, τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους, η ευτυχία σαπίζει στα βουλκανιζατέρ. Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες˙ γράφω ένα ποίημα κάθε που πηγαίνω απ’ το σπίτι μου στο μετρό. Αναμένω μια συγκίνηση.

Ο Γιάζρα είναι 37 ετών και ζει στα Εξάρχεια.

###Η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι» του Γιάζρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

*O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO.
**Πηγή: http://www.lifo.gr

Siobhan Hodge reviews David Gilbey’s Pachinko Sunset

pachinko-sunset

Pachinko Sunset
by David Gilbey
Island Books, 2015

David Gilbey’s long-standing connections with Japan take centre stage in Pachinko Sunset, a collection that embraces simple, direct form to explore a layered series of issues linked with this relationship. The titular ‘pachinko’ refers to a popular Japanese game akin to pinball, in which a cascade of small metal balls are released to strike pins and be channelled off into different locations, with different prize implications for each. This image is a fair comparison for the text as a whole, as Pachinko Sunset delivers a sequence of poems in constant activity, heading in numerous directions at once, yet intrinsically caught up in the anxieties and ironies of travelling, translating, and relating Australia to Japan.

Written in English, Pachinko Sunset cannot help but engage with difficulties associated with language barriers. Gilbey’s linguistic interests are more down-to-earth than abstract, stemming perhaps from his considerable experience as an English teacher in Japan. Much of Pachinko Sunset is given over to scenes apparently taken from working with students. ‘Grammarian’ demonstrates some of the issues that can arise from these interactions, but undercuts these concerns with a playful tone. The poem is introduced with a line from Haruki Murakami: ‘Grammar is like the air: someone higher up might try to set rules for its use but people won’t necessarily follow them.’

Tonight at Sendai Toastmasters
my obsessions are given authority, my fetishes legitimized.
I must listen for mistakes and turn them into learning:
“but I drank many sakes”; “I have much movies on my browser”
and command felicities:
“They usually image that the stars have fallen downwards
very near the map of my heart.”
Never have I attended with such concentration.

Subtle, inquisitive thinkers speaking double tongues,
lips in two lands –
I am drawn into a 3D linguistic otherworld:
“You can spend very leisurely by this stick.”
“Before I got married with my husband.”
“It’s maybe destiny.”

I remember Hamlet: indirection finds direction out.
Accidental bathos gets a laugh:
“I felt a deep self-loathing and a headache.”
Most of us get the bi-cultural pun:
“I am an ankoholic.”

They know the power of oxymoron, if not its name:
“serious humour puts spice in your life… think crazy”
and challenge the gender bias of language and culture:
“It’s so surreal, this charming lady was jealoused by mother –
she seems like superwoman for me. Please be aggressive.”

I try to teach fun: don’t let the fear of making mistakes
stop you from speaking.
You will be understood and accepted
despite our imperfect agreements, wild prepositions,
odd adjectives and idiosyncratic verbs.
Native speakers are always making mistakes.
“The ordinary is amazing.”
The light-hearted tone and freedom of structure belie the potential for damage in more abrasive relationships with language. Grammatical fidelity is consciously pushed aside to permit a barrage of new, though un-named and faceless, voices. The speaker remains the only grounded, concrete presence, but the nameless other speakers all instate their own brief glimpses of perception, humour, and experience. The overall feeling is communal rather than condescending, but Gilbey recognises this risk.

Gilbey’s speakers are constantly reinventing ways to make connections through common ground, despite linguistic or contextual barriers. The first section is primarily preoccupied with teaching and day-to-day life in Japan, conscious of how things differ from life in Australia. The opening poem, ‘Australian Studies Conference, Hachioji’ sets out this contrast deftly, but as the collection continues, distance becomes far less obvious. By the time that Gilbey presents ‘Omi Hachiban: Ten Thumbnails’, an English and Romanji piece that links historical areas with the speaker’s present actions, this sense of potential isolation has been all but lost.

Gilbey has been a Visiting Professor of English on several occasions at Miyagi Gakuin Women’s University, Sendai, which accounts for the frequent presence of young Japanese women in his poems. Upon first reading, some poems raised concerns for their sexualised depictions, leaning towards stereotyping rather than the frankness and directness otherwise prevalent throughout Pachinko Sunset. The poetic speaker’s acknowledged sexism in ‘Iron Men’ clashes with the overt but tongue-in-cheek, farcical sexualisation of hats in ‘Hat Trick’. ‘Intercultural Communication’ quashes any fears of unconscious stereotyping as the speaker accidentally gives offence by stumbling over vowels and unintentionally pronounces an assessment of a female character’s body, combining chance humour with self-consciousness.

The final section, ‘Haibun Hikes’ is perhaps the strongest part of the text, as Gilbey experiments with longer verse styles in between shorter poems. Pachinko Sunset transforms into a ‘travel’ text, shifting between personal reflections whilst remaining consciously grounded in the differences between the familiar and unknown. Pachinko Sunset shares much in common with a travel narrative, but avoids indulgent tropes. Gilbey’s lightness of tone and efficient poetic style render cultural boundaries simultaneously clearer and less restrictive than ever in his strongly personal explorations of Japan.

*Siobhan Hodge is a doctoral candidate at the University of Western Australia from the discipline of English, studying Sappho’s poetry and its translation. Born in the UK, she divides her time between Australia and Hong Kong, and nurtures a passion for training horses. She recently published a chapbook, Picking Up the Pieces, and has had poetry published in several places, including Peril, Yellow Field and Page Seventeen.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Για το φευγιό του Ηλία Λάγιου

Στις 5 Οκτωβρίου 2005 αποδημεί, «χωρίς εισιτήριο», ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Επιχειρεί το απονενοημένο διάβημα με ένα salto mortale από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα 47 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει απέδειξε πως ο διανοούμενος, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να είναι «οργανωτής» μιας μαχητικής ουτοπίας.

Ο Λάγιος ρίχνει τον ποιητή από το βάθρο του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χωρίς να γίνεται γραφικός. Ο λόγος του είναι αψύς. Του αρέσει να «παίζει» με διάφορους τρόπους γραφής.Καταπιάνεται με την καθημερινότητα, την σαπίλα, το θεό και τον Έρωτα. Κυρίαρχο μοτίβο ο θάνατος. Η ποίηση του φοβίζει τον απαίδευτο και τρομάζει τον βολεμένο. Τίθεται ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, μισεί τους καθωσπρέπει και αγαπά τους περιθωριακούς. Γράφει για τη ζωή όπως είναι και λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Γεννήθηκε το 1958 στην Άρτα, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα. Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με τον Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ωλήν”.

Κατηγορήθηκε από τα μέσα, ως κακοποιός της ελληνικής γλώσσας.

****”Το πέρασμα [‘Ενας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί / Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα / ‘Οπως πάντα έφτασα αργά] / Το πέρασμα στον θάνατο / Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά / Τη σκουπίζεις στα χείλια / στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι / Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα.”

***Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

****«Κι από μακριά κιόλας εμείς (παγώνουν οι ώρες κι οι μέρες και δεν αντέχονται κι αποχωρούμε), όσοι ακόμα μέσα στη ζωή μας ζωντανοί, πομποί και δείκτες μνήμης αυριανής – οι μηδέ φωνασκούντες, μηδέ είρωνες. Από μακριά, με το μακριά που βάζουν τάχα για εγγύηση οι λέξεις. Με όλες τις λέξεις που πήρε δανεικές και έκανε δικές του – χρησιδάνειο. ‘Οσες μιλούσαν, κι όσες παραμιλούσαν μέσα σε ό,τι ακατανόητο του καθενός για τον καθένα. Με από κοντά τις λέξεις να τον χαιρετούν».

Απόσπασμα από το ποίημα «Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο», του Ηλία Λάγιου: Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην “Καθημερινή” της 9.10.2005: “Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]”

****Το έργο του είναι χρήσιμο σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζει ελεύθερος

**********************

Έργα:
Πρόοδοι εν προόδω (Ωλήν, 1981, ως Αλέξης Φωκάς)
Ασκήσεις Ι-ΙΧ (Ωλήν, 1984, ως Αλέξης Φωκάς)
Το κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990)
Συνεστίασις (1991)
Τριώδιο (Άγρα, 1991, με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992)
Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
Ανθοδέσμη (Άγρα, 1993, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι (Αντί, 1996)
Η έρημη γη (Ερατώ, 1996)
Περί ζώου (Παρουσία, 1996)
Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
Το εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
Της γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
Πράξη υποταγής (Ερατώ, 2000)
Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
Η αρπαγή της κούτας (Ερατώ, 2003)
Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004)

%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82

Roxanne Bodsworth reviews Marietta Elliot-Kleerkoper’s A Perfect Distortion

perfect-distortion

A Perfect Distortion
by Marietta Elliot-Kleerkoper
Translated by Joris Lenstra
Hybrid Books, 2016

The poems in this collection are provided in the original Dutch with an English translation; two languages and cultures that are intertwined in the poet and in the poetry. The mirroring effect of the parallel texts moves the reader beyond English language egocentricity, providing a continual reminder that language is constructed and understood in a variety of ways. There is a visual engagement as well as a cognitive one in sounding out the unfamiliar words (while wishing someone would read them aloud to me) and seeing how they balance in reflection.

Elliot-Kleerkoper has taught languages and been published in Australia and the Netherlands with her first Dutch-English collection, Island of Wakefulness / Eiland van waak zaamheaid, released by Hybrid Publishers in 2006. In this collection, she takes the reader on a stroll with her, frequently with an address to the reader in second person, while pointing out the beautiful details of the world she inhabits.

Terungkerend naar het oppervlak – de spil
Je blik glijdt af naar
de weerspiegeling – het water
als thee die te lang in een pot staat

—

Returning to the surface – the fulcrum
your gaze travels into
the reflection – the water
like tea too long in the pot

(‘Vier manieren om een vijver te zien /Four ways of looking at a pond’)
Unfortunately some poems are split by pictures and so the mirroring effect is lost. While the pictures support some poems, they simply interrupt others, or seem disconnected. For example, the photo-image of ‘Een perfect vervorming / A perfect distortion’ is many pages later than the title poem that it would otherwise illustrate. When there is a clearer ekphrastic connection, the poem can change the manner of visual perception, such as ‘Waterlelie / Waterlily’:

en als je in zijn diepte staart
zou je ogen

zien – goedaardige kleine ogen die terugkijken
oogjes van kleine visjes. Ze zullen jou voeden

zolang jij ogen hebt
om mee te zien

—

and if you stare into its depths
you’ll see

eyes – benign little eyes looking back at you
eyes of little fishes. They’ll nourish you

as long as you have eyes
to see
There is a careful attention to the arrangement of words and space in Elliot-Kleerkoper’s poetry, a meditative precision to her language. She leaves space for breathing between the images, enhancing their meditative quality.

een vlinder vast
in de heldere

lucht

—

a butterfly held
in the transparency

of air

(‘Vlinder’ / ‘Butterfly’)
This style of poetry Elliot-Kleerkoper does very well, far better than the formalistic requirements of the pantoum in ‘Hun eigen perfectie / Their own perfection’, which rather seems awkward and weighty in the midst of all the lightness conveyed by the rest of the collection. There are moments of shadow, such as her ‘Ode’, addressed to the ‘noble adversary’ of ‘Pain,’ where the couplets hammer in the effect just as the experience does.

Jij hebt me verrast
mijn nacht geroofd

en mijn onderwerping
aan jouw heerschappij afgedwongen

—

You surprise me
thieving my night

force me to submit
to your regime

There are times when the writing can become overly descriptive, lacking in depth, like skimming the surface of the water that is present in so many of her poems. The long poem, ‘Seizoenen, Darebin Parklands / Seasons, Darebin Parklands’, often seems merely observational:

LENTE

I
Eenden scharrelen rond
in het witte schuim
tussen groene algen

Op een bank heeft een man
één witte en één groen sok aan

—

SPRING

I
Ducks fossicking
in white scum
and green algae

On a bench, a man wearing
one white sock and one green sock
When the poetry is more than descriptive, capturing an idea as well as an engagement with the physical world, it captures the reader as well. ‘Het idee van een roos /The idea of a rose’ describes the transience of beauty:

Wat had ze graag
die roos geplukt
achter het hek

in een alledaagse tuin

maar ze kon het patron
van de regendruppels
niet onthouden

hoe het avondlicht
opgevangen werd

—

She would have liked
to pick the rose
behind the fence –

in an ordinary garden

but she couldn’t preserve
the way raindrops
were scattered

how they caught
the evening light
Mostly, these are gentle poems without harsh edges, confronting images or difficult twists. They provide an opportunity to join with Elliot-Kleerhopper in discovering the beauty of the natural world and using that as a way to carry on through the pain. And to very simply appreciate the crafting of words in two languages that echo and enhance each other.

*Roxanne Bodsworth (the proper name of the poet published as ‘Therese’) lives on a sheep farm in North East Victoria, is undertaking her PhD at Victoria University, and working as a celebrant in her spare time. Her verse novel, The Tangled Web, was published in 1989 by Openbook Publishers, and her non-fiction book, Sunwyse – celebrating the Wheel of the Year in Australia, in 2003 by Hihorse. Widely published in a range of genres, writing keeps her sane (almost).

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org/au