Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αδύνατο

60magiakofski

Μόνος δεν μπορώ –
να κουβαλήσω ένα πιάνο
(πολύ περισσότερο –
μια σιδερένια κασέλα).
Κι αν δεν μπορώ την κασέλα,
Ούτε το πιάνο,
Τότε πως
Να κουβαλήσω την καρδιά μου, παίρνοντάς την πίσω.
Οι τραπεζίτες ξέρουν:
«Πλούτη αμύθητα έχουμε.
Οι τσέπες δε φτάνουν –
Τα βάζουμε στην κασέλα».
Η αγάπη
είναι μέσα σου –
σαν πλούτος σε σίδερο –
την έκρυψες,
γυρίζω
και χαίρομαι σαν Κροίσος
Και πάλι,
αν το θελήσω πολύ,
ένα χαμόγελο να πάρω,
μισό χαμόγελο
και πιο λίγο,
με άλλες ξεφαντώνοντας,
θα ξοδέψω τα μεσάνυχτα
ρούβλια δεκαπέντε λυρικά ψιλά.

Νίκος Καρούζος, Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα

-1

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.
Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα…

Δήμος Βιλαέτης, Η ομάδα

10352958_808704592485273_2564728705184663064_n

Πως άλλαξε
η Τραπεζούντα
μόλις
έφτασε κοντά μας.
Ολονυχτίς
Περιμέναμε
τα τελευταία της σπίτια,
αλλά το πρωί
φάνηκε στρατός.

Κυνηγημένοι
απ’ το ζώο Ισλάμ,
μ’ όλα
τ’ αρχεία καημένα
και τη ζωή
αμπολυτή σαν κοπρόσκυλο,
δίχως παρελθόν,
μ’ όλες τις μνήμες
συμπυκνωμένες
απάνου στο πετσί,
είπαμε.

«Αξίζει ο άνθρωπος».
Και φύγαμε
για τη πόλη Ταρσό
να συζητήσουμε
για το δικαίωμα
του εμετού,
και τη τύχη

των θριάμβων,
για το τέλος
της εξουσίας του χώρου.

Ασφυχτικά
στριμωγμένοι στο τραίνο
μ’ άρχοντες
φοβηθήκαμε
τη σφαγή.

Αλλοίμονον
ο πλούτος.
Ο καρδινάλιος
ερωτευμένος
με το βαρονέτο,
ανταλλάσουνε τα κλειδιά
των πόλεων.

Βαρύτητα
είναι
η εθνική ιστορία!
Το ιδιωτικό
μουσείο των Ελλήνων.
Οι κοντυλοφόροι.
Η κρατική τους
χορηγεία.
Αυτό
το συμπαγές ζεύγος.
Ο έρως
των πραγμάτων.
Τ’ όνομά σας

Το κενό..
Το κενό…

Κάπου
έξω απ’ το μούτρο σας
αρχίζει
το Πάνθεο των πληβείων.

Το όλον μου
αντιμετωπίζει
το κάτι σας.

Θα συλληφτούμε.
Θα θέσουμε τη σάρκα μας
στη διάθεση
των πυγμαίων σας.

Κι ύστερα
θα μετρηθούμε.
Όλοι κι όλοι
χίλια εκατομμύρια
μεταχειρισμένοι,
άχρονοι, ανυπόληφτοι,
προικισμένοι
με το λαϊκό ελάττωμα
της αγάπης,
υπήρχαμε.

*Από τη συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας, 1985.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός

10614166_10204704897648407_2879713933131939663_n

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
Που ράγισε στα χέρια μου
Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
Μέχρι που κομματιάστηκε.
Ζωγράφισα τη μοναξιά·
Με το βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.
Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει.
Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
Πύργους ονειρεμένους έχτισα
Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν,
Στον δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν,
Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω.
Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.
Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.

Nanja Noterdaeme, Άνοιξη

1375935_582465258486102_1256517783_n

Η επιθυμία θαμμένη σε
χιονισμένο τάφο,
είμαστε τόσο μικροί κι εμείς
τόσο αδύνατοι και όλοι μαζί δυνατοί
λένε…
Όλοι μαζί μια εικονική πραγματικότητα
αντικαθιστούμε μια κοινωνία,
Είμαστε, δεν είμαστε,
Το έχουν ξαναπεί, είμαστε τόσο μικροί
και οι εικόνες πολλαπλασιάζονται.

Σε φαντασμένες σκιές νερού
παίζουμε βατραχάκια,
με πετραδάκια, πετρούλες, βότσαλα,
σφεντόνες στα πελάγη των αναμνήσεων,
τεντωμένη αναζήτηση της συντροφικότητας,
επέκταση του κύκλου, δυο τρία, τέσσερα,
πέντε κύκλους αλλά
τόσο μικροί στα πελάγη των επιθυμιών,
ανήμποροι
σκαλίζουμε ειδώλια, μερικά μικρά,
τα μεγάλα προσδοκούν την
αιωνιότητα, προσπαθούν να στέκονται
στις μύτες για να φτάσουν ψηλά.

Ελεύθερη, η άνοιξη μας προειδοποιεί
μας αγκαλιάζει η λάμψη της,
το χάδι του σούσουρου, το φεγγάρι, το μαγικό
πανσέληνο, χρυσαφένιο στεφάνι
που ξυπνάει τα σπουργίτια,
φτερουγίσματα των ψυχών μας,
φυσική κίνηση της καθημερινής μας ζωή,
υπόκλιση στην φύση.

Αργύρης Μαρνέρος, Καθαριότητα

10404454_862032327162410_2080855099196879989_n

Η δασκάλα έλεγε

Πάντα

Πως η καθαριότητα

Είναι

Μισή αρχοντιά

Η μαμά σας

Θα κόβει τα νύχια

Ο κουρέας τα μαλλιά

Όσο για το μυαλό σας

Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι

Να σας το παίρνω

Πάντα σύρριζα.

Γιάννης Υφαντής, Καθρέφτης

GRN05APL08-082_edited-1

Στους περισσότερους ανθρώπους
βλέπειςτον εαυτό σου
“δι’ εσόπτρου εν αινίγματι”.
Σχεδόν πάντα μπροστά σου στέκουν ή περνούν
στενοί καθρέφτες, ραγισμένοι ή θολοί.

Και σκέφτομαι
που η παρουσία του Θεού ή όπως λένε η Δευτέρα Παρ-ουσία
άλλο δε θα ‘ναι
παρά μόνο ένας μεγάλος καθρέφτης καθαρός
όπου ολόκληρο θα δεις τον εαυτό σου κι ολοκάθαρη
της παρουσίας σου την ουσία θα χαρείς.
12 Νοέμβριος 2008 12:27 πμ

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://nosferatos.blogspot.com/2008/11/blog-post_230.html?showComment=1226442420000

Τζακ Κέρουακ, Κρασί στους αλήτικους δρόμους

Θα μπορούσα να κάνω κάτι χειρότερο
απ’ το να κάθομαι στους αλήτικους δρόμους
πίνοντας κρασί,
απ’ το να ξέρω πως τίποτα δεν έχει σημασία τελικά
να ξέρω πως δεν υπάρχει πραγματική διαφορά
ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς
να ξέρω πως η αιωνιότητα δεν είναι ούτε
νηφάλια ούτε μεθυσμένη, να ξέρω όλα τούτα
νέος και να ‘μια ποιητής,
θα μπορούσα να ήμουν επιχειρηματίας και να λέω
τρομερές βλακείες και να πιστεύω πως ο Θεός
νοιάζεται για μένα,
αντί γι αυτό έκατσα σταυροπόδι σε μοναχικές
παρόδους και κανείς δεν με είδε, μόνο το μπουκάλι
είδαν κι αυτό είχε αδειάσει
κι έκανα έρωτα σε καλαμποκοχώραφα
και σε νεκροταφεία
για να μάθω πως οι νεκροί δεν κάνουν φασαρία
για να μάθω πως τα καλαμπόκια μιλάνε
(το ’να στ’ άλλο με χέρια γέρικα ξερά)
έκατσα στα σοκάκια νιώθοντας τα φώτα του νέον
και κοιτώντας τους επιστάτες της μητρόπολης
να στύβουν τις πατσαβούρες τους κάτω στα
σκαλιά της εκκλησίας.
Κάθομαι πίνω κρασί
και αγιάζω στις γραμμές του τρένου
απ’ το να είμαι εκατομμυριούχος και πάλι προτιμώ
να σωριάζομαι με κάποιον άμοιρο και φτηνό ουίσκι
στην πόρτα μιας αποθήκης, με θέα μεγάλα ηλιοβασιλέματα
σε χορταριασμένους αγρούς του σιδηροδρόμου
να ξέρω πως όσοι κοιμούνται στο ποτάμι
έχουν μάταια όνειρα, να ‘μια σταυροπόδι
μες στη νύχτα και να γνωρίζω τα πάντα
να ‘μια μοναχικός σκοτεινός
με το οπτικό νεύρο παρατηρητής
του διαμαντιού του κόσμου
που στροβιλίζεται.

*Από την Ανθολογία “Μπιτ ποίησης”
, εκδ. Ροές. Εμείς το πήραμε από τον τοίχο του Σούλη Θωμόπουλος από το facebook. 


Jorge Luis Borges, “Μαθαίνεις”

7559_10151893086098525_633289037_n

Μετά από λίγο μαθαίνεις

την ανεπαίσθητη διαφορά

ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι

και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι

Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις

πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια

Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου

με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα

Με τη χάρη μιας γυναίκας

και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις

όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,

γιατί το έδαφος του Αύριο

είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια

…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο

να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…

Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου

μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ

Αντί να περιμένεις κάποιον

να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις.

Jorge Luis Borges, You learn

After a while you learn the subtle difference

between holding a hand and chaining a soul,

and you learn that love doesn’t mean leaning

and company doesn’t mean security.

And you begin to learn that kisses aren’t contracts

and presents aren’t promises,

and you begin to accept your defeats

with your head up and your eyes open

with the grace of a woman, not the grief of a child,

and you learn to build all your roads on today

because tomorrow’s ground is too uncertain for plans

and futures have a way of falling down in mid-flight.

After a while you learn

that even sunshine burns if you get too much.

So you plant your garden and decorate your own soul,

instead of waiting for someone to bring you flowers.

And you learn that you really can endure.

That you really are strong.

And you really do have worth.

And you learn. And learn.

With every good-bye you learn.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο La Casta Diva στη διεύθυνση http://lacastadiva.wordpress.com/2014/09/08/480/

Angela Costi, Η λειτουργία της γιαγιάς Μαρούλας

mpougada

η ζωή εν τάφω

στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας
η ζωή εν τάφω

Όταν γελάει είναι το ξεραμένο σύκο να το φας τις γιορτινές μέρες,
αυτή είναι η Γιαγιά γύρω μας ξανά, στα μπλε,
κι αυτός είναι ζωντανός εκεί λέγοντάς της να σωπάσει,
δεν υπάρχει κανείς αληθινός δόλος,
πίσω απ’ την τηλεόραση δεν υπάρχει καμιά παγιδευμένη πόρτα,
τίποτα δεν μπορεί να γλιστρήσει μέσα ή έξω,
όλα τα μονοπάτια οδηγούν στο ασφαλές μέρος όπου η τροφή και η σκέψη εναρμονίζονται,
φτιάχνει σάντουιτς αντί για σούπες, σήμερα είναι απλό –
ένας κίτρινος μπόγος σαπουνιού και χαρτιού τουαλέτας
– ποιος θα πάρει την πρώτη μπουκιά;
Στο Anglesea αφήνει το φουλάρι της να σκουπίσει την άμμο και αυτή πέφτει
σαν τρελή για τα κύματα, σαν να γίνεται το μαύρο γαρύφαλλο στο ρυζόγαλο
μαδημένο πάντα, πριν το άρωμα κατακλύσει την μπουμπουκιασμένη γεύση ενός μωρού, κλαίγοντας για κάτι να νανουρίσει τη γλώσσα του
και τρέποντας σε φυγή το κεντρί.

η ζωή εν τάφω

τόσο μακριά
απ’ το Αρχαίο Ελληνικό Ευαγγέλιο
που μυρίζει λιβάνι
πρόσωπα εικόνων σε πλαίσιο

τόσο μακριά
απ’ τον παλιό μου τόπο

η ζωή εν τάφω

Μόνο για τον Enzo θα σπάσει την πασχαλινή σοκολάτα σε αρκετά κομμάτια
αναμειγνύοντάς τη με μακαρόνια,
ανοίγοντας και κλείνοντας το σιωπηλό του σπήλαιο,
τροφοδοτώντας τη νεκρή του σύζυγο,
προσευχόμενη στα παιδιά του να επισκεφτεί τα μάτια του Enzo για να της μιλήσουν
– τα ζωντανά φαντάσματα είναι δυσκολότερο να ευχαριστηθούν.
Κανένας δεν μπορεί να την εμποδίσει από το να χτυπάει τη γροθιά της στα κόκκινα τούβλα,
τα αίματα πρέπει να περιπλέκονται στα σχέδια με τα μπλε νήματα σαν κρόσσια
σχηματίζοντας μια βουνίσια λίμνη, χωριάτικους λόφους, λουλούδια από αρχαίο χώμα –
κοιτάξτε τα όμορφα πετσετάκια μου
– ένας χάρτης λεηλασιών, μια ζωή μαχαιριών, βράχων και ουροδοχείων.

Αυτή θα ξεπεράσει τις προσδοκίες για να φτάσει σε μια πλήρη ωριμότητα
που μόνο οι ευλογημένοι φτάνουν.
Απόψε θα κοιμηθεί μ’ ένα χρωματισμένο αυγό κάτω από το μαξιλάρι της
που θα ραγίσει
και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της.

η ζωή εν τάφω

καθώς το τελευταίο φύλλο αγκαλιάζει
το μαραμένο δέντρο
κάνοντας την τελική του προσευχή

στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας

η ζωή εν τάφω
η ζωή εν τάφω
τόσο μακριά από…

και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της

τόσο μακριά από…

η ζωή εν τάφω

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.