Στέλλα Δούμου, 18 Σεπτεμβρίου, μνήμη Παύλου Φύσσα

10454551_10152756977842369_5554887931931514292_n

Ακούστε ξένοι πώς κελαηδάνε τα μαλλιά του

όταν γέρνει στο λευκό του καιρού να κοιμηθεί

και τα κειμήλια νερά τον ανασαίνουν.

Κι όταν ξυπνά, γλείφει το μέλι των σκιών και προχωράει.

Περνά δίπλα από αναμμένα μήλα

από ρίζες καγκελόπορτες

περνά απ της αυγής την κόψη και δεν κόβεται

περνά από κάτεργα σπηλιών, από σπασμένα καλοκαίρια

κι απ’ τους αμυγδαλότοπους

στις αορτές των ποταμών φτάνει ολοκάθαρος.

Και όταν πεινάσει για ψυχή καίει λιβάνι.

Ράβει το χρόνο πίσω του 
και πάει
και πάει και προχωράει

φυσώντας φως

κεντρώος στον ελάχιστο κύκλο της μνήμης.

[Κι αν τύχει, ξένοι, και τον δείτε

δώστε του άζυμο ψωμί, κρασί και σβώλους από χώμα

και νύχια από ζάχαρη να ξύνει τους καθρέφτες].

*Από τον “τοίχο” της ποιήτριας στο facebook.

Κώστας Δεσποινιάδης, Mνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

ceb2cf85cf81cf89cebd-cebbceb5cebfcebdcf84ceb1cf81ceb7cf83-2

Γραμμένες έχω τις υψιπετείς
θεωρίες
τα μεταδιδακτορικά στη σημειολογία
τα Dasein, τα Vernunft/Verstand
και τα λοιπά μπαρμπούτσαλα
από εκκολαπτόμενους παπαγάλους
ακαδημαϊκούς
που δεν ξέρουν μήτε γιατί δούλευε
χαμάλης ο Άρης Αλεξάνδρου
μήτε και πού μετέφρασε τους “Δαιμονισμένους”

σε θέλω νύχτα
να χτυπάει η φλέβα σου
να κλαις με Λεοντάρη
για τ’ άδικα του κόσμου
να μη σε πιάνει το μάτι τους
ει δυνατόν ούτε το στόμα τους

εν γη αλμυρά το δάκρυ σου
πάντα με τους λησμονημένους

Άρης Αλεξάνδρου, Από τα Ανεπίδοτα Γράμματα

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει τη μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα ΙΙΙ

DSC_0256

Τα σχέδιά μου;
Για μένα τίποτα πια.
Απλά ν’ αντέξω.

***

Άλλοι στο μέλλον
Κι άλλοι ζουν στο παρελθόν.
Στο παρόν κανείς.

***

Σύντομη ζωή.
Διαρκούν μόνο στιγμές.
Κι αυτές στη μνήμη.

***

Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.

***

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Alejandra Pizarnik, Ποίημα για το χαρτί μου

alexandra1

διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!\

*Από τη συλλογή «Η πιο ξένη γη», 1955. Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη.

Kaveh – The Unlikely Poet

 Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal


Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

I didn’t give you away to updated metaphors, 

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

I write to you again, this is yours

for the time you were mad at me for

changing the words to a poem I wrote

when I didn’t know how to write poetry,
when all I did was pour a mess onto paper 

hoping the ineptness of my effort would be concealed by your smile – 

because you liked it.

I write to tell you that,

your butterfly wings carry an eagles soar my beautiful, 

I am forever looking yet unable to

find enough expression to describe your resilience 

you hold so much sorrow

in the palm of those two hands, 

Yet, your wrists don’t bend beneath

the weight of memories.

Instead and in silence 

abuse and violence 

holds your childhood

beneath a staircase

blemishing your cavity

you wash away the stains with tears

you’re stronger than I’ll ever be

cause even thought I chase time 

way past its 24th hour daily

and fill my moments with everyone else’s story -except ours-

you were still prepared to stay with me

I just couldn’t hold you ransom to a maybe

So I had to let you go…

and I know you don’t believe me 

when I say this, but it killed me

know that you are the words inside many blank pages to come, 

more than you have already filled 

you are the exclamation to every pause that will give hearts reason to go on. 

I will forever hold you close,

even when you’re inside the embrace of another man 

cause I don’t need hands to feel your pulse.

So I write to you again

To tell you that I am further away 

from certainty than ever before, 

I’m sorry I couldn’t promise you more

like a walk down the isle

I couldn’t bring a future to heal your scars 

because I -myself- am still licking wounds 

wondering 

lost, 
like a wolf, bullet grazed in a jungle far away from home

You must know that

I didn’t give your poem away to updated metaphors,

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

So I write to you again…

This is yours

K.


Mirror ©
2014

Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

Βάσσος Γεώργας, ξεροσταλιάζει η υπομονή μου

10385469_10202799822572511_9032603037943605179_n

ξεροσταλιάζει
η υπομονή μου φιλάσθενη
πικρή αρετή με κέρατα
όρθια σαν κυπαρίσσι
κι όπως βγάζει φυσαλίδες
το νερό όταν βράζει
βγάζω κι εγώ απ’ το κόρφο μου
κιτρινισμένα ποιήματα
σπάνια λογάκια αγάπης
παράξενα αγγελούδια
καρφωμένα σε σταυρό
με πρόκες μυτερές
ανακρίβειες του κενού
χρόνου το χάος κρύβω ταυτότητα
και διαβατήριο
και παριστάνω
πως δεν ακούω
το χέρι που ήρεμα
χτυπά τη πόρτα
της καρδιάς μου
έτσι ωραία
που΄ναι αμπαρωμένη
πιο ατζαμής ποιητής
απ΄όλους κι όπως το σκοτάδι
αδελφούλα μου ψυχή
μας απορροφά σαν σφουγγάρι
εσύ κι εγώ άνθρωποι γυμνοί
συνηθισμένοι να ζούμε
προδομένοι απ΄τα ψέμματα
σε μαύρο παραπέτασμα
χάνουμε τη σκιά μας
κάθε μέρα κάθε ώρα
και πελαγώνουμε
χωρίς να παριστάνουμε τίποτα
ούτε καν τους ερωτευμένους

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν ΙΙ

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.

Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –

Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα 
         μεγέθη του.

*Πηγή: Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
πηγή: http://ebooks.edu.gr/

Ζακ Πρεβέρ, Μπαρμπαρά

10398666_10202328584758977_985053667169785679_n

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

Έκτωρ Κακναβάτος, Περί τελείας καύσεως

pagides

Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά
σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει
ότι δεν του πάει η μεταφυσική
μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα
ίσα να κλείσει η εμπατή
να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω
να μη μαθαίνει
και μόνο σαν έρθει ο καιρός
απάνω να διαβαίνουν τα νερά
και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα
ν’ ακούει να θυμάται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17, σελ. 34.