Ο Νίκος Σαντορινιός και οι Απουάνοι

Νίκος Σαντορινιός

Ο Νίκος Σαντορινιός του Μιχαήλ (1897-1923/2), γεννημένος στη Σύμη, θα μεταναστεύσει στην Αλεξάνδρεια για καλύτερη «μοίρα» και επιβίωση, περνώντας από τα επαγγέλματα του εφημεριδοπώλη, του πλανόδιου καπνοπώλη, του εργάτη, του χαμηλόμισθου υπαλλήλου, του μεσίτη γραφείων παραγγελιών, του επιστάτη αγροκτήματος, του τυπογράφου, του διορθωτή, του δημοσιογράφου, ακόμη και του θεατρικού υποβολέα και του ηθοποιού και, μέσα από μια σύντομη ζωή, θα πεθάνει από φυματίωση μόλις στα είκοσι έξι του χρόνια.

Όλα αυτά, ακόμη και τον επερχόμενο θάνατό του, μπόρεσε να τα μετατρέψει σε αξιοπρόσεκτη ποίηση εισφέροντας στο χώρο τις συλλογές του «Φωνές στην ερημιά» (1919) και τα «Ποιητικά έργα», (1925), τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του στην Αλεξάνδρεια, με τη μοναδική φροντίδα του καλού του φίλου από την Κύπρο Γλαύκου Αλιθέρση. 1

Αλλά και το 1965, πάλι ο Γλ. Αλιθέρσης, στην πατρίδα του αυτή τη φορά, τη Λεμεσό, θα του αφιερώσει μια δική του μελέτη-προσέγγιση στην ποίησή του, την οποία και θα εκδώσει στο τυπογραφείο «Sun Press-Φώτη Σωκράτους», με τον τίτλο «Νίκος Σαντορινιός».

Για την ποίηση του Νίκου Σαντορινιού, όπως μας πληροφορεί ο Γλαύκος Αλιθέρσης, θα γράψει ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης (1890-1947) στο περιοδικό «Βωμός» της Αθήνας το 1918, αναστατώνοντας τον πνευματικό κόσμο της εποχής, πως «Εἶνε ἡ φωνή, ἡ πλέον φυσική, μέσα στὴν ὅλην ἑλληνικὴ ποίηση […] Εἶνε ὁ διαλεχτὸς ἰδιαίτερος ποιητής τῶν “Ἀπουάνων” ὅπως πολλὲς φορὲς τὸν ἔχω ἤδη ἀποκαλέσει». Και λίγο μετά θα επαναλάβει τον υπερβολικό του λόγο:

«Ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ γέννησ’’ ἕνα Σαντορινιό». Κι ακόμη, ο ίδιος και πάλι, «τσουβαλιάζοντας» τους πάντες, θα κατατάξει σε στείρους και αντιζωικούς ποντίφηκες τον Γκίκα, τον Γνευτό, τον Καβάφη, τον Σκληρό και τον Κ. Ν. Κωνσταντινίδη. Ύστερα από έναν ολόκληρο αιώνα, και αφού η Ελληνική Γραμματεία έχει κατατάξει όλους αυτούς τους πνευματικούς ανθρώπους στις θέσεις που τους πρέπουν, είναι τουλάχιστον κατανοητή η αστοχία και η υπερβολή του Βρισιμιτζάκη. Αυτό που είναι σίγουρο για την εποχή αυτή, είναι πως η ποίηση του Σαντορινιού περνά εύκολα τόσο στις στήλες των αλεξανδρινών περιοδικών όσο και των αθηναϊκών και ασφαλώς ούτε τυχαία, ούτε γιατί -πιθανόν- ο Σαντορινιός έχει καλές δημόσιες σχέσεις και προσβάσεις που άλλοι συγκαιρινοί του δεν διαθέτουν. 2

Στο βιβλίο του «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη» ο Γ. Βρισιμιτζάκης και πιο συγκεκριμένα σ’’ ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί «Οι Απουάνοι και ο Καβάφης», επιχειρεί μια σύγκριση ανάμεσα στην ποίηση του Καβάφη και του Σαντορινιού, σημειώνοντας εκ προοιμίου, μάλιστα πως «τὸν κ. Καβάφη δὲν τὸν ἀκολουθοῦν πιὰ στὴν Αἴγυπτο παρά μερικά μαθητούδια τῆς χθές, σημερινά φουσκωμένα ἀσκιὰ τῆς φιλολογίας», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «τόσον ἡ σκέψις του ὅσον καὶ ὁ στίχος του (ἐννοεῖ τοῦ Σαντορινιοῦ), ἔχουν μία μουσικότητα κάπως πρωτόγενη. Ὁ Σαντορινιὸς εἶναι ποιητής τῆς ἀνατολῆς […]Γιὰ τὴν ὥρα, ἡ ποίησις τοῦ Νίκου Σαντορινιοῦ ἀπομένει ἡ καλύτερη προσπάθεια τῶν Ἀπουάνων». 3

Σ’ ένα σημείωμά του στο περιοδικό «Γράμματα» ο Βρισιμιτζάκης, με τον τίτλο «Ένας απουάνος ποιητής» και με το οποίο δημοσιεύονται για πρώτη φορά τρία ποιήματα του Νίκου Σαντορινιού, πιστεύει πως έχει να κάνει με έναν από τους καλούς ποιητές της Αλεξάνδρειας και συνεχίζει: «εἶνε ὁ ἄνθρωπος τοῦ δρόμου. Καθὼς ὁ Villon, καθὼς ὁ Viani, ἀναθράφηκε κι ἔζησε στὸ δρόμο. Ἀλήτης, ἀλανιάρης. Ὁ ἀλήτης αὐτὸς φυσικά ἔχει ἀληθινὴ ψυχή καλλιτέχνη. Γνωρίζει ὅσο κανεὶς τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν τόσο λίγο γνωστή στοὺς διανοούμενους ἀλεξανδρινούς». Στο περιοδικό, κάτω από το κείμενο αυτό ακολουθούν τα τρία ποιήματα «Αλήτης», «Ανάσταση» και «Θρίαμβος», το τελευταίο αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη και καθαρά καβαφογενές.

Δεν θέλουμε να υποστηρίξουμε, πως αυτό το ποίημα είναι άλλη μια ένδειξη, ότι οι «Απουάνοι» και ο Νίκος Σαντορινιός γνωρίζονται με τον Καβάφη, το σίγουρο είναι, όμως, ότι τον υπερασπίζονται και στην πράξη όσο κανένας άλλος στην Αλεξάνδρεια με το φυλλάδιό τους «Τέχνη και Ρουτίνα», όσο και με τη δημοσίευση ποιημάτων που έχουν σχέση με τον Αλεξανδρινό ή είναι αφιερωμένα σε κείνον.

Η σχέση αυτή του Καβάφη με τον Σαντορινιό ενισχύεται και με τη μαρτυρία του Ι.Α. Σαρεγιάννη, ο οποίος διηγείται το ακόλουθο περιστατικό ανάμεσα στους δύο φίλους: «Θυμᾶμαι μιά μέρα τοῦ 1919 στὸν δρόμο συνάντησα τὸν ποιητή Νίκο Σαντορινιό, καταγανακτημένο: ‘Σιχάθηκα τὸν Καβάφη, τὸν σιχάθηκα’, μοῦ φώναζε. ‘Φαντάσου εἶχε τὴν ἀναίδεια νὰ μοῦ πεῖ πὼς εἶναι τὰ μάτια μου ὡραῖα. Δὲ χαρίζω ὅμως κάστανα ἐγώ, τοῦ τὸ ‘πα Κύριε Καβάφη, σιχαίνομαι τοὺς κόλακες καὶ τὶς κολακεῖες. Τὰ μάτια μου εἶναι ἀλλήθωρα. Πῶς δὲν τὸ βλέπετε;’ Κι ὅμως ὁ Καβάφης εἶχε δίκιο», συνεχίζει ο Σαρεγιάννης, «γιατί τὰ μάτια τοῦ Σαντορινιοῦ μ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἀλλήθωρα, εἶχαν κάτι τὸ ἀόριστο, τὸ ἁγνό, τὸ πλάνο καὶ θύμιζαν τὴ θάλασσα τοῦ νησιοῦ του, ποὺ τόσο νοστάλγησε στὰ λίγα χρόνια ποὺ ἔζησε στὸν κόσμο, σὰν ἐφημεριδοπώλης, καπνοπώλης, ἠθοποιὸς καὶ πρὸ παντὸς σὰν ποιητής καὶ σπάνιος φίλος». 4

Ο Αλιθέρσης, ασκώντας κριτική στην ποίηση του Σαντορινιού, λέγει πως ανήκει σ’’ εκείνους τους ποιητές -όπως τους χαρακτηρίζει ο Μποντλέρ- τους ατελείς, αφού του λείπει η επιλογή (η οποία προϋποθέτει αυστηρή κρίση), και η επιστήμη της τεχνικής και διέπεται από μια ατέλεια του ύφους και μια στιχουργική ακαταστασία, ενώ κυρίαρχο στοιχείο είναι το αίσθημα που τον παρασέρνει συνεχώς. Από την άλλη μεριά όμως, στην ποίησή του βρίσκουμε στίχους λαμπρούς και στροφές άρτιες, αλλά τόσο το μικρό της ηλικίας του και η απειρία, όσο και το έλλειμμα της μόρφωσής του, 5 δεν θα του επιτρέψουν να εξελιχθεί και να αποκτήσει ως ποιητής την εποχή της δικής του ωριμότητας.

Η κρυφή αρετή των ποιημάτων του είναι η υπόσχεση για το μέλλον. Ένα μέλλον που δεν θα έρθει όμως ποτέ, λόγω του πρόωρου θανάτου. Μπορεί κανείς να διακρίνει στον Σαντορινιό -πάντα κατά τον Αλιθέρση- τα στοιχεία α.- της επαναστατικότητας, β.- της ρομαντικής μελαγχολίας και γ.- της φυσιολατρίας. Επιρροές φαίνεται να έχει δεχθεί από τον Καβάφη, τον Παλαμά, τον Μαλακάση και τον Νιρβάνα. 6 Και εν πάση περιπτώσει, αυτό που μπορεί κανείς να προσμετρήσει στον Σαντορινιό, χωρίς καμιά αμφιβολία, είναι πως πρόκειται για ποιητή, του οποίου το έργο ξεχειλίζει από εντιμότητα και αυθεντικότητα. 7 Ένα γνήσιο ταλέντο της ελληνικής ποίησης λοιπόν, που δεν θα προλάβει να βιώσει την ολοκλήρωσή του. Αυτός είναι ο Νίκος Σαντορινιός κοντολογίς.

Ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης, ο οποίος θα ασχοληθεί με φιλολογικές μελέτες και μεταφράσεις κυρίως, είναι εκείνος που θα σχηματίσει μια φιλολογική συντροφιά, τους «Απουάνους», με διακριτικό τους γνώρισμα έναν ιδιότυπο μποεμισμό και στην οποία, εκτός από τον Νίκο Σαντορινιό, συμμετέχουν ο Β. Αθανασόπουλος, ο Πέτρος Αλήτης, ο Γ.Π. Δημάκος, ο Αλέξανδρος Κάσδαγλης, η Έφη Λαγοπούλου, ο Αντ. Μάρταλης, ο βιβλιοπώλης Παναγιώτης Καρνέσης και ο Λουκάς Χριστοφίδης από την Κύπρο, που ζει στο Κάιρο. 8

Κατά τους Δ. Δασκαλόπουλο και Μ. Στασινοπούλου συμμετέχει επίσης ο Σακελλάρης Γιαννακάκης, η δε ομάδα συγκροτείται μάλλον το 1915 και διαλύεται περίπου το 1920, 9 ενώ κατά τον Μ. Γιαλουράκη ιδρύεται το 1917. 10 Κατά τον Γ. Βρισιμιτζάκη, διαλύεται το 1915-16. 11 Συμμετέχει επίσης κατά καιρούς ο δημοσιογράφος Αριστοτέλης Σεβαστόπουλος και ο ζωγράφος Ν. Γώγος, 12 κι ακόμη ο Στέφανος Πάργας (Νίκος Ζελίτας). 13
Ένας Ιταλός ζωγράφος, χαράκτης και συγγραφέας, ο Lorenzo Viani (1882-1936), ενταγμένος στον διεθνή αναρχοσοσιαλισμό, ο οποίος άλλο δεν κάνει από το να προπαγανδίζει την τέχνη των φτωχών και των επαναστατών, θα περάσει για μικρό χρονικό διάστημα από την Αλεξάνδρεια, λίγο πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και θα γνωριστεί με τους «Απουάνους».

Ο Ατανάζιο Κατράρο, Ιταλός δημοσιογράφος και γνώριμος του Καβάφη, 14 περιγράφοντας την επιστροφή του Viani στο Viareggio της Ιταλίας, σε σχέση και με τη γνωριμία του με τους «Απουάνους», αναφέρει: «ἄφησε πίσω του στὴν ἡλιόλουστη αἰγυπτιακὴ ἀκρογιαλιά, μιά μικροσκοπική ὁμάδα ἀπὸ Ἕλληνες στιχουργούς […] Τὰ πρωτεία στὴν ὁμάδα τὰ εἶχαν ἕνας φιλάσθενος καὶ συμπαθητικός τύπος, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν φωνάζουν ‘Ἀλήτη’, κι ἕνας ἄλλος μὲ τὸ ἐπώνυμο ‘Σαντορινιός’.

Ὁ τελευταῖος δὲν ἦταν λιγότερο συμπαθητικός ἀπὸ τὸν σύντροφό του ‘Ἀλήτη’: ἔτρεχε κάθε μέρα ἀπὸ τὸν ἕνα δρόμο στὸν ἄλλο, ἀπὸ τὸ ἕνα μέγαρο στ’ ἄλλο κι ἀνέβαινε λαχανιάζοντας τὶς σκάλες ὡς τὸ τρίτο ἢ τὸ τέταρτο πάτωμα, γιὰ νὰ πουλήσει στὶς ἑλληνικὲς οἰκογένειες τὶς ἐφημερίδες ποὺ μόλις εἶχαν φτάσει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Κατάφερνε ἔτσι νὰ ἐξοικονομεῖ τὰ λεφτά γιὰ τὰ λιτά γεύματά του. Οἱ στίχοι του, ὅπως καὶ τοῦ ‘Ἀλήτη’, ἔβρισκαν μερικὲς φορὲς φιλοξενία σὲ καμιά τοπική ἐφημερίδα. Ἡ φυματίωση σκότωσε τὸν ‘Ἀλήτη’, ὅταν ἦταν ἀκόμα νέος. Ὁ Σαντορινιός, μὲ τὴ σειρά του, χάθηκε κ αὐτὸς ξαφνικά, χτυπημένος, νομίζω, ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ συντρόφου του, ἕνα κακό, ποὺ ἡ φτώχια καὶ ἡ ἀσωτία τὸ κάνουν ἀθεράπευτο». 15

Για τον όρο «Απουάνος» (και για τον Γ. Βρισιμιτζάκη), ο Τίμος Μαλάνος θα δώσει την ακόλουθη ερμηνεία στον Ι.Μ. Χατζηφώτη το 1966: «Ὁ ὅρος Ἀπουάνος εἶναι δημιούργημα τοῦ ἀνήσυχου καὶ κομπλεξικοῦ πνεύματος τοῦ Γ. Βρισιμιτζάκη καὶ ἐκφράζει μία φιλοσοφία ζωῆς. Ἀπουάνος μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ καθένας μας. Ἀρκεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ διαπιστώνει τὴ ζωή στὴν πληρέστερή της ἐκδήλωση, χωρὶς μυστικιστικούς φόβους, χωρὶς προλήψεις, καὶ προπαντός μὲ χαρά.

Ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, συνείδηση τῆς βιοθεωρίας αὐτῆς πῆρε συναναστρεφόμενος μία καλλιτεχνική παρέα τοῦ πρὸ τοῦ 1914 Βιαρέτζιο, πού, ἐκείνη τὴν ἐποχή, εἶχε ἐπικεφαλῆς τὸν ζωγράφο καὶ σπουδαῖο χαράκτη Λορέντζο Βιάνι. Εὕρισκε ὁ Βρισιμιτζάκης στὸν παγανιστικό κι ἐλεύθερο τρόπο ποὺ χαίρονταν τὰ βιώματά τους οἱ Ἰταλοὶ φίλοι του, ἕνα ἰδεῶδες γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὸ ἰδεῶδες αὐτό, φυσικά, δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πάει ὡς τὴν Τοσκάνη γιὰ νὰ τὸ συλλάβει. Δὲν εἶχε παρὰ ν’’ ἀτενίσει τὴ ζωή τῶν τότε Ἀλεξανδρινῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ εἶχε ἀνακαλύψει. Ἀλλὰ προτίμησε νὰ τοποθετήσει, ἀπὸ πρωτοτυπία κι ἐπιβλητικότητα, τὴν ἀποκάλυψη τῆς ‘Ἀλήθειας’ του στὸ ὡραῖο πράγματι περιβάλλον τῆς Τοσκάνης, ὅπου συχνά πήγαινε, καὶ ὅπου τὸν ἀποκαλοῦσαν ‘ὁ Ἕλληνας φιλόσοφος’. Κατά βάθος, εἰσάγοντας αὐτὸν τὸν πολὺ λίγο πρωτότυπο τρόπο ζωῆς στὴν Ἀλεξάνδρεια, κι ἀναλαμβάνοντας τὸ κήρυγμά του μεταξὺ τῶν νεαρῶν διανοουμένων ὁ Βρισιμιτζάκης, ἔδινε πρωτίστως τὴ λύτρωση σ’ ἕνα δικό του ἄγχος, σ’ ἕνα προσωπικό του πρόβλημα». 16

Οι συνευρέσεις καθώς και οι εμφανίσεις των «Απουάνων», αποτελούν μια «ιεροτελεστία», με κυρίαρχο το στοιχείο του εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης, την οποία επιδιώκουν κάθε φορά να καταπλήξουν με τα δρώμενά τους. Αγαπημένη πλατεία των συγκεντρώσεών τους είναι μια πλατειούλα, η πλατεία των Σύρων στο συνοικισμό Ατταρίν, την οποία, μάλιστα, θα «μετονομάσουν» σε «πλατεία της ʼπουας», όπου συγκεντρώνονται, συνήθως, κάθε Κυριακή, αλλά και όχι μόνο. Προηγουμένως, όμως, προηγείται «πορεία» προς την πλατεία, στη διάρκεια της οποίας φωνάζουν διάφορα συνθήματα, όπως «Βίβα λ’ ΄Απουα’», «Αίμα και σάρκα», «Κάτω οι δασκαλισμοί». Ακολουθεί επίσκεψη σε ταβέρνα με ποτό και συζήτηση για την τέχνη ή άλλες φορές βόλτα στους δρόμους της πόλης με αγαπημένα τραγούδια. Την ταβέρνα που συνηθίζουν στην οδό Αναστάση, θα «βαφτίσει» ο Βρισιμιτζάκης ταβέρνα «Τσαμπουρλί-νι». Το συνηθισμένο τους μενού είναι μακαρονάδα με αχιβάδες και κρασί Κιάντι. 17

Γι’’ αυτή την μακαρονάδα και τους «Απουάνους» υπάρχει ένα στιγμιότυπο με τον Καβάφη, ο οποίος φαίνεται να κολακεύεται από την εκ μέρους τους υπεράσπιση της ποίησής του, ακόμη και να συναντιέται μαζί τους, αλλά θα αποφύγει την μακαρονάδα κάποια φορά που είναι καλεσμένος τους. Το στιγμιότυπο αυτό το περιγράφει ο Τίμος Μαλάνος: «Πῆγα μιά μέρα στῆς Λαλαούνη, μοῦ ἔγραφε πρὸ καιροῦ ὁ Καϊρινὸς φίλος καὶ λόγιος Θέμης Ματσάκης. Βρῆκα ἐκεῖ τὸν Καβάφη κι ἕναν κάποιο ἐκπαιδευτικό […] Κάποια στιγμή ἀνάπαυλας, ἡ Λαλαούνη τοῦ λέει: Τέλος πάντων, κύριε Καβάφη, πολὺς κόσμος δὲν μπορεῖ ἀκόμη νὰ χωνέψει τὴν ἐπίσκεψή σου στοὺς Ἀπουάνους. Καὶ ἀπαντᾶ ὁ Καβάφης: Νὰ σὲ εἰπῶ Ἀλεξάνδρα, ὅταν κάποτε παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου καὶ μὲ πεῖ: Ἠμάρτησες Καβάφη πηγαίνοντας στοὺς Ἀπουάνους, θὰ τὸν εἰπῶ: Ναὶ Ὕψιστε, πλὴν ὅμως ἔχω καὶ ἐλαφρυντικά: ΔΕΝ ΕΔΟΚΙΜΑΣΑ ΤΗΝ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΤΟΥΣ!» 18

Σημειώσεις
1. Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σσ. 37-38.
-Γιαλουράκης Μανώλης, «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων στην Αίγυπτο», Αλεξάνδρεια, 1962, σσ. 46-47.
-Χατζηφώτης Ι.Μ., «Δωδεκανήσιοι συγγραφείς στην Αλεξάνδρεια και Αίγυπτο», στα Δωδεκανησιακά Χρονικά, τ. Β΄ – 1973, εκδ. Σ.Γ.Τ.Δ., Αθήνα, 1974, σσ. 289-304.
2. Αλιθέρσης Γλ., «Νίκος Σαντορινιός», Λεμεσός, 1965, σ. 4.
3 Βρισιμιτζάκης Γ., «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη», πρόλογος και φιλ. επιμ. Γ. Σαββίδη Γ. Π. , εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1985, δεύτερη έκδοση, σσ. 78-81.
4. Σαρεγιάννης Ι. Α., «Το πιο τίμιο – την μορφή του», (1944), στον επίσημο δικτυακό τόπο του Αρχείου Καβάφη http://www.kavafis.gr/, (12.12. 2011).
5. Θα καταφέρει να φτάσει μέχρι τη β΄ τάξη του σχολαρχείου (Σύμη, Πειραιά, Αλεξάνδρεια), ενώ θα χάσει τον πατέρα του στα δώδεκά του χρόνια (Αλιθέρσης Γλ., ό.π., σ. 14).
6. Αλιθέρσης Γλ., ό.π., σσ. 10-13.
7 Τσαρνά-Κόχυλα Η., «Νησιώτες ποιητές και πνευματικός περίγυρος στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 20ού αιώνα», στο περιοδικό Λόγου και Τέχνης Νησίδες, τε. 1, Ρόδος, 2009, σσ. 38-39.
8. Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σ. 38.
-Χατζηφώτης Ι.Μ., «Αλεξάνδρεια Οι δύο αιώνες του νεώτερου ελληνισμού 19ος – 20ός αιών», εκδ. Publica-tions, Αθήνα, 1999, σ. 136.
-Δασκαλόπουλος Δ., Στασινοπούλου Μ., «Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002, σ. 85.
9. Δασκαλόπουλος Δ., Στασινοπούλου Μ., ό.π., σ. 85.
10. Γιαλουράκης Εμμανουήλ, «Η Αίγυπτος των Ελλήνων Συνοπτική ιστορία του Ελληνισμού της Αιγύπτου», πρόλογος Σουλογιάννης Ευθ., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2006, δεύτερη έκδοση, σ. 685.
11. Βρισιμιτζάκης Γ., «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1985, σ. κη΄.
12. Καβάφη Κ.Π., «153+1 ποιήματα Καβάφης – Καβαφική ποίηση και Απουάνοι», εισαγωγή-επιμέλεια, Καρμάτζος Π., εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2004, σ. 14.

13. Τσαρνά-Κόχυλα Ηρώ, ό.π., σσ. 28-41.
14. Ο Κατράρο όπως και ο Βρετανός Φόρστερ, είναι οι δύο Ευρωπαίοι διανοούμενοι που φρόντισαν και κοπίασαν πολύ για την αναγνώριση του Καβάφη εκτός ελληνικών συνόρων.
15. Κατράρο Ατανάζιο, «Ο φίλος μου ο Καβάφης», μτφ. Ράλλη Αρ., εκδ. ΄Ικαρος, Αθήνα, 1970, σσ. 72-74.
16 .Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σσ. 81-82.
17. Καβάφης Κ.Π., «153+1 ποιήματα Καβάφης – Καβαφική ποίηση και Απουάνοι», Καρμάτζος Π., (εισαγωγή-επιμέλεια), εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2004, σσ. 14-15, 20.
18. Μαλάνος Τ., «Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού – αυτοβιογραφικές, φιλολογικές, κοινωνικές», εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήναι, 1971, σσ. 190-192 [πρβ. Καβάφης Κ.Π., ό.π., σσ. 16, 21].

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Ροδιακή» ως μέρος του Κεφαλαίου 17 με τίτλο «Καβάφης και σύγχρονοί του Αιγυπτιώτες Δωδεκανήσιοι» του βιβλίου του Κώστα Ε. Σκανδαλίδη, «Κωνσταντίνος Π. Καβάφης και Δωδεκανήσιοι στην Αίγυπτο των Ελλήνων». Η εφημερίδα δημοσίευσε σε συνέχειες αποσπάσματα από το Κεφάλαιο 17. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Μέρος 9o με τίτλο «Νίκος Σαντορινιός και Απουάνοι» στις 21/3/2014 και ηλεκτρονικά βρίσκεται εδώ: http://www.rodiaki.gr/article/274084/o-kwnstantinos-p-kabafhs-kai-oi-dwdekanhsioi-ths-aigyptoy#ixzz3CXxrGbRS

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
Vagabond Press
$20.00

Poems of Mijail Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
(Americas Series 2)
Translated from Spanish by Mario Licón Cabrera.
Introduction by Gustavo Osorio

This second collection in Vagabond’s Americas Series presents a unique trío of voices from contemporary Mexico giving English-language readers a taste of the vibrancy of Mexican poetry after Octavio Paz. Gathering together translations by Mario Licón Cabrera from Mijail Lamas’s Countersummer, Mario Bojórquez’s To Speak Shadows and Alí Calderón’s The Correspondences, this is an essential introduction to twenty-first century Mexican poetry.

“The poems from Countersummer seem to be built around one scene: the poet, far away from his native city, writes about his links with the past – childhood, family, those streets in sepia … a cycle of poems about the difficulties of nostalgia, that, in the motive of heat, condenses a lyrical examination of an inner world.”

Geney Beltrán (La gaceta, México)

“In Mario Bojórquez the immateriality of the symbol becomes tangible, the rhythm is charged with spirituality like a flame suspended over the mouth of time, his chants comes and goes from Nature to Men. The poet of To Speak Shadows uses his own flesh to raise this offering to the highest dream.”

Luis David Palacios (Andraval, México)

“Alí Calderón, breaks frequently with language and syntax, especially in his poems of love and lack of love, but he keeps in mind that this work of destruction doesn’t stop his writing to become an arrow that pierces the readers’ heart. In his notable love poems there’s the sadness that diminishes, the pain that tears apart or brakes, the humiliation of failure, the defeat that at the end of the day is the only thing worthwhile. The Correspondences is a book of splendid maturity”

Marco Antonio Campos (Visor Libros, España)

Mijail Lamas (Culiacán, Sinaloa. 1979) Poet, translator and literary critic. He has published three collections of poetry. In 2012 he was awarded the Clemencia Isaura Poetry Prize for his book Trevas (Canción del navegante de sí mismo). He is considered amongst one of the most relevant forty young poets writing in Spanish today. He was the Senior editor of The Río Grande Review, University of El Paso, Texas, and is one of the editors of Círculo de Poesía. His poetry has been translated into several languages and included in many anthologies, both national and word wide. The poems included here are from his book Contraverano / Countersummer, published by Fondo Eitorial Tierrra Adentro, México, in 2007.

Mario Bojórquez (Los Mochis, Sinaloa, 1968). Poet, essayist and translator. Studied Hispanic Language and Literature at UNAM. He has published eight collections of poetry, amongst them Hablar Sombras (2013) and Memorial de Ayotzinapa (2016) and Aquí todo es memoria, 25 Years of Poetry, (anthology 2016). He has been awarded the most prestigious poetry prizes such as the Abigael Bohórquez Poetry Prize (1996), the National Poetry Prize Aguascalientes (2007), the National Prize for Literary Essay José Revueltas (2010), the Alhambra Prize for American Poetry (2012), the Distinction Prince and Poet Tecayehuatzin de Huexotzinco (2012) and The Ignacio Rodríguez Galván Medal (2015). Since 2007 is part of the Sistema Nacional de Creadores de Arte. He is the editor of the online literary magazine http://www.circulodepoesia.com, and director, together with poet Alí Calderón, of the Valparaíso México Series, and The International Poetry Festival CDMX. The poems included here are from the collection Hablar Sombras / To Speak Shadows, first published in 2013 by Andraval Ediciones, México.

Alí Calderón (México City 1982) poet and literary critic. He completed a Doctorate in Literature at UNAM. He received the National Poetry Prize Ramón López Velarde and the Latin American Poetry Prize Benemérito de América. In 2015 VISOR (Spain) published his most recent poetry collection LAS CORRESPONDECIAS / THE CORRESPONDENCES, from which the poems included here are taken. He’s the director of the online magazine Círculo de Poesía and co-director of Valparaiso México Press and the International Poetry Festival CDMX. Editor of Poéticas Revista de Estudios Literarios published by universities from Europe, USA and Latin America. He’s a member of the Sistema Nacional de Investigadores. His most recent books of literary essays are: Del poema al transtexto Essays on how to read Mexican poetry, Colombia, 2015) and Reinventando el Lirismo (Spain, 2015, México, 2016).

Gustavo Osorio (Puebla, México, 1986) completed a BA in Linguistics and Hispanic Literature (2011) and a Masters in Mexican Literature (2014) at the BUAP, receiving a Cum Laude mention in both. He is currently working on a PhD in Hispanic American Literature. He was awarded the Philosophy and Letters Prize for Poetry in 2008. In 2012 he published Bonapartes, his first collection of poems and in 2015 Reinventar el Lirismo, a book of essays on poetics (together with Alí Calderón). He has translated poetry from French and English into Spanish, more recently Almuerzo con Pancho Villa by Paul Mudoon published by Valparaiso. He is part of the editing board of the French-Marrocan poetry magazine Electon Libre and the academic magazine Poeticas.

Mario Licón Cabrera (Chihuahua, México, 1949) is a poet and translator. He has published four collections of poetry including Yuxtas (Back&Forth), a bilingual edition with the support of Australian Council for the Arts in 2009. He has translated many Australian leading poets into Spanish amongst them Dorothy Porter, Judith Beveridge, Peter Boyle, Ali Cobby Eckerman, Robert Adamson, Michelle Cahill and many more. He is a regular contributor for two Mexican magazines (DosFilos and Círculo de Poesía) as well as for the Australian online magazine Mascara Literary Review. He won the Premio de Poesia Trilce (Australia, 2015). Lives in Sydney.

Poems of MijaIl Lamas, Mario Bojórquez & Alí Calderón
(The Americas Poetry Series 2)
Translated from Spanish by Mario Licón Cabrera.
Introduction by Gustavo Osorio.
February 2017. 118pp. 190mm x 120mm. ISBN 978-1-922181-97-8

Ο “αποκαλυπτικός” υπερρεαλισμός του Ζ. Δ. Αϊναλή

Δήμος Χλωπτσιούδης*

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος
ISBN:978-960-04-4801-6

Ο Ζήσης Αϊναλής είναι ένας ακούραστος καλλιεργητής στη νήσο της ποίησης. Φροντίζει το έδαφος των ελληνικών γραμμάτων δοκιμάζοντας κάθε φορά νέες ποικιλίες που δημιουργούν υβριδικά είδη, πρωτότυπα και ριζοσπαστικά. Αποτελεί μία άοκνη μορφή της νεότερης λογοτεχνικής γενιάς με διαρκή παρουσία μέσα από μεταφράσεις και προσωπικές ποιητικές συλλογές.

Μετά τη «σιωπή της Σίβας» (vakxikon, 2016, α΄ 2011), όπου αξιοποιούσε τη θρησκευτική παράδοση και τον εκφραστικό πλούτο που εκείνη παρέδωσε μέσα από τους αιώνες στη λαϊκή κουλτούρα, κυκλοφόρησε πρόσφατα μία νέα συλλογή («τα παραμύθια της έρημος», Κέδρος, 2017) που συνδέει τη βιβλική παράδοση με τη μεταμοντέρνα ποιητική γραμματεία. Υιοθετώντας το αποκαλυπτικό ύφος ο πρωτοενικός αφηγητής περιηγείται στο χώρο του ονείρου και του εφιάλτη.

Τον αποκαλυπτικό πρωτοενικό αφηγητή είχε ήδη εισηγηθεί από νωρίς ο Διονύσιος Σολωμός. Στο δρόμο αυτό οδεύει και ο Αϊναλής συνθέτοντας τη διαθηκολογική λογοτεχνία με τις σύγχρονες αναζητήσεις και τον υπερρεαλισμό. Ας μην παραβλέπουμε πως η εκκλησιαστική παράδοση τροφοδότησε τη λαϊκή τέχνη και κουλτούρα με πλήθος συμβόλων -εύληπτων στο πέρασμα των αιώνων- και με έτοιμο συναισθηματικό βάρος.

Ο δημιουργός ασπάζεται μία υπερρεαλιστική γραφή που θυμίζει με τον εκφραστικό ριζοσπαστισμό της τους πρωτοπόρους της τάσης. Επιστρατεύει τη σουρεαλιστική μεταγλώσσα ως μέσο αντιμετώπισης του παραλογισμού του ρεαλισμού. Η χειμαρρώδης συνειρμικότητά της μεταφέρει το κοινό του υβριδικού ποιητικού κειμένου στον κόσμο του ά-λογου. Με βάση την πρωτοενική μίμηση του αφηγηματικού υποκειμένου ο Αϊναλής μας ταξιδεύει στη χώρα του ονείρου.

Από τις σελίδες του υβριδικού ποιητικού έργου αναδύεται μία πλούσια ποιητική ειρωνεία. Εκτός από την φόρμα ο Αϊναλής αξιοποιήσει στο έπακρο τη μίμηση με τον πρωταγωνιστή αφηγητή και την ανοικείωση. Και το πρωτοενικό υποκείμενο, κατά το διαθηκολογικό πρότυπο, ενισχύει την παραστατικότητα μέσα στο σουρεαλιστικό πλέγμα. Ταυτόχρονα, η παρουσία του δευτεροενικού προσώπου προσδίδει μία σκηνική διάσταση.

Η υπερρεαλιστική ειρωνεία συντίθεται με την ελεύθερη γλώσσα και την πρόκληση με λέξεις και εικόνες οικείες έως αγοραίες σε μία πρόζα που διεγείρει τις αισθήσεις και τοξεύει εύστοχα το συναίσθημα στην καρδιά του κοινού. Το ερωτικό στοιχείο και η λάγνα προκλητικότητα συνυπάρχουν με ρηξικέλευθες μεταφορές που συγκλονίζουν. Εικόνες από τη φύση αναπλάθονται με τα σουρεαλιστικά πινέλα του Αϊναλή μέσα στην αποκαλυπτική μίμηση.

Εγκαταλείποντας τη μικροαστική γλωσσική ευπρέπεια και την πολιτική ευγένεια “επιτίθεται” στη λογική του ακροατή/αναγνώστη. Υπερρεαλιστικής λογικής μεταφορές, παρομοιώσεις και προσωποποιήσεις δημιουργούν μία ρευστή εικονοποιία που φέρνει το υποσυνείδητο και το ά-λογο στο προσκήνιο.

Σε έναν κόσμο γεμάτο ακατανόητες εικόνες και παράλογη συμπεριφορά, ο Αϊναλής απαντά με τον αποκαλυπτικό σουρεαλισμό. Πλήθος εικόνων και ατομικών ή κοινωνικών στάσεων/συμπεριφορών ξεπηδούν από τα ά-λογα πεζοποιήματά του. Η ταχύτατη εναλλαγή εικόνων, άλλωστε, με τη συχνή αλλαγή μικροπερίοδου λόγου και μακροσκελών περιόδων ενισχύουν τη χειμαρρώδη ροή.

*Αναδημοσίευση από το https://tovivlio.net

Κατερίνα Γώγου: “Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία”-Προσεγγίσεις στη ζωη και το έργο της (προδημοσίευση)

Χρήστος Μαυρής*

Αντιμετώπισε αδιαμαρτύρητα την απαξίωσή-της!
Η Κατερίνα Γώγου, ως ποιήτρια, βίωνε καθημερινα την απαξίωση. Εννοω πως οι ομότεχνοί-της αντιμετώπιζαν την ποίησή-της με υποτιμητικη ματια, σε αντίθεση με μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων αναγνωστων που αναζητούσαν και αναζητούν συνεχως τα βιβλία-της για να διαβάσουν την ποίησή-της. Και όπως έχει αποδειχθει, οι ανέκαθεν εξοργισμένοι και επαναστατημένοι αναγνώστες έχουν σημαία-τους την ποίηση της Κ. Γώγου, οι δε διαρκως καταφρονημένοι και πονεμένοι άνθρωποι την έχουν, μπορω να ισχυριστω, για γιατρικο και βάλσαμό-τους, γιατι τους προσφέρει ίσως την ψυχικη γιατρεια αλλα και την απαραίτητη ψυχικη ανάταση που χρειάζονται όταν τους βρίσκουν, υποθέτω, δύσκολες στιγμες.
Μεθοδευμένη απαξίωση που η Κ. Γώγου την εισέπραττε με στωικότητα και αδιαμαρτύρητα, ίσως γιατι και η ίδια δεν είχε πιστέψει κατα βάθος στον εαυτο-της και ούτε είχε αντιληφθει την αξία της ποίησής-της και γενικα των γραπτων κειμένων-της.
`
«Εγώ, η Κατερίνα
χωρις ιδιοτέλεια γράφω αυτα.
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας
και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερα πέρασα
χωρις να μ’ ακουμπήσουνε, χωρις να τ΄ ακουμπήσω»
(Νόστος)
`
Και αυτη η απαξίωση προερχόταν πρώτα και κύρια απο τη δικη-της συντεχνία. Δηλαδη απο την ποιητικη γενια που ανήκε ηλικιακα και ιδεολογικα, που δεν ήταν άλλη ασφαλως από τη λεγόμενη ΄΄Γενια του 1970΄΄ ή, όπως αλλιως έχει ονομασθει, ΄΄Γενια της αμφισβήτησης΄΄.

Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο ποιητης Νάνος Βαλαωρίτης στο ντοκιμαντερ ΄΄Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου΄΄, του Αντώνη Μποσκοϊτη, κάποιες ποιήτριες της εποχης-της «δεν την χώνευαν» γιατι «θεωρούσαν χυδαίο το λόγο-της»!

Υπήρξαν, ακόμη, και σημαντικοι ανθολόγοι, με αξιόλογοι προσφορα στα ελληνικα γράμματα, που είχαν περίπου την ίδια πάνω κάτω ηλικία με την ποιήτρια αλλα, όταν ετοίμασαν και εκδώσανε τις ανθολογίες για τους ποιητες της δικης-τους γενιας, δεν καταδέχθηκαν ν’ ανθολογήσουν ούτε ένα στίχο απο την «χυδαία» ποίηση της Κ. Γώγου! Της ποιήτριας που, όπως διαπιστώνω σήμερα, υπήρξε, φύσει και θέσει, το άτομο με το εντονότερο αμφισβητησιακο πνεύμα, απ’ όλους τους ποιητες της γενιας του 1970!

Αυτη η παράλειψη οφείλεται μάλλον στην άγνοια που είχαν οι συγκεκριμένοι ανθολόγοι για την αξία της ποίησής-της και όχι σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, τα πρώτα χρόνια της παρουσίας-της στα ελληνικα γράμματα, πολλοι είναι οι επαΐοντες που πίστευαν πως η Κ. Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελη, ακατέργαστη και γενικα ανάξια για διάβασμα ποίηση. Μια ποίηση που την έγραφε στο πόδι, όπως νόμιζαν, για να εκφράσει κυρίως την οργη και την αγανάκτησή-της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνικη κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλα ιδανικα της ποιητικης τέχνης.

Όμως παγερά αδιάφορη απέναντι στην ποίησή-της στάθηκε και η κριτικη. Γιατι, η ποιήτρια Κ. Γώγου, παρα την αποδοχη-της από μεγάλη μερίδα του αναγνωστικου κοινου, κριτικα εξακολουθει να παραμένει αδικαίωτη και ατεκμηρίωτη, εφόσον μέχρι σήμερα είναι ελάχιστες οι απόπειρες που έχουν γίνει για μία σοβαρη κριτικη θεώρηση όλου του έργου-της.

Η Κατερίνα Γώγου όμως, διέψευσε με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδη με τη δουλεια-της, όλα αυτα τα άτομα που στάθηκαν με απαξίωση απέναντι στην ίδια και στην ποίησής-της γιατι, στο σύντομο πέρασμά-της απο αυτη την αλλήθωρη ζωη, κατόρθωσε να δημιουργήσει ποίηση ανυπολόγιστης αξίας, που ξεχωρίζει τόσο σαν τέχνη όσο και σαν φωνη διαμαρτυρίας. Είναι, σίγουρα, ποίηση με ουσία και περιεχόμενο, που διακρίνεται για την αντοχη-της αλλα και για το ασύλληπτο πνευματικο βάθος-της. Γι΄ αυτο και το έδαφος της ποιητικης γραφης-της, αλλα και το υπέδαφός-της, είναι γεμάτα με ποιητικο πλούτο που σε οδηγουν άλλοτε στην ιστορία, την φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και άλλοτε στην φυτολογία, τη ζωολογία και την ανθρωπολογία.

Είναι, σε τελικη ανάλυση, μία αρκετα ενδιαφέρουσα ποίηση που σε οδηγει άλλοτε στο αστραφτερο φως και άλλοτε στο πυκνο σκοτάδι, άλλοτε στην ζωοδότρα χαρα και άλλοτε στην ψυχοφθόρα λύπη, άλλοτε στον θείο έρωτα και άλλοτε στον αδέκαστο θάνατο.

Μια πιο αποτελεσματικη διείσδυση στην βαθύτερη ουσία αυτης της ποίησης, που στο σύνολό-της μοιάζει σαν ένα ενιαίο, θα έλεγα εν εξελίξει και κυρίως χωρις οριστικο τέλος ποίημα, θα αποκαλύψει στον αναγνώστη λαμπρες κορυφώσεις αλλα και αδικαιολόγητα χάσματα, γεμάτα σκοτάδι και ανέκκλητο μυστήριο.

Σε αυτες τις λαμπρες κορυφώσεις της ποίησης της Κ. Γώγου ξεπροβάλλουν έντονα και κάποιοι αριστουργηματικοι στίχοι. Στίχοι ξεχωριστοι, αυθύπαρκτοι και αποφθεγματικοι, που μοιάζουν με τις φλέβες των μεγάλων ποταμιων που διέρχονται ανάμεσα στα ελληνικα βουνα, δίνοντας ζωντάνια στις πεδιάδες που διασχίζουν. Θέλω να πω πως κάνουν καταπράσινο το τοπίο απο εκει που κυλάνε τα κρύα νερα-τους, όπως καταπράσινο κάνουν τον κήπο της ελληνικης ποίησης κάποιοι στίχοι-της.

Επαναλαμβάνω όμως, πως το ποιητικο έργο της Κ. Γώγου, στο σύνολό-του, εκλαμβάνεται σαν ένα ενιαίο ποίημα που συνεχως εξελισσόταν. Δηλαδη παρουσιάζει μία οιονει συνέχεια, χωρις όμως να αποκτάει οριστικο τέλος. Θα έλεγα πως είναι σαν μια εισαγωγη στο απέραντο που δεν έχει ακόμη καταγραφει. Αυτο το αδιάρρηκτο δέσιμο όλου του έργου-της, εξάλλου, η ποιήτρια φρόντιζε να μας το υποδεικνύει σε κάθε συλλογη-της είτε τεχνοτροπικα, είτε θεματικα, είτε υφολογικα.

Επιπλέον, στην ποίηση της Κ. Γώγου, διαπιστώνω (θα έλεγα με μεγάλη ικανοποίηση) πως υπάρχει, και είναι έκδηλο, ένα μόνιμο ανθρωπιστικο υπόστρωμα, μέσα απο το οποίο εκπηγάζει και μία αχτίδα φωτος, έστω αμυδρη, αλλα, ταυτόχρονα, ξεμυτίζει και μία αχτίδα ελπίδας, πλανερη κατα την άποψή-μου, για ένα καλύτερο αύριο ή για ένα καλύτερο κόσμο.

Με αυτα τα δεδομένα, σίγουρα, η ποίησή-της είναι ανθρώπινη, στην ανώτατη έννοια του όρου, εφόσον στο επίκεντρό-της είναι πάντοτε ο άνθρωπος, με όλες τις εκφάνσεις της ζωης αλλα και του θανάτου-του.

Η Κ. Γώγου όμως, σε ότι αφορα τα ανθρωπιστικα στοιχεία με τα οποία διαπότισε την ποίησή-της, παρουσιάζεται ως μία αφοσιωμένη μαθήτρια που έκανε βίωμα τις υποθήκες και τις προτροπες ενος απο τους σημαντικότερους διανοούμενους του περασμένου αιώνα. Αναφέρομαι στον Άγγλο αναρχικο συγγραφέα Τζωρζ Όργουελ, τον οποίο φαίνεται πως είχε ως πρότυπό-της ή, καλύτερα, δάσκαλο και οδηγο-της.

Από τον Τζωρτζ Όργουελ, αυτον τον ουμανιστη συγγραφέα, η Κ. Γώγου αφομοίωσε και το σπουδαίο απόφθεγμά-του που λέει «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος, όχι ζωντανος». Απόφθεγμα το οποίο, απέσπασε απο το εμβληματικο μυθιστόρημά-του που τιτλοφορείται 1984 και στη συνέχεια το εντείχισε, σαν μωσαϊκο, με ιδιαίτερη μαστορια θα έλεγα, στην ποίησή-της. Στην ενότητα ΄΄Μικρα πεζα για…», που περιλαμβάνεται στο τελευταίο βιβλίο-της που τιτλοφορείται Με λένε Οδύσσεια και το οποίο εκδόθηκε μετα τον θάνατό-της, θα γράψει:
`
«Δεν είμαι σοφη ούτε φιλόσοφη. Δεν ξέρω καν αν είμαι ηθοποιος ή ποιήτρια. Γι’ αυτο που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικο πάθος τον Άνθρωπο».
`
Και αλλου θα σημειώσει:
`
«…έμαθα που λες το μίσος
να το μετατρέπω, με αστραπιαίο αιφνιδιασμο, σε αγάπη
για οποιονδήποτε εννοούνε οι άνθρωποι εχθρο. Έμαθα
το σεβασμο».
`
Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, στις καλες στιγμες-της, είναι τέτοιας ποιότητας και τέτοιου μεγέθους που, χωρις υπερβολη, και δέκα διδακτορικες διατριβες να εκπονηθουν γι’ αυτη στη σειρα, δεν θα είναι ικανες, νομίζω, ν΄ αναλύσουν το εύρος των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε αλλα και να αποτιμήσουν σωστα την τέχνη με την οποία εμπλούτισε αυτη την ποίηση. Τέχνη, που ασφαλως ομορφαίνει αλλα και ανεβάζει το ποιοτικο επίπεδο της επαναστατημένης ποίησης και γενικα όλης της ελληνικης ποίησης.

Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, το γεγονος πως, η Κ. Γώγου, πίστευε πως η ποίηση είναι «δώρο θυσίας», για την ίδια αλλα και για τους υπόλοιπους ανθρώπους, με στόχο την ολοένα και περισσότερο καλυτέρευση του χαρακτήρα-τους και γενικα της ζωη-τους και όχι να την μετατρέπουμε σε μεταφορικο μέσο για να βγάζουμε περίπατο τον αρρωστημένο εγωισμο και τα απωθημένα-μας. Θα διερωτηθει:
`
«Τι θα γινόμουν άραγε, Θεε-μου
αν δεν μου’ χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;»
(Με λένε Οδύσσεια)
`
Στίχοι ασφαλως που μας παραπέμπουν κατευθείαν στον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον «ποιητη της αγάπης», όπως εύστοχα τον έχουν αποκαλέσει και συγκεκριμένα στους στίχους του «Αν δε μούδινες την ποίηση, Κύριε,/ δε θάχα τίποτε για να ζήσω», που περιλαμβάνονται στη συλλογη Ο χρόνος και το ποτάμι, που κυκλοφόρησε το 1957.

Δυστυχως, η σκληρη μοίρα-της, όπως και τόσων άλλων σπουδαίων ποιητριων, έμελλε να την οδηγήσει και να την κατατάξει στην «μοίρα των καταραμένων ποιητων», όπως προφητικα και με αρκετο πόνο είχε γράψει στο τελευταίο βιβλίο-της. Εγώ θα πρόσθετα πως κληρονόμησε και ακολούθησε μαρτυρικα την άδικη μοίρα των κατατρεγμένων και καταφρονημένων ποιητριων όλου του κόσμου, θυμίζοντας για την ώρα μόνο τις περιπτώσεις της Άννας Αχμάτοβα και της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, δύο απο τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ού αιώνα, που έζησαν τον κατατρεγμο, τον εξευτελισμο και την ταπείνωση στη Σοβιετική Ένωση, τα χρόνια της σταλινικης τυρανίας. Γιατι, αν αναλογισθούμε τη ζωη που ονειρευόταν η Κ. Γώγου, αλλα τελικα δεν αξιώθηκε να τη ζήσει, τη διαρκη καταδίωξη που υφίστατο καθως και τον τραγικο θάνατό-της, δεν μπορούμε ή, καλύτερα, δεν έχουμε δικαίωμα να την κατατάξουμε σε καμία άλλη κατηγορία παρα μόνο σε αυτη «των καταραμένων ποιητων».

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/36667/index.html

Για μια ανοικτή δημιουργική προσέγγιση της λογοτεχνίας ως γραφή και ως ανάγνωση

Του Κ.Σ.

Ο Φιλήμονας Πατσάκης στο δοκίμιο του «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Λογοτεχνία και αυτεξούσιο» επιχειρεί να πλεύσει μέσα στην περιπέτεια της γραφής, της ανάγνωσης και της ερμηνείας των λογοτεχνικών έργων, σ’ ένα ταξίδι που κινείτε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα και με μια ανοιχτότητα που αποστρέφει το βλέμμα της από κάθε κλειστή ερμηνεία. Που έρχεται σε ρήξη με κανόνες και «επιστημονικές» προσεγγίσεις που αξιώνουν εγκυρότητα λόγο του ρόλου τους και της θέσης τους στο στερέωμα του υπάρχοντος τρόπο σκέψης.

Όντας σε μια τέτοια πολεμική με τις μονοσήμαντες προσεγγίσεις που βασίζονται σε ακαδημαϊκού τύπου κανονικοποίησης της αισθητικής ή της ιδεολογικής της χρήσης, ο Πατσάκης προσπαθεί να αναδείξει την γραφή, την ανάγνωση αλλά και την ερμηνεία ως ανοικτές δυναμικές, δημιουργικές και πολυφωνικές διαδικασίες.

Ακριβώς σ’ αυτές τις πολύμορφες διαδικασίες είναι που εντοπίζει την ικανότητα κάποιων λογοτεχνικών έργων να αντέχουν στο χρόνο και να επιβιώνουν πέρα από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και τις προθέσεις του ίδιου τους, του συγγραφέα.

Σ’ αυτήν την προσέγγιση όπως θα δούμε παρακάτω μεγάλη σημασία έχει η αυτονομία όχι μόνο του έργου αλλά και των ίδιων των προσώπων που αναδύονται μέσα από αυτό, καθώς τα νοήματα, οι πράξεις και οι προθέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων είναι τα ίδια διακυβεύματα τις συνεχής διαδικασίας της ανάγνωσης.

Αναζητώντας λοιπών μια γενεαλογία της ίδιας της γραφής, χωρίς καμία αξίωση αντικειμενικότητας ή επιστημονισμού, ο συγγραφέας επιχειρεί μια περιοδιολόγηση της γραφής και της συγκρότησης της αφήγησης προσπαθώντας να αναδείξει την εμφάνιση αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία και πως αυτή η εμφάνιση συνδέθηκε με τις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία από τον ύστερο μεσαίωνα και την ανάδυση του καπιταλισμού.

Η παρούσα παρουσίαση του βιβλίου, δεν είναι παρά η περίληψη μιας δημιουργικής ανάγνωσης.
Η εμφάνιση της τυπογραφίας στα μέσα του 15ου αιώνα και η χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας έδωσε την υλική βάση για την εμφάνιση της λογοτεχνίας, δηλαδή την δυνατότητα ένα κείμενο να διαδοθεί τόσο πολύ διά μέσω του γραπτού και όχι του προφορικού λόγου και έδωσε έναν κομβικό ρόλο στον συγγραφέα. Είναι όμως η κομβικότητα που αποκτάει το άτομο και οι αγωνίες του μέσα στον αναδυόμενο καπιταλισμό που θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο για την εμφάνιση της λογοτεχνίας. Μια ατομικότητα που αναζητά την ρήξη με το προκαθορισμένο πεπρωμένο, που αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει από υπαρξιακές αγωνίες καθώς νιώθει όλο και πιο πολύ την αστάθεια ενός κόσμου που πλέον τίποτα δεν είναι δεδομένο και αιώνιο.

Το βιβλίο επικεντρώνεται σε κάποιους συγγραφείς και μερικές φορές μάλιστα σε κάποια συγκεκριμένα έργα τους. Χωρίς όμως να ξεχνάει να κάνει εκτενείς αναφορές στο ιστορικό πλαίσιο αλλά και την γενικότερη κίνηση των ιδεών των πολιτικών και των φιλοσοφικών ρευμάτων που έρχονται σε αλληλεπίδραση με τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο σκοπός δεν είναι να κάνει μια πλήρη παρουσίαση, μέσα από επιστημονικές μεθοδολογίες ή φιλολογικού τύπου αναλύσεις. Αλλά να εστιάσει σε εκείνα τα στοιχεία που ο θεωρεί ότι αναδεικνύουν την υπαρξιακή ένταση της λογοτεχνίας και των διαδικασιών που την συγκροτούν.

Ο Ραμπελέ με τα φαρσικά και μπουφονικά του στοιχεία θα αναδείξει το γέλιο και την σάτιρα ως την δύναμη της υπονόμευσης της εξουσίας. Τα έργα του διέπονται από την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και την σωματική διάσταση της ευτυχίας. «Ο άνθρωπος δεν γεννιέται αλλά γίνεται» θα φωνάξει ο Γαργαντούα, φέρνοντας μας μπροστά στην δυναμική των ίδιων των πράξεων μας που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Ο Ραμπελέ είναι ίσως από τους πρώτους που υπονομεύουν την προαιώνια ενοχή με την οποία μας έχει διαποτίσει ο χριστιανισμός.

Οι αναφορές του Πατσάκη στον Έρασμο, στον Μοντένιο, στον Μακιαβέλι, στον Χομπς, στον Τζον Λοκ, στον Καρτέσιο, τον Τόμας Μουρ και τόσους άλλους γίνονται ακριβώς για να δείξει την ένταση των ιδεών που έχουν έρθει στο προσκήνιο και πως διεκδικούν την θέση τους στην διαμόρφωση του κόσμου των ανθρώπων.

Όμως στην πραγματικότητα το βιβλίο ξεκινάει με μια από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα του τον «Δον Κιχώτη» και τον δημιουργό του τον Θερβάντες. Ξέροντας πολύ καλά ότι ο πρώτος κατάφερε να επισκιάσει τον δεύτερο, ο ήρωας ή μάλλον καλύτερα ο πρώτος αντί- ήρωας ο Δον Κιχώτης έχει σίγουρα μεγαλύτερη φήμη από τον δημιουργό του, το Θερβάντες.

Ο Δον Κιχώτης αυτός ο σιωπηλός πολυλογάς που περιπλανιέται μέσα στις ερημιές αρνούμενος να αποδεχθεί τον κόσμο όπως είναι. Θα σταθεί απέναντι στην εξουσία και την αδικία φτιάχνοντας τους δικούς του κόσμους που όμως τέμνονται και δίνουν τις δικές του ερμηνείες για τον υπαρκτό κόσμο. Ο Δον Κιχώτης δεν στέκεται απλά στις ερμηνείες του αλλά αναλαμβάνει δράση για να διορθώσει όσα θεωρεί λάθος με βάση αυτές. Συντρέχει τους αδύναμους και τους απροστάτευτους είτε έχουν δίκιο είτε άδικο, ακόμα και αν χρειάζεται να έρθει σε σύγκρουσή με την ίδια την βασιλική εξουσία, ακόμα και αν κινδυνέψει να λοιδορηθεί και κατατρεχθεί από αυτούς που βοήθησε. Η τρέλα του είναι μια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι σ’ ότι τον καταπνίγει, απέναντι στον ίδιο το θάνατο.

Επιλέγει όχι απλά να θέσει το ερώτημα του «γιατί;» αλλά να δώσει και την απάντηση του «γιατί όχι;» θέτοντας το ζήτημα όχι να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει.

Όμως και λογοτεχνικά ο Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη κάνει μεγάλες τομές που ακόμα είναι ζητούμενο για όσους επιχειρούν να μπουν στο ταξίδι της γραφής. Έπαιξε με τις μορφές, την εναλλαγή του αφηγητή, ανακάτεψε τις οπτικές γωνίες, έβαλε σε διάλογο το πραγματικό με το φανταστικό, έκανε πειράματα με τη γλώσσα και τον αφηγηματικό χρόνο, με κορυφαία στιγμή εκεί ο Δον Κιχώτης αναγνωρίζει το ίδιο του το βιβλίο μέσα στο τυπογραφείο. Οι δυο βασικοί του ήρωες, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο δεν είναι κάποιοι στατικοί χαρακτήρες αλλάζουν καθώς συζητούν και εμπλέκονται στις περιπέτειες τους.

Το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσται η ιστορία του Δον Κιχώτη είναι αυτό του λαού, οι χωριάτες, ο πανδοχέας οι μικροαπατεώνας.

Και αν το περιβάλλον που γράφει ο Θερβάντες είναι αυτό της παρακμής της Ισπανικής αυτοκρατορίας η Αγγλία στην εποχή του Σαίξπηρ είναι και αυτή σε μεγάλη ταραχή. Ο «Ελισαβετιανός συμβιβασμός» φέρνει κοντά την αστική και την φεουδαρχική τάξη, οι επιδημίες χολέρας, η οικονομική κρίση και οι λαϊκές εξεγέρσεις αφήνουν το δικό τους στίγμα. Μια ατμόσφαιρα ανησυχίας, απογοήτευσης και κυνισμού είναι διάχυτη.

Ο Σαίξπηρ αγαπάει από παιδί το θέατρο το οποίο από τους περιοδεύοντες θιάσους αρχίζει να απόκτα μόνιμες έδρες. Ο έμμετρος στοίχος δίνει την θέση του στον ανομοιοκατάληκτο ο οποίος δίνει περισσότερο περιθώριο στην ίδια την ερμηνεία. Οι ηθοποιοί αρχίζουν να εξερευνούν την προσωπικότητα των χαρακτήρων που υποδύονται. Περνάμε από τις μεσαιωνικές ηθικολογίες στο ιστορικό δράμα. Το θέατρο διατηρεί την λαϊκότητα του ως τέχνη και μ’ αυτό τον τρόπο επηρεάζει τις απόψεις που κυοφορούνται στην κοινωνία και εισπράττει την εχθρότητα της εξουσίας.

Η ελισαβετιανή τραγωδία που εμφανίζεται αυτή την εποχή διαφοροποιείται από τη αρχαία στο ότι η μοίρα του ήρωα πηγάζει προπαντός από τον ίδιο του τον χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα των αλλαγών της που επιβάλλονταν έξωθεν και άνωθεν όπως στην αρχαία τραγωδία, όπου τα πάντα εξελίσσονται γύρω από μια προεπιλεγμένη σύγκρουση.

Στον Σαίξπηρ οι χαρακτήρες αναπτύσσονται ποικιλόμορφα καθώς συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της μοίρας. Στα έργα του ο Σαίξπηρ βασίζεται πολύ στην δημιουργία στιγμών καθημερινότητας οι οποίες δομούν το τραγικό καθώς παράγουν ερωτήματα και αμφισημίες. Έχουμε να κάνουμε με ρευστές καταστάσεις στις οποίες μετέχει ο περίγυρος, οι σχέσεις των πολύπλευρων χαρακτήρων.

Ο Άμλετ στέκει ενεργά αποσβολωμένος από την καθοριστικότατα των στιγμών. Μην μην έχοντας βεβαιότητες, ξανοίγεται στο μοιραίο ταξίδι με πλήρη επίγνωση αλλά και απόγνωση. Ποίος είμαι;
«Να ζει κανείς ή να μην ζει». Κι όμως δεν είναι αυτή η κυρίαρχη απορία στον Άμλετ, το πραγματικά μεγαλειώδες ερώτημα που δεν εκστομίζεται πότε αλλά στοιχειώνει το έργο και από τότε τον άνθρωπο, είναι το πως ζεις. Η απάντηση σ’ αυτό δεν βρίσκεται πουθενά. Τα ερωτήματα τίθενται και οι απαντήσεις υπεκφεύγουν.

Το πλήθος των ερμηνειών του Άμλετ που παραθέτει ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο, όχι για να επικυρώσει την δικιά του ερμηνεία, αλλά για να δείξει την πολυσημαντότητα και την δυναμική τόσο του έργου όσο και της ερμηνευτικής του.

Ο Γκαίτε ζει την εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, ζει εργάζεται και σκέπτεται μέσα σ’ έναν κυκεώνα φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικών αλλαγών. Ο Καρτέσιος, ο Καντ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ο Χέγκελ κλπ είναι το φιλοσοφικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Γκαίτε προσπαθεί να αποδώσει με συναισθηματικούς όρους των φιλοσοφικό διάλογο της εποχής του.

Επηρεάζεται σημαντικά από τον Γιόχαν Χέρντερ, ο οποίος μέσα από την ασχολία του με την δημώδη ποίηση και την λαϊκή τέχνη εισάγει την θεωρία της τέχνης ως επικοινωνία. Το έργο τέχνης δεν έχει την αξία των ιδιοτήτων του αλλά είναι έκφραση ενός ανθρώπου. Για να επικοινωνήσει ο άνθρωπος χρησιμοποιεί λέξεις, όμως οι λέξεις δεν είναι δικά του επινοήματα, αλλά του έχουν κληροδοτηθεί δια μέσου ενός ρεύματος παραδοσιακών εικόνων, Μιλά για την γλώσσα και το έδαφος ως προσδιοριστικούς δεσμούς. Το έργο τέχνης σχετικοποιείται και αποβάλει έτσι την απρόσωπη χροιά και την εξάρτηση από την αιώνια αξία. Κάθε πολιτισμός έχει το δικό του κέντρο βάρους, είναι εξίσου έγκυρος και γόνιμος με κάθε άλλον. Στον Χέρντερ η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ένα ιδεώδες ως το καλύτερο δυνατό για τους ανθρώπους φαντάζει αδιανόητη.

Η σχέση του Γκαίτε με τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό είναι αντιφατική, τον αποκηρύσσει λέγοντας ότι «ο Ρομαντισμός είναι ασθένεια, το κλασικό είναι υγείες», αλλά ο Βέρθερος είναι ο απόλυτος ήρωας του ρομαντισμού.

Στον Φάουστ η πραγματικότητα διαλύεται σε ένα υποπροϊόν της δημιουργικής βούλησης που αναζητά μονάχα τον εαυτό της. Σε αυτό το έργο αντανακλάτε ανάγλυφα η αμηχανία του ανθρώπου που αναζητά το αιώνιο στο πεπερασμένο, την απόλυτη αλήθεια σ’ έναν κόσμο σχετικοτήτων. Ο Γκαίτε παίρνει έναν μύθο που γεννήθηκε δυο αιώνες πριν και μέσα από αυτόν αναστοχάζεται τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, στην γενική πνευματική αναταραχή που έφερε η επικράτηση της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Μέσα από τον Φάουστ έχουμε μια πρώτη υπονόμευση του διαφωτισμού. Ο επιστήμονας Φάουστ, απελπισμένος από την ανικανότητα του να αγγίξει την καθολική γνώση και να εξομοιωθεί με τον θεό διαπιστώνει τη ματαιότητα όλων των γνώσεων.

Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γιο τους καταραμένους ποιητές τον Μπωντλέρ και τον Ρεμπώ χωρίς πρώτα να κάνουμε μια μικρή αναφορά στον Μπλέικ. Διαβάζοντας τον διακρίνουμε μια αδιαφορία για τους κανόνες, που στον Ρεμπώ θα μετατραπεί σε πλήρη ρήξη με κάθε περιορισμό. Ο κόσμος του Μπλέηκ είναι ο κόσμος της ηχηρής γιορτής μιας γιορτής που τα γέλια έχουν βαλθεί να γκρεμίσουν έναν κόσμο δουλείας, το σώμα αποζητά τη ζωή και είναι διαρκώς μαχόμενο με τον θάνατο.

Σε μεγάλο βαθμό η εξεγερτικότητα των καταραμένων ποιητών σημαδεύτηκε από την εξέγερση της Παρισινής κομμούνας. Το ερώτημα που βάζει η κομμούνα είναι τώρα που η εξουσία έπεσε τι;. Η κομμούνα ήταν η εξουσία που αρνιόταν των εαυτό της. Τα οδοφράγματα είναι ο νέος δημόσιος χώρος της επανάστασης, ο Μπωντλέρ θα τα μνημονεύσει ως τις «μαγικές πέτρες του λιθόστρωτου στοιβαγμένες σε οχυρά». Ο Ρεμπώ θα περιγράψει το επαναστατικό υποκείμενο που αυτοκαταργείται:

«Θα γίνω εργάτης, ιδέα που με κυριεύει όταν εξάψεις τρελές με σπρώχνουν στην μάχη του Παρισιού, όπου τόσοι εργάτες πεθαίνουν ακόμα και αυτή την στιγμή που σας γράφω.

Να δουλέψω τώρα.
Ποτέ μα ποτέ.
Κάνω απεργία»

Η πορεία του Ρεμπώ είναι μια πορεία διαρκούς αυτοαναίρεση, ένας κομήτης μέσα σ’ έναν επιταχυντή, όλα γίνονται πολύ γρήγορα πολύ έντονα, σχεδόν αστραπιαία. Η καταφυγή του στο διάβασμα δεν είναι παρά η διαδικασία για να κουρδιστεί το ελατήριο της εκτόξευσης. Εγκαταλείπει σχεδόν αμέσως κάθε εκφραστική περιοχή που ένιωθε κατακτημένη. Αυτό που τον απασχολεί ήταν η επινόηση μιας όλο και πιο αυθόρμητης μεθόδου γραφής, που η νόηση και η αίσθηση θα λειτουργούσαν ενιαία και παραισθητικά σε μια σχεδόν ενστικτώδη μετατροπή της εντύπωσης σε οραματική ποιητική γλώσσα. Όταν συναισθάνθηκα τα περιορισμένα όρια της λογοτεχνίας άλλαξε ζωή. Έγινε άνθρωπος της δράσης εξίσου παράτολμος και ανορθόδοξος. Αφού οι λεκτικές καινοτομίες δεν μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους. Η γοητεία του Ρεμπω είναι η γοητεία της δίχως όρια άρνησης. Η ατομική εξέγερση των ποιητών έστεκε εκθέτοντας μια ύπαρξη παθιασμένη, ονειροπόλα και αντίθετη στην αναδυόμενη πειθαρχεία της αποτελεσματικότητας.

Ο Μπωντλέρ όπως και ο Ρεμπώ κινούνται στο περιθώριο της πόλης, αντιλαμβάνονται πρώτοι τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στις νέες μητροπόλεις. Την δημιουργία μιας περιθωριακής δύναμης που ίσως και να μπορεί να κουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας. Για τον Μπωντλέρ ο δρόμος είναι το σπίτι του μέσα από την περιπλάνηση ανακαλύπτει την μια νέα ομορφιά. Το Παρίσι δεν είναι γι’ αυτόν απλά ένας καμβάς σύνθεσης των έργων του, είναι το πεδίο σύγκλησης και διαρκούς σύγκρουσης της ζωής με τον θάνατο.

Ο Ρώσικος ρομαντισμός αναδύεται μέσα στο απολυταρχικό τσαρικό κράτος, που είναι ταυτόχρονα και ο φορέας του εκσυγχρονισμού και της προώθησης των καπιταλιστικών σχέσεων στην ρώσικη κοινωνία. Σ’ επίπεδο ιδεών η συγκρότηση του τσαρικού κράτους και της δυτικοποίησης του φέρνει σε αντιπαράθεση τους δυτικόφιλους και τους σλαβόφιλους. Οι δεύτεροι αναδεικνύουν το λαό ως φορέα των αλλαγών και τον βάζουν στο κέντρο των κοινωνικών διεργασιών. Ταυτίζουν την ιδέα της Ρωσίας με τον λαό και τον αναγορεύουν σε μοναδικό φορέα της αλήθειας και εχθρό του κράτους.

Ακριβώς λόγο του τσαρικού καθεστώτος και του αυταρχισμού του οι κοινωνικές ιδέες πρώτα κονταροχτυπήθηκαν στη λογοτεχνική τους αποτύπωση καθώς οι διώξεις απομόνωναν κάθε άλλο λόγο. Η λογοτεχνία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που πάλλονταν με έντονους ρυθμούς. Αποκατέστησε έναν διάλογο καταργημένο από την εξουσία, έσωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες.

Ο Ντοστογιέφσκι είναι καλός γνώστης των ιδεολογικών διαμαχών της εποχής του. Μέσα από την πολυφωνική γραφή του καταφέρνει και τις εντάσσει στο έργο του. Οι ήρωες του αναπτύσσουν μέχρι τέλους την προσωπικότητα τους. Ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε σύγκρουσή με τις προθέσεις του ίδιου του συγγραφέα. Όλη η αχανής πληρότητα της ζωής διαπερνά το έργο του.

Δυο γεγονότα σημάδεψαν την ζωή του Ντοστογιέφσκι. Τα παιδικά του χρόνια που τα πέρασε στο πτωχοκομείο που εργάζονταν ο πατέρας του και το ότι στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και γλύτωσε. Το πτωχοκομείο και τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, τον πόνο και την δυστυχία τους την κουβαλούσε πάντα μέσα του. Τα λεπτά μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα του έδωσαν την εντύπωση μιας αιωνιότητας, μιας απροσμέτρητης αφθονίας.

Ο Ντοστογιέφσκι θα βιώσει το άσβεστο μίσος των δουλοπάροικων απέναντι στην φθίνουσα γαιοκτησία, θα πορευτεί για χρόνια ολόκληρα μαζί με τους σκλάβους και τους κατατρεγμένους. Θα δυστυχήσει και θα πεινάσει.

Γράφει πολυφωνικά διότι ζει μέσα σ’ έναν προσωπικό συγκρουσιακό σύμπαν, αναμετριέται συνεχώς με τις πεποιθήσεις του. Αναδεικνύει τον άνθρωπο πέρα από τον θεό, πέρα από τις ευκολίες μιας στερεής βεβαιότητας, η οποία απουσιάζει όμως από τον ανθρώπινο πόνο. Οι ήρωες του δεν εκφράζουν την θέση του συγγραφέα αλλά τους δικούς τους πόθους τις δικές τους αγωνίες. Δεν δημιουργεί άφωνους δούλους των ιδεών του αλλά ελεύθερους ανθρώπους με άποψη και τη δύναμη να την υπερασπιστούν . Στον κόσμο των συγκρουόμενων συνειδήσεων ο Ντοστογιέφσκι δεν κάνει αξιολογικές κρίσεις αλλά δομεί ισότιμες συνειδήσεις. Οι ήρωες του, αλλάζουν και αυτοί μέσα στην πλοκή του έργου δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι, είναι εξελισσόμενες οντότητες. Η ίδια η μεταβολή των ηρώων του είναι η πλοκή του έργου.

Η δράση στα έργα του συμπυκνώνεται σε σημεία κρίσεων μεταστροφών και καταστροφών. Οι ήρωες του ζουν στο κατώφλι, στην κόψη, ποτέ με ευκολία ή άνεση. Έχουν το δικαίωμα της επιλογής καλούνται να πάρουν θέση μπροστά στα μεγάλα διλήμματα που μπαίνουν στην ζωή τους.
Ότι επέλεξε να αναδείξει ο συγγραφέα είναι αυτά θεωρεί ότι κινούνται στις ρωγμές των αποριών, στις απροσδιοριστίες και τις ριζικές αμφισημίες. Όμως το πιο σημαντικό κατά την άποψη μου σ’ αυτήν την προσπάθεια είναι η επικέντρωση που επιχειρεί στην ενεργητική ανάγνωση. Μια ανάγνωση που θα έχει την επίγνωση ότι κάθε σελίδα αλλάζει κάτι μέσα μας. Αυτή μπορεί να μετουσιώσει το διάβασμα σε μια κίνηση με απρόβλεπτες συνέπειες…

Την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό σου & Ο Αγαλμάνθρωπος, Eκδόσεις Καμιονέτα

Ενόψει του Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Ιωαννίνων κυκλοφορούν τα δύο βιβλία του Νίκου Χρηστίδη, από τις εκδόσεις Καμιονέτα. Διακινούνται με ελεύθερη συνεισφορά και μετά την κάλυψη των εξόδων εκτύπωσης τα χρήματα θα πάνε για ιατρικά και δικαστικά έξοδα.

Για να σας αποστείλουμε αντίτυπα παρακαλούμε επικοινωνήστε με τα Βιβλία Ανομίας: vivliaanomias@gmail.com

Νίκος Χρηστίδης

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

Η νουβέλα αυτή γράφτηκε το Γενάρη 2013. Δε διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες. Αν και µυθοπλασία, αποτελεί την αποτύπωση µιας αρµαθιάς στιγµών ενός αγώνα που βρίσκεται τόσο µακριά, αλλά και τόσο κοντά µας.

Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2015 σε περιορισµένα αντίτυπα. Η τωρινή έκδοση τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα το Μάη του 2017. Διακινείται χέρι – χέρι και µέσω κινηµατικών υποδοµών, µε ελεύθερη συνεισφορά. Μετά την κάλυψη των εξόδων εκτύπωσης, τα επιπλέον χρήµατα θα διατεθούν για την κάλυψη των ιατρικών εξόδων της συντρόφισσας Β.Μ. [1], [2]

Γιάννινα 5/2017

εκδόσεις ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ

Από το οπισθόφυλλο:

Μια λοχαγός του Ζαπατίστικου στρατού ακροβατεί ανάµεσα στη συνέπεια και τη βία, τα προσωπικά πάθη και τον συλλογικό σκοπό, τις ατοµικές επιλογές και την επαναστατική υπόθεση.

Τα όρια ξεπερνιούνται, η προδοσία παραφυλά και ο πόλεµος αφήνει το στίγµα του στους ανθρώπινους χαρακτήρες…

διάσταση 12χ17, σελίδες 48

_____________________________________________

Νίκος Χρηστίδης

Ο ΑΓΑΛΜΑΝΘΡΩΠΟΣ κι άλλες ιστορίες δρόμου…

Η συλλογή αυτή ολοκληρώθηκε το 2016 και κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα. Η τωρινή έκδοση τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα το Μάη του 2017. Για το εξώφυλλο κόπιασε ο χορευτής Xristov Valpreda. Διακινείται χέρι – χέρι και µέσω κινηµατικών υποδοµών, µε ελεύθερη συνεισφορά.

Μετά την κάλυψη των εξόδων εκτύπωσης, τα επιπλέον χρήµατα θα διατεθούν για την κάλυψη δικαστικών εξόδων των 4 συλληφθέντων της αντιφασιστικής παρέμβασης της 21ης Φλεβάρη 2017, κατά την κατάθεση στεφάνων στο θεσμικό εορτασμό της επετείου προσάρτησης της πόλης μας στο ελληνικό κράτος.

Γιάννινα 5/2017

Εκδόσεις ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ

από το οπισθόφυλλο:

Κοιτάξτε αυτούς τους ανθρώπους. Ό,τι βλέπετε δεν είναι ο εαυτός τους,
είναι η σκιά, το περίγραμμά τους. Η εικόνα τους.
‘Η τουλάχιστον, η ισχυρή εντύπωση που δημιούργησαν κάποτε
γι’ αυτήν και η οποία έχει τόσο φθαρεί απ’ την
τριβή του χρόνου, ώστε τώρα μόνο τα ίχνη της απέμειναν.
Και αυτά είναι τόσο αδύναμα, που με το πρώτο φύσημα του ανέμου θα χαθούν.
Δοκιμάστε να το κάνετε. Είναι εύκολο. Φυσήξτε.

διάσταση 12χ17, σελίδες 84
____________________________________________

Η ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ

είναι ένα κοινόχρηστο εργαλείο για να σηκώνει κάθε λογής φορτίο που προκύπτει από την ενασχόληση µας µε τον κοινωνικό και ταξικό ανταγωνισµό

συχνάζει σε καταλήψεις & στέκια

κατεβαίνει τα πρωϊνά στο δρόµο

γυροφέρνει τη νύχτα στα σοκάκια

προµηθεύεται έντυπα από τα Βιβλία Ανοµίας

στηρίζει το έργο του Κινηµατικού Αρχείου Ιωαννίνων

ερωτεύεται σε ερηµικές παραλίες…

και επικοινωνεί µαζί σας µέσα από τον κινηµατικό server της πόλης µας: kamioneta@mvsio.tk

Οι «Σημειωμένες διαφάνειες» του Νίκου Νομικού

ΤΗΣ BRIANNA BULLEN. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Noted Transparencies by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

Αυτά τα συμβάντα που λέγει, η πένα της ζωής μου, είναι προσωπικές διαφάνειες που σημειώνουν, την βαθιά φωνή της καρδιάς, μέσα στο κύλισμα του χρόνου, κάτω από το φως της θείας οικονομίας.

Ειλικρίνεια, οικειότητα και διαφάνεια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις Σημειωμένες Διαφάνειες του Νίκου Νομικού.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, ο Νομικός έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, με τις Σημειωμένες διαφάνειες να αποτελεί την τελευταία δουλειά του ώριμου αυτού καλλιτέχνη. Η ωριμότητα δημιουργεί μια αίσθηση της ζωής που έζησε, με ένα παρελθόν στοιχειωμένο στο παρόν. Η συλλογή περιέχει 30 ποιητικά χρονογραφήματα, όλα, με μία εξαίρεση, αποκαλυπτόμενα και γραμμένα στις βουβές ώρες μιας μόνο νύχτας. Σ’ αυτές τις νυχτερινές εξάρσεις έρχεται η ανάμνηση της διαμόρφωσης της παιδικής ηλικίας σε μια άκρη του Νείλου.
Η συλλογή αυτή εκδόθηκε ως δίγλωσση από τις Owl Publishing, όπου το πρωτότυπο ελληνικό έργο παρατίθεται δίπλα, παράλληλα με την αγγλική του μετάφραση, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που έργο του Νομικού διατίθεται στα αγγλικά, ενώ δίνεται έμφαση στο ότι όσα παρατίθενται στην εν λόγω έκδοση δεν είναι παρά η ανασυγκρότηση του οράματος του Νομικού. Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Μουρατίδη, ώστε να μεταφερθεί και διατηρηθεί η όλη αφήγηση στον ρυθμό.

Κινείται ανάμεσα σε δυϊσμούς, αποκαλύπτοντάς τους ως να πρέπει ο ένας να περιλαμβάνει τον άλλον στο παράδοξο: νεότητα και γήρας, απλοποίηση και υπερβατικότητα, μνήμη και πραγματικότητα, δημιουργία και καταστροφή, μια ζωή μέσα σε μια μόνο νύχτα. Η απλότητα της γλώσσας του Νομικού οδηγεί σε έναν θρησκευτικό και κοσμικό εμπλουτισμό που έρχεται από την παγκόσμια γνώση. Μυστικισμός που περιέχεται σε έναν υλικό κόσμο. Η απουσία γίνεται παρουσία, η νοσταλγία για ένα φανταστικό παρελθόν μια ευχάριστη τιμωρία. Η «ρόδινη χρωματιστή άνοιξη» μεταφέρει «τον χειμώνα της Περσεφόνης», κάνοντας τη ζωή και το τέλος της να αποτελούν αμοιβαίες δυνάμεις και όχι διακριτές οντότητες.

Το έργο του Νομικού χαρακτηρίζεται από επιστροφή στην παιδική ηλικία, σ’ εκείνη τη στιγμή στο Νείλο, σε μακρινές εποχές, στους δασκάλους, στις δυνατότητες και τις πατρίδες που ποτέ δεν βίωσε και τελικά στο Θεό. Ο Νομικός ανήκει σε δύο εξέχουσες παραδόσεις γραφής: την Αλεξανδρινή-Ελληνική ποίηση και την ποίηση της «πρώτης γενιάς» των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία. Η εμπειρία της μετανάστευσης και της διασποράς είναι αναπόσπαστο μέρος της απόλυτης έννοιας της επιστροφής του ποιητή, γράφοντας με μια αποσπασματική και αυτοαποξενωμένη διαδικασία που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να συμφιλιωθεί (με το παρόν).

Πάντως, όποιον και να ρώτησα, κανείς δεν ήξερε να μου πει γιατί
μας κάλεσαν, σ’ αυτόν τον αλλιώτικο διαφορετικό τόπο.

Μια διαδικασία που ο ίδιος ο Νομικός προσφέρει για συμφιλίωση είναι μέσω της θρησκείας. Σχήματα, πρακτικές και σύμβολα από την Ελληνική Ορθοδοξία είναι θραύσματα σε μια συρραφή. Κεντρικό ρόλο στο όραμα του Νομικού είναι η φυσιογνωμία του πανύψηλου άρχοντα, όπως ο άνθρωπος «με το χρυσωμένο περιστέρι στο στήθος του». Αν και αυτή η φυσιογνωμία τον κάνει να αισθάνεται σαν ένα «μυρμήγκι» φέρνοντας μαζί του το πανέμορφο άγνωστο και ακατανόητο, παλιό, ευτυχισμένο κόσμο στον οποίο (ο Νομικός) ανήκε κάποτε, αυτή η φυσιογνωμία δεν είναι εγγενώς αρνητική. Αυτή η αμφίσημη φυσιογνωμία υπόσχεται μια πεπερασμένη σύνδεση, έναν καθησυχασμό και ένα τέλος της υλικής επιθυμίας. Σε αυτό το όραμα, όλα κινούνται προς την κατεύθυνση μιας Αποκάλυψης. Αλλά ακόμα και αυτή η αποκάλυψη γίνεται πιθανό σημείο επιστροφής και κοινής σύνδεσης μεταξύ της ανθρωπότητας.
Ενώ η πίστη είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης εμπειρίας του Νομικού όσον αφορά τον κόσμο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ο εαυτός (το «εγώ») αλλάζει με την πάροδο του χρόνου, του κόσμου και της τύχης:

Μπορεί να ήταν διαφορετικό, των ημερών μου
το ταξίδι, κι επομένως να ήταν και η ζωή μου, σε
άλλη πορεία πλεύσης, όμως λόγω του πολέμου του
1940, και τα τραγικά του γεγονότα, είχα ταλαιπωρήσει
τον προσωπικό μου ναυαγοσώστη, καλή του ώρα

Εδώ, θρησκεία, μύθος και μνήμη δημιουργούν και επικεντρώνουν σε έναν πολύ προσωπικό κόσμο, επινοώντας και ερμηνεύοντας τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Ενώ μερικοί χρησιμοποιούν αυτές τις αφηγήσεις για να παρηγορήσουν και να προστατεύουν, άλλοι, όπως φαίνεται στο ένα από τα πιο εντυπωσιακά του κομμάτια, τις χρησιμοποιούν για να ζητήσουν συγγνώμη και να αποκρύψουν κάτι:

Με τον ανάρμοστο πόλεμο, για τα χριστά ήθη, κατά
του πρώην Παραδείσου, της Μεσοποταμίας, το Ιράκ,
αισθάνθηκα τον ίδιο πόνο, που μαυρίζει τις καρδιές του
κόσμου, σαν τρέχουν να κρυφτούν, από τους σωτήριους
βομβαρδισμούς, και βέβαια εις το όνομα του Θεού, όπως
συνήθως μας λένε οι μεγάλοι εγκληματίες

Ένας τρόπος για να ξεπεραστεί η εγωιστική απανθρωπιά προσφέρεται μέσω της αυτοπαραίτησης. Παραθέτοντας τον Νίκο Καρούζο, έναν άλλο Έλληνα ποιητή με τον οποίο ο Νομικός ευτύχησε να συναντηθεί, «δεν έχω τίποτα και είμαι ανάλαφρος», τονίζει ο Νομικός για την πρακτική του κοσμικού ασκητισμού, που διαπερνά τους στίχους του. Διαλογιζόμενος «σε πόσο ύψος, μπορεί να φτάσει το ανάστημά του ο άνθρωπος, μέσα από τα χτυπήματα που του προσφέρει με αγάπη, η καλομοίρα του». Ίσως ο Νομικός εικάζει ότι μόνο με αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στο «εγώ», γιατί μόνο αυτό «μπορεί πραγματικά να αποκαλυφθεί και δεδομένου του χώρου για να περιφέρονται ελεύθερα στην ευπρέπεια του πνευματικού φωτός. Αυτό συνοψίζεται στην περιγραφή του δωματίου: «τρία επί τρία, / μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις, / γεμάτες φωτιές και πάθη».

Το ρητό «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων», του Πρωταγόρα, μια ανθρωπιστική ερμηνεία του ατόμου και όχι μια απόλυτη αλήθεια, είναι το δεύτερο δόγμα της ποίησης και της κοσμοθεωρίας του Νομικού. Ο Νομικός σέβεται τα «μόνιμα κιάλια» μέσα από τα οποία βλέπει τη ζωή, «παντού και πάντα, μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου». Αυτό οδηγεί σε μια λογοδοσία και ηθική δυνατότητα να διαβάσει τον εαυτό του.

Η σοφία και οι κλασικά εκλεπτυσμένοι στίχοι του Νομικού φτιάχνουν μια όμορφη εμπειρία ανάγνωσης. Προσπάθειες, όπως αυτή των Owl Publishing να διατηρηθεί η αρχική ελληνική γλώσσα του Νομικού, είναι ευπρόσδεκτες, αλλά θα ήταν κάτι παραπάνω από χαρά μας να δούμε περισσότερη από τη βιωματική εργασία του εν λόγω ποιητή να διατίθεται ευρύτερα μέσω της μετάφρασης.

*Η Brianna Bullen είναι υποψήφια διδάκτωρ Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Deakin. Η διατριβή της επικεντρώνεται στους κλώνους, τα ρομπότ και τις τέχνες. Ποίηση και άλλα γφατά της έχουν δημοσιευτεί σε διαφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Αυστραλία. Η παρούσα κριτική δημοσιεύθηκε στο αυστραλιανό περιοδικό ποίησης Cordite Poetry Review, το οποίο μπορεί να βρεθεί στη διεύθυνση http://www.cordite.org.au Στην παρουσα μετάφραση το κείμενο δημοσιεύεται και στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης ‘Νέος Κόσμος’, την Πέμπτη, 25 Μάη 2017.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα, Φάνης Παπαγεωργίου

Γράφει ο Θάνος Γώγος

Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (εκδόσεις κουκούτσι) είναι το δεύτερο βιβλίο του Φάνη Παπαγεωργίου (προηγήθηκε το πλυντήριο άστρων, εκδόσεις λογότεχνον).

Έναν ποιητή πρέπει να τον απασχολεί όχι μόνο το τι θέλει να πει , αλλά πώς θα εκφράσει αυτό που θέλει να πει και είναι αυτό ακριβώς το πώς για εμένα που διαχωρίζει την ποίηση από απόπειρες ποίησης και ποιητικές σκέψεις .Αυτό που εδώ ονομάζω πώς , μπορώ να το χωρίσω στα δύο. Από τη μία τα καθαρά τεχνικά χαρακτηριστικά (η ροή του λόγου, η αφαιρετικότητα, η επιλογή της δομής του λόγου, με λίγα λόγια το καλούπι που θα μπει μέσα η ουσία, το σχήμα των ποιημάτων.) Το δεύτερο πώς είναι η μορφή της έκφρασης. Το αν θα στοχαστεί και θα γράψει στίχους με πλήρη συνείδηση, αυτό που νομίζει πως γνώρισε μέσα από τη παρατήρηση και την ερμηνεία , αυτό που ένοιωσε και η ανάλυση του. Ή θα γράψει μέσα από τις αισθήσεις, συνδυάζοντας κομμάτια συνειδητής σκέψης και αφήνοντας παρορμητικές εικόνες ελεύθερες , χωρίς να γνωρίζει και ο ίδιος γιατί ακριβώς σε κάθε σημείο έδεσαν συγκεκριμένες λέξεις και εικόνες. Αν αυτό το πώς είναι επιτυχημένο θα πρέπει το αποτέλεσμα να είναι προσιτό στις αισθήσεις και ως ένα σημείο προσιτό στη λογική, όση προσιτή είναι μια πράξη που συμβαίνει μπροστά μας και μας προκαλεί κάποια παραπάνω σκέψη ή συναίσθημα χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα άλλο. Το δεύτερο πώς ωστόσο πρέπει να μπει μέσα στο πρώτο , το ελεύθερο το ασυγκράτητο πρέπει να μπει μέσα στην αυστηρότητα της δομής . Να συνυπάρξουν σε ένα

Συνήθως στα πρώτα βήματα ενός ποιητή αναγνωρίζουμε την ποιότητα στο τι θα πει και βλέπουμε τη δυσκολία στο πώς. Μάλιστα το καθαρά τεχνικό τμήμα του λόγου είναι συνήθως αυτό που δυσκολεύει περισσότερο έναν νέο ποιητή .Η περίπτωση του Φάνη Παπαγεωργίου ωστόσο είναι διαφορετική. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πρώτου του βιβλίου είναι τόσο ώριμα που σπάνια συναντώνται σε βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου . Στο τι ήθελε να πει και η μορφή της έκφρασης παρουσίαζαν μια μικρή αδυναμία. Ο Παπαγεωργίου με το βιβλίο του η θάλασσα με τα 150 επίπεδα πετά από πάνω του αυτές τις αδυναμίες και δεν βρίσκω κανένα λόγο αν ένα βιβλίο το κρίνουμε ως μόνο, χωρίς ηλικιακά κριτήρια( κριτήρια που αγαπούν πάρα πολλοί στην Ελλάδα)να αναφερόμαστε σε ποίηση νέου λογοτέχνη. Είναι μια ποιητική συλλογή ώριμη από κάθε άποψη, από κάθε γωνία.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα είναι ξεκάθαρα πρώτα ποίηση από τις αισθήσεις για τις αισθήσεις. Η επιθυμία ανταγωνίζεται την πραγματικότητα και ανά στιγμές δημιουργεί τον τρόπο αποδοχής της πραγματικότητας .Όλα τα στοιχεία της φύσης, οι δρόμοι των πόλεων στέκονται σαν φόντο ή σαν βάση της δράσης. Χιλιάδες μικρά εργαλεία γύρω μας να χτίζουν τη σκηνή να χρωματίζουν τον ψυχικό κόσμο του ποιητή και των υποκειμένων που καταπιάνεται. Ακόμα και η μελαγχολία ή ήττα , συναντούν αισθητικά τον τρόπο που χάνουν οι επαναστάτες ή οι ερωτευμένοι

“Η γυναίκα μου…. ..

Όταν πεθάνει θα της ράψουν τα μάτια
Και θα τις καρφώσουν από ένα φεγγάρι σε κάθε ένα
Για να έχει νόημα η νύχτα

———–

“Σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
Ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα
Ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά
Το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
Η γη θα ξεφόρτωνε τη κίνηση της

Μόνο φως κι ούτε σκιά
Ούτε φιλιά ούτε τίποτα

Το Βερολίνο δεν υπήρχε
Ούτε και το τείχος “

Η παραδοχή πως το φως μπορεί να είναι η πραγματικότητα
Άρα η αλήθεια άρα η ήττα

Ο Φάνης Παπαγεωργίου μέσα από την ποίηση του δείχνει τις καταβολές του. Ανήκει στην τελευταία γενιά ανθρώπων στη χώρα μας που πολέμησαν στον δρόμο για τις ιδέες τους. Μέσα από εικόνες δεν αποδέχεται την κοινωνία της εικόνας. Η διαφορά είναι πως όλο αυτό έρχεται επαγωγικά, το νοιώθει ο αναγνώστης. Ο ποιητής δεν είναι σίγουρος , δεν μας ωθεί προς κάποια κατεύθυνση συνειδητά και αυτό κάνει την ποίηση του και τη κουλτούρα του για τον έρωτα και την επανάσταση πολύ πιο αυθεντική από κάποιον που γράφει αυτό που αποκαλούν στρατευμένη ποίηση

Η επανάσταση και ο έρωτας και η απώλεια είναι η βάση ατέλειωτων ποιητικών συλλογών. Είναι όμως και η βάση αναρίθμητων ανθρώπων. Πάντα η ποίηση θα έλκεται ή θα πενθεί ή θα προσπαθεί να ερμηνεύει, να καταγράφει, όσο οι άνθρωποι ερωτεύονται χωρίζουν επαναστατούν ονειρεύονται ,πενθούν και πεθαίνουν. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής δείχνει να έχει χάσει την πίστη του στην επανάσταση, στα κινήματα και ωθείται πιο δυναμικά στον έρωτα, όπου και εκεί δεν υπάρχει καμια σιγουριά παρά μόνο χαρές λύπες απελπισία και ελπίδα . Πιστεύω πως το ερωτικό στοιχείο της συλλογής είναι κυρίαρχο και αυτό γιατί ο έρωτας και η επιθυμία για επανάσταση είναι συνδεδεμένες .Το προβληματικό για τον ποιητή και όχι για την ποίηση του, είναι, πως ο ποιητής δεν έχει χάσει την πίστη του στις ιδέες αλλά στους φορείς τους, στους ανθρώπους και στον εαυτό του , σε όσους απέτυχαν και η κοινή λογική έρχεται πως κι o έρωτας είναι ακόμα πιο ανθρώπινος.

*Από την Θράκα στο http://www.thraca.gr/2017/05/150.html

Brianna Bullen reviews Nikos Nomikos’s Noted Transparencies

Noted Transparencies
by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

These events told by, the pen of my life, are personal transparencies
that note, the deep voice of the heart, as the years roll by, beneath the
light of divine economy.

Honest and intimate, transparency is the term and practice giving Nikos Nomikos’s Noted Transparency (or Σημειωμένες Διαφάνειες, pronounced ‘Simiomenes Diafaneies’) its immediate impact. Born in Alexandria, Egypt in 1934, Nomikos has published nine poetry collections, with Noted Transparencies the later work of a mature artist. The maturity invoked creates a sense of life lived, of a past haunting a present. The collection contains 30 poetic vignettes, all, with one exception, revealed and written ‘in the mute hours’ of a single night. Out of these night surges the remembrance of a formative childhood moment on the edge of the Nile. Published bilingually by Owl Publishing, its original Greek has been placed parallel to its translated English, marking the first time Nomikos’s work has been available in English, while emphasising that what is being read is a mediated reconstruction of Nomikos’s vision. It has been collaboratively translated by George Mouratidis to convey storytelling over the rhythm.

It moves between dualisms, revealing them to be encompassing each other in paradox: youth and age, liminality and transcendence, memory and reality, creation and destruction, a lifetime held within a single night. The simplicity of Nomikos’s language opens up to a religious enrichment and complex worldly knowledge. Mysticism is contained within the corporeal world. Absence becomes a presence, nostalgia for an imagined past a pleasurable punishment. The ‘rosy coloured springtime’ carries ‘the winter of Persephone’: life and its end mutually constituting forces, not discrete entities.

Nomikos’s work is one of return: to childhood, to that moment on the Nile, to faraway times, teachers, possibilities and homelands he has never experienced, and ultimately to God. Nomikos belongs to two prominent writing traditions: Alexandrian-Greek poetry, and ‘first-generation’ Greek-Australian migrant writing. The experience of migration and diaspora is integral to his ultimate concept of return, written as a fragmentary and self-alienating process that needs to be addressed and reconciled.

In any case, no matter whom I asked, nobody knew to tell me, why
they invited us, to this different land.

One process Nomikos offers for reconciliation is through religion. Figures, practices and symbols from Greek Orthodoxy suture the fragments. Central to Nomikos’s vision is the figure of a ‘towering lord-like man, with a parchment spread across his chest.’ Although this figure makes him feel like an ‘ant,’ bringing with him the unknown sublime and ungraspable ‘old, happy world to which (Nomikos) once belonged,’ this figure is not intrinsically negative. This ambivalent figure promises finitude, connection, reassurance and an end to material desire. In this vision, all are moving towards an apocalypse. But even this apocalypse becomes a potential point of return and shared connection between humankind.

While faith is integral to Nomikos’s experience of the world, he acknowledges that the self shifts with time, the world, and chance:

It might have been different, my days’
journey, and subsequently my life might also have been, at
a different course, but due to the war of
1940, and its tragic events, I had put to great trouble
my personal lifeguard, bless him.

Here, religion, myth, and memory create and centre a very personal world, inventing and interpreting both the past and present. While some use these narratives to console and protect, others, as shown in one of his more striking fragments, use them to excuse and conceal:

With the unjustifiable War, for commonplace morality, against
the former Paradise, of Mesopotamia, Iraq,
I felt the same pain, which blackens the hearts of
people, as they run to hide, from the salvational
bombings, and of course in the name of God, as
the great criminals usually tell us.

One way of overcoming selfish inhumanity is offered through self-renunciation. Quoting Nikos Karouzos, another Greek poet Nomikos chanced to meet, ‘I have nothing and I am free,’ Nomikos’s highlights his practice of worldly asceticism, which permeates the pieces. Contemplating ‘at which height is a human being able to / reach his stature, amidst the blows lovingly proffered to him by his good / fortune,’ perhaps Nomikos speculates that it is only with self-imposed limitations on the self that ‘self’ can truly be revealed and given the space to roam free in ‘the decency of spiritual light.’ This is encapsulated in the physicality of his study-room: ‘three by three, / but with vast ascetic dimensions, / full of fires and passions.’

Protagoras’s ‘Man is the measure of all things,’ a humanist standpoint of individual, not absolute truth, is the second tenet of Nomikos’s poetry and worldview. Nomikos is respectful of the ‘permanent binoculars’ (29) through which life is viewed, ‘everywhere and always, within the boundaries of my own/world.’ This leads to accountability and the ethical ability to read the self. The wisdom and classically refined lines of Nomikos make for a beautiful reading experience. Efforts such as these of Owl Press should be made to retain Nomikos’s original Greek, but it would be a welcome joy to see more of this poet’s experiential work become available to a wider audience through translation.

*Brianna Bullen is a 2017 Deakin University creative writing PhD candidate planning on writing a thesis involving posthumanism, science-fiction, neural implants, memory and materiality. Works of a speculative nature imagining possible futures, and those focusing on the body, greatly appeal to her. Her honours thesis focused on clones, robots and art. She has had fiction and poetry published in Wordly, Imagine Journal, LiNQ, NoiseMedium, Verandah, Voiceworks, with arts criticism in Buzzcuts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες – Συνέντευξη του Δημήτρη Τρωαδίτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης (Αθήνα 1959), στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. 



Ερ. Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;

Απ. Αρχικά με είχαν επηρεάσει, κυρίως, οι Γιάννης Ρίτσος και Τάσος Λειβαδίτης, αν και είχα αρχίσει να διαβάζω και άλλους/ες. Όταν άρχισα να εργάζομαι σε βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς, μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με περισσότερους ποιητές τόσο Έλληνες όσο και ξένους (φυσικά, σε μετάφραση). Στη δεκαετία του 1980 και του 1990 το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε τόσο στους λεγόμενους μπιτ και σουρεαλιστές ή υπερρεαλιστές ποιητές, οτιδήποτε βέβαια κυκλοφορούσε από αυτούς τότε στον ελλαδικό χώρο, όσο και σε Έλληνες, όπως Αναγνωστάκη, Αλεξάνδρου, Λεοντάρη και άλλους. Επίσης, διάβασα αρκετή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και κάποιες επιρροές προήλθαν και από εκεί. Ωστόσο, οι επιρροές μου προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα ποιητών και γραφών.



Ερ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στην συγγραφή;

Απ. Ασχολούμαι με το γράψιμο από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο ποίημα, σε ομοιοκαταληξία, το έγραψα το 1975, επηρεασμένος έντονα από τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Έως το 1978 είχα γράψει έναν αριθμό ποιημάτων, που όμως δεν ήταν σε ομοιοκαταληξία, μιας και εντρυφώντας στο έργο των γνωστών ποιητών, κυρίως της Αριστεράς, είδα και αποφάσισα ότι η έμμετρη ποίηση δεν με ενδιέφερε και αποφάσισα να γράφω στον ελεύθερο στίχο. Από τα πρωτόλεια ποιήματα αυτής της περιόδου, δεν έχω κρατήσει κανένα, όμως στίχοι τους εισχώρησαν σε ποιήματα που έγραψα τη δεκαετία του 1980, ποιήματα βέβαια τα οποία, λόγω των διαβασμάτων μου, των ιδεολογικών μου και άλλων θεωρήσεων κ.λπ. είναι κατά πολύ διαφορετικά από τα πρώτα.



Ερ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική σας συλλογή με τον τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδόσεις Στοχαστής;

Απ. Δύο μήνες πριν εκδοθεί το «Με μια κόκκινη ανάταση», είχε εκδοθεί μια άλλη συλλογή μου «Η μοναξιά του χρόνου» από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Το 2016, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε πλέον να βγω προς τα έξω και, μάλιστα, μετά από κάποια χρόνια διαδικτυακής παρουσίας κυρίως μέσω της ιστοσελίδας μου «Το Κόσκινο» (στο http://tokoskino.me), άρχισα να έχω κάποιες διερευνητικές επαφές με εκδοτικούς από την Ελλάδα. Στον Στοχαστή κατέληξα μετά από πρόταση γνωστού μου ποιητή ο οποίος είχε ήδη εκδώσει εκεί. Έστειλα κάποιες ποιητικές συλλογές για να τις δουν και να μου πουν σχετικά. Τους άρεσε η γραφή μου, ενώ είδα ότι έκαναν αρκετά καλή δουλειά και είχαμε άριστη συνεργασία και έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και το αποτέλεσμα είναι η συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση». Την ίδια εποχή που συζητούσα με τον Στοχαστή επήλθε και η συμφωνία με τις εκδόσεις Οδός Πανός για την έκδοση της συλλογής «Η μοναξιά του χρόνου». Παρ’ ότι είμαι εκτός Ελλάδας 25 χρόνια και στις καθημερινές μου συναλλαγές χρησιμοποιώ και την Αγγλική γλώσσα, η μητρική μου γλώσσα φυσικά παραμένει η Ελληνική. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων μου είναι γραμμένη στην Ελληνική και έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη να απευθυνθώ στο ελληνόφωνο κοινό, αλλά βέβαια και κατόπιν έντονων προτροπών άλλων ποιητών και ανθρώπων που ασχολούνται γενικά με τη λογοτεχνία και οι οποίοι πιστεύουν στην ποίησή μου. Μερικά ποιήματά μου είναι μεταφρασμένα ήδη στην αγγλική και ευελπιστώ ότι θα υπάρξει μια αγγλική έκδοση στο άμεσο μέλλον.



Ερ. Γράφετε «Οι τόποι μου/μετέωροι μέσα/στην ολική κατάρρευση του χρόνου». Μήπως η απόσταση που ζείτε, στην Αυστραλία, σας βοηθά να βλέπετε την πατρίδα με διαφορετική ματιά από εμάς που ζούμε καθημερινά εδώ;

Απ. Δεν θα ήθελα να θεωρηθώ πατριώτης με την κλασική έννοια του όρου. Επέλεξα συνειδητά να φύγω από την Ελλάδα για λόγους που είχαν και εξακολουθούν να έχουν άμεση σχέση τόσο με τις πολιτικο-ιδεολογικές μου θεωρήσεις και προσεγγίσεις όσο και με την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν την εποχή που αποφάσισα να φύγω. Επίσης, μια σχέση στην Αυστραλία έπαιξε και αυτή τον καταλυτικό της ρόλο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ τον τόπο στον οποίο γεννήθηκα και έζησα τριάντα χρόνια της ζωής μου και δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Ενημερώνομαι σε σχεδόν καθημερινή βάση για τα ελλαδικά τεκταινόμενα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ακόμα λογοτεχνικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά, και λόγω επαγγέλματος, αλλά και επειδή θα αισθανόμουν πολύ έξω από τα νερά μου αν δεν το έκανα. Αν και συμπάσχω και στεναχωρούμαι αφάνταστα, η ενασχόλησή μου αυτή γίνεται με διαφορετικό μάτι – λόγω απόστασης, είναι αλήθεια. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει με την ίδια ματιά που βλέπουν τη χώρα τους αυτοί που ζουν και κινούνται καθημερινά μέσα στα όριά της. Ωστόσο, το ποίημα «Οι τόποι μου» από το οποίο προέρχεται ο συγκεκριμένος στίχος δεν είναι μόνο μια ματιά στο τι γίνεται στην Ελλάδα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή το δράμα των προσφύγων και θα ήθελα να πληροφορήσω εδώ τόσο εσάς όσο και τους αναγνώστες σας, ότι το ίδιο δράμα το περνούν και πρόσφυγες που επιχειρούν να περάσουν στην Αυστραλία αλλά συλλαμβάνονται στα θαλάσσια ύδατά της και στέλνονται σε κέντρα κράτησης σε απομονωμένα νησιά του Ειρηνικού. Οπότε, οι «μετέωροι τόποι» και η «ολική κατάρρευση του χρόνου» είναι κάτι το διεθνές, το οικουμενικό και υπό αυτό το πρίσμα το προσεγγίζω εδώ. Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και έχει διαβαστεί εδώ σε αντίστοιχες εκδηλώσεις – και αρκετά σημειολογικά, θα έλεγα, στο Μεταναστευτικό Μουσείο (Immigration Museum). Αλλά, βέβαια, για να επανέλθω στην ουσία της ερώτησής σας, τόσο η απόσταση όσο και επειδή είμαι απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματικό ή άλλο φορτίο στα περί της Ελλάδας και της καθημερινότητάς της, με κάνουν να βλέπω πιο νηφάλια και πιο ψύχραιμα τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα του σήμερα.



Ερ. Γράφετε «Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν/κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια». Από την ευμάρεια στην φτώχεια. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα;

Απ. Οι στίχοι αυτοί που προέρχονται από το ποίημα «Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…», είναι ενδεικτικοί του πώς αντιμετώπισα τις απαρχές αυτού του αποκαλείται κρίση και μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία επτά σχεδόν χρόνια. Όποιος ενδιατρίψει στα ενδότερα του ποιήματος, θα δει ότι θεωρώ την λεγόμενη κρίση ως δομική λειτουργία του συστήματος εκμετάλλευσης, ως συστατικό του στοιχείο. Θεωρώ την επιβαλλόμενη φτώχεια όχι μόνο απόπειρα επιβολής της εκμετάλλευσης, αλλά και αποφασιστικό βήμα προς μια απανθρωποποιημένη κοινωνία που θα σκύβει το κεφάλι γιατί αλλιώς δεν θα μπορεί να επιζεί. Καυτηριάζω σίγουρα και τον νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής μερικών και όλη αυτή την επιτηδευμένη, καρυκευμένη και ψευδή ιδεολογία που την συνόδευε. Και φυσικά υπάρχει ελπίδα. Είναι ο καθημερινός μας, ανυποχώρητος αγώνας, είναι η προσπάθειά μας να μείνουμε αξιοπρεπείς, η αγωνία μας να πειραματιστούμε σε νέες αντιλήψεις και τρόπους ζωής, πιο απλής, πιο ανθρώπινης, που να εναγκαλίζονται τις πραγματικές ανάγκες και όχι αυτές που επιχειρούν κάποιοι να επιβάλλουν προς ίδιον όφελος.



Ερ. Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;

Απ. Πιστεύω, ναι. Η ποίηση δεν είναι μόνο το γράψιμο, είναι ακόμα και η ανάγνωσή της, η μελέτη της, η μετάφρασή της, ακόμα το να προτείνουμε μια ποιητική συλλογή που αγαπήσαμε στους φίλους μας, στους συγγενείς μας, η συμμετοχή σε μια ανάγνωση ποίησης, στην παρουσίαση μιας συλλογής… Όλα αυτά, αν γίνονται με γνώμονα τόσο την δική μας πνευματική καλλιέργεια όσο και σε σύνδεση με το άμεσο περιβάλλον μας και τις διεργασίες που συντελούνται σε αυτό, αν μας δημιουργεί τριβές με όλο το μεράκι που βγαίνει, πιστεύω ότι ίσως μπορεί να μη λύσει εξ ολοκλήρου τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ωστόσο θα μας δώσει ένα ακόμα κίνητρο για απόπειρα περαιτέρω ανύψωσής μας. Αυτό θα γίνει μέσω της έρευνας, της μελέτης και της τριβής μας με τους ποιητές, τις ποιήτριες και όλων όσων αγωνιούν οι ίδιοι και θέλουν να βγάλουν προς τα έξω.



Ερ. Έχετε διαγράψει μια πορεία στην ποίηση αλλά και από το διαδίκτυο όπου έχετε το δικό σας μπλογκ. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο;

Απ. Με την «ιδιότητα» πρώτα απ’ όλα του ακροατή της ποίησης, ναι, έχω διαγράψει μια πορεία στην ποίηση. Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες. Ξεκίνησα μεν το μπλογκ/ιστοσελίδα, πρώτον, από ένα προσωπικό καπρίτσιο της στιγμής, αλλά και επειδή είχα πάρα πολλά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους να δώσω προς τα έξω που αλλιώς δεν θα είχαν την τύχη αυτή. Και, βέβαια, για να δημοσιεύσω τα δικά μου ποιήματα. Με τον καιρό «Το Κόσκινο» εξελίχθηκε σε αυτό που είναι τώρα. Ασχολούμαι με αυτό, ενημερώνοντάς το κάθε βράδυ. Αφιερώνω σε αυτό, μία ώρα της καθημερινής μου ζωής.



Ερ. Ποιες άλλες δραστηριότητες έχετε; 

Απ. Είμαι οργανωτής μηνιαίων ποιητικών εκδηλώσεων στην πόλη που διαμένω. Οι ποιητές που διαβάζουν στις εκδηλώσεις αυτές προσπαθώ να προέρχονται από διαφορετικά εθνοτικά και πολιτισμικά υπόβαθρα, αν και η πλειοψηφία είναι Αυστραλοί αγγλοσαξονικής καταγωγής. Ωστόσο, προσπαθώ να προωθώ πάντα, στο βαθμό που μπορώ, ποίηση σε μετάφραση, κι αυτό γιατί η εδώ κοινωνία είναι κυρίως μεταναστευτική και πολυ-πολιτισμική και υπάρχουν αρκετές φωνές εκεί έξω που δεν ακούγονται. Και αυτό γιατί μπορεί η αυστραλιανή κοινωνία να είναι πολυεθνική και πολυπολιτισμική, όμως η αγγλοσαξονική κουλτούρα και σκέψη εν πολλοίς κυριαρχούν. Συμμετέχω, επίσης, στην παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών εκπομπών σε εβδομαδιαία βάση, ενώ η ενασχόληση με την ιστοσελίδα μου γίνεται, όπως είπα πριν, σε καθημερινή βάση. Κάποιες φορές ασχολούμαι και με την ποιητική μετάφραση.



Ερ. Πόσα χρόνια ζείτε στην Αυστραλία; Με τι ασχολείστε και σε ποια περιοχή κατοικείτε;

Απ. Στην Αυστραλία βρίσκομαι από το 1992 και από το 1995 έως σήμερα εργάζομαι ως διορθωτής στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». Έχω σπουδάσει Δημοσιογραφία και διαμένω στη Μελβούρνη.



Ερ. Ποια είναι η πνευματική κίνηση στην πόλη που ζείτε;
Απ. Αν μιλήσουμε από πλευράς ποίησης, υπάρχει μεγάλος αριθμός ποιητών και ποιητριών, που εκπροσωπούν όλες τις φόρμες και σχεδόν όλες τις τεχνοτροπίες. Οι «σκηνές» είναι αρκετές, γίνονται αρκετές αναγνώσεις, κυρίως σε μηνιαία αλλά και εβδομαδιαία βάση, σε κάποιες περιπτώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Υπάρχει ένα ειδικευμένο βιβλιοπωλείο ποίησης στη Μελβούρνη, το Collected Works, όπου κάποιος θα βρει μόνο ποίηση. Εκεί γίνονται τακτικά παρουσιάσεις κ.λπ. Υπάρχει ακόμα και το Melbourne Poets Union, σύνδεσμος δηλαδή που τα μέλη του είναι μόνο ποιητές. Γίνονται ακόμα διαγωνισμοί, εκδόσεις και άλλα. Σε γενικές γραμμές, η Μελβούρνη είναι μια πάρα πολύ ζωντανή πόλη για πολλά πράγματα που αφορούν τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικώς. Άλλωστε, να μην ξεχνάμε ότι είναι μια από τις τρεις πόλεις του κόσμου που έχουν χαρακτηριστεί Πρωτεύουσες Λογοτεχνίας.



Ερ. Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το Ίντερνετ να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Απ. Σίγουρα είναι μια πολλαπλή διέξοδος η χρήση της τεχνολογίας σήμερα και το επικροτώ. Αλλά, αν και εγώ ο ίδιος άνθρωπος της τεχνολογίας, δεν εναντιώνομαι στον παραδοσιακό τρόπο δημοσίευσης (εξ ου και οι δικές μου συλλογές). Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός και των δύο τρόπων, ηλεκτρονική ποίηση και ποίηση σε χαρτί, παραδοσιακά. Έχει αποδειχθεί ότι ενδείκνυται. Δεινοί μπλόγκερς προτιμούν να εκδίδουν συλλογές σε χαρτί.



Ερ. Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Απ. Αν μιλάτε για τους Έλληνες ποιητές, θα πρότεινα να ξαναδιαβάσουμε προγενέστερους συγκεκριμένους ποιητές. Κυρίως, όμως, θα πρότεινα να διαβάσουμε τους περισσότερους από τους σημερινούς ποιητές. Δεν θα ήθελα να πω ονόματα, αλλά τελευταία κυκλοφόρησαν κάποιες δίγλωσσες Ανθολογίες από αγγλόφωνους εκδοτικούς οίκους, όπου παρουσιάζονται ποιητές του σήμερα οι οποίοι ηλικιακά βρίσκονται στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής τους και κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη μια παρουσία. Μια από αυτές τις Ανθολογίες είναι και η «Austerity Measures – The New Greek Poetry» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Penguin, με κύρια ευθύνη και επιμέλεια της Karen van Dyck. 



Ερ. Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Απ. Διαβάζω ποιητικές συλλογές, αλλά όμως και άλλα βιβλία. Διαβάζω καθημερινά, κυρίως στα τραμ και τα τρένα, αλλά και στο σπίτι. Οι ποιητικές συλλογές που έχω δίπλα μου για να διαβάσω άμεσα δεν είναι ελληνικές, είναι αυστραλιανές, στην αγγλική γλώσσα. Είναι του Ian McBryde (γνωστού ποιητή και μουσικού εδώ) με τίτλο «We the Mapless» και του Lionel G. Fogarty (Αυστραλού ιθαγενή ποιητή και αγωνιστή) με τίτλο «Mogwie-Idan – Stories of the Land». Ίσως μεταφράσω κάποια από τα ποιήματά τους. Επίσης, πολύ πρόσφατα διάβασα ποιητικές συλλογές κυρίως Κυπρίων ποιητών, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με αυτούς (Γ. Καλοζώης, Μ. Παπαδόπουλος, Γ. Χριστοδουλίδης, Λ. Γαλάζης, Α. Καϊμακλιώτη) και άλλων.



Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;

Απ. Είναι πάρα πολλά τα αγαπημένα μου ποιήματα, αλλά εδώ διαλέγω το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου «Το μαχαίρι» (από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-19740)» εκδ. Ύψιλον 1991):
Το μαχαίρι. Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/ έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο./ Στο μεταξύ/ όσο δουλεύεις στον τροχό/ πρόσεχε μην παρασυρθείς/ μην ξιπαστείς/ απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων./ Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


*Αναδημοσίευση από το http://maxitisartas.gr/single_page.php?catid=&id=4760