Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης), Velut Somnia

64776_300752226794143_1212450704252113709_n

Ακούω τη γη, τα δέντρα, τα βράχια,

τον καμπυλωτό δρόμο μέσα στην σιωπή

ανάμεσα στη δύναμη που αναβλύζει απ’ τις πηγές,

κάτω από τις όχθες χωρίς το βήμα των αστεριών.

Ακούστε τον άνεμο, τα τριζόνια, τη μοναξιά

μέχρι την είσοδο της αυγής με τη δροσιά το χάραμα,

η νύχτα μια σκιά, η μέρα ένα φάντασμα

χωρίς κατανόηση αστράφτουν στη συνέχεια.

Από την αιώνια πρόσοψη εισέρχεται ο τόπος κι ο χρόνος,

μάρτυρας – ποίων; Μεταξύ άλλων και κανενός,

ποιο το όνομά μου πέρα από μένα,

τί μέτωπο να υψώσω στα μάτια του κόσμου;

Ο ήχος, η ακτίνα, η ταραχή και το όνειρο

καθώς σπέρνω το όραμα μέσα μου

με το βλέμμα στην ροή των υδάτων του παρελθόντος

με το βήμα στον βυθό των τάφων.

Περνώ τα δάχτυλά μου πάνω, από το σαν μάσκα περίγραμμά μου 

ρωτώ την μοίρα όπως οι τυφλοί μπροστά στο κενό,

σκληρή σιωπή οι απώλειες και οι μνήμες, –

στην στέψη των σιγοκαίνε οι λέξεις.

1938

*Ο Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης) ήταν ελληνικής καταγωγής μέγιστος υπερρεαλιστής ποιητής, συμμαθητής και στενός φίλος του Triastan Tzara (1895-1964)

Βύρων Λεοντάρης, Η ομίχλη μπαίνει από παντού

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης.
Σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Γιάννης Ρίτσος, Ερωτική ποίηση

ritsos


Από το «Γυμνό σώμα»

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

*

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ΄.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

Άρης Αλεξάνδρου, Θα επιμένεις

65886581_e6700080-tunguska_event_site-spl

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως να ’σουν σίγουρος πως θα ’ρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα ’χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

Arthur Rimbaud, Μεθυσμένο καράβι

10698453_881210295244613_1040541789204908207_n

Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

*
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

Άννα Νιαράκη, Έξι βήματα πριν

dream_by_matrx06pl-d3c59f3

Στην κατάτμηση μιας αναρχίας
ηλιόλουστης˙
στο βάθος της απέραντης ομορφιάς,
στο μυστικό του κήπου του Οδυσσέα,
στα κίτρινα σπασμένα παράθυρα,
στα νύχια της τίγρης˙
η νύχτα επικάθεται σαν υμένιο.
Αλάβαστρο και χάλκινα νομίσματα-
σπονδή στα υλικά της ιστορίας-
και χώμα,
χώμα πολύ.
Λευκός πηλός σαν
πλευρό αναιμικού Αδάμ
η παλάμη μου.
Ένα για τον κρατήρα,
δύο για το σύννεφο
και τρία για τη σκόνη.
Έξι βήματα πριν την έκρηξη.
Με επιμονή
σου γράφω γράμματα που
δεν έχουν λέξεις.

Έναστρη νύχτα
στάζει απ’ το ταβάνι
η εξάντληση.
Πόρτα ανοιχτή
στου άπειρου το στόμα
αυτή η νύχτα.
Σχεδόν μηχανικά
ξύνω στραβά τη μύτη
του μολυβιού μου.
Και γράφω
απ’ την αρχή
μια ιστορία χωρίς
Αρχή.
Νύχτα χωρίς πόρτες
ορθάνοιχτη χάσκεις
σαν στόμα.
Άστρα που στάζουν
λέξεις στο γράμμα της
εξάντλησης,
ένα για τη λάβα
δύο για τη φωτιά
τρία για την έκρηξη•
έξι βήματα πριν το τέλος.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, Παρίσι 2012.

Ευτυχία Παναγιώτου, Καρδιογράφημα

110041320314423

η μνήμη μου, ένα λασπωμένο ποτάμι
που ρέει στα χέρια σου και
στο έλεος μου το μπουκάλι σπασμένο,
σώμα ριγμένο σε δάχτυλα ξένα
καρπωμένα παραίτηση.
ένα μωρό πνιγμένο, προσφορά της σιωπής μου,
που αφήνω να μοιάζει πως κοιμάσαι
φασκιωμένος με τους πόθους μου
μέσα στη χούφτα που μεγάλωσα του μέλλοντος
κοιτώντας μόνο τις ευθείες.
—————
ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.
————
στη θάλασσα που πόθησα
στη θάλασσα που γνώρισα
ποτάμι πριν γίνεις και παγώσεις
μια χαρακιά ευθεία στο στήθος μου
για να θυμάμαι.
————

*Από τη συλλογή “Ο μέγας κηπουρός” (2007). Το ποίημα πάρθηκε από το ιστολόγιο Κενός Τίτλος στη διεύθυνση πάhttp://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/03/13/panagiotou/

Elisabeth Hames-Brooks, Under the Canopy

35627-1000x800

Branching images above imprinted,
forest canopy’s umbrella of Mountain Ash one hundred metres,
stream’s path bounded by tree ferns and myrtle beeches,
clinging to stone rock moist air fronds breathe,
lyrebirds’ songs of mimicry,
wombat’s leisurely dawdle,
a life system interwoven and interconnected ─
outside the rain showers,
inside a tranquil calm of gurgling waters.

LHB

*Identified as the Traditional Country of the Gunaikurnai, Tarra Bulga National Park, South Gippsland, provides of some of the best examples of original cool temperate rainforests of the Strzelecki Ranges. In terms of its comparatively recent history, in 1840 Polish ‘Count’ Strzelecki and his party cut through thick scrub to reach Western Port exhausted having been saved from starvation by guide and hunter Charlie Tarra.
On the 22nd of October, 2010, the Federal Court of Australia recognised the Gunaikurnai people’s native title over much of Gippsland, and on the same day they were the first to enter an agreement under the Traditional Owner Settlement Act 2010 with the State of Victoria.

Information drawn from:
http://parkweb.vic.gov.au/explore/parks/tarra-bulga-national-park
http://monumentaustralia.org.au/themes/landscape/discovery/display/30900-count-paul-edmund-de-strzelecki
http://www.justice.vic.gov.au/home/your+rights/native+title/gunaikurnai+native+title+agreement
© Copyright Elisabeth Hames-Brooks 2014

Erich Mühsam, Αιώνια Ζωή

7595_1453769621528613_2519038115552744476_n

Τα κεριά σβήστε στους βωμούς!

Σε εκκλησιές κι άλλους ναούς

Θεός δεν μένει.

Ούτε στα νέφη κατοικεί,

παρά στη θάλασσα είναι εκεί

την αφρισμένη.

Στις πιο ψηλές βουνοκορφές,

στα χιόνια κάντε προσευχές,

που άνεμος δέρνει.

Στο τζάκι δίπλα στην πυρά,

όταν ενώνεσαι με την γυμνή κυρά,

ο Θεός προσμένει.

Η ευλογία του είναι εκεί

κι όταν σμίγουν το σώμα κι η ψυχή,

μέσα σας μπαίνει:

τότε που η ώρα αιώνια διαρκεί,

γεννάτε εσείς Θεό πάνω στη γη,
Πιστοί μου φοβισμένοι!

Όλα απλώνουν ρίζες στην ακμή,

ανθίζουν κι έρχεται η παρακμή,

που θα χαθούν.

Μα όταν πίνετε κρασί,

ξέρετε πως σιμώνει η στιγμή

που πάλι θα τρυγούν.

Εδώ, επίγεια, είναι η Ζωή,

γιατί ό,τι άνθρωπο με άνθρωπο ενώνει,

ο θάνατος δεν το νικά και δεν το εξοντώνει.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Από το http://poiein.gr

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Μάτια που με κοιτάζουν καθώς περνώ


10338721_300051260197573_2418262707546641384_n

Γυρίζουν πίσω οι στιγμές

διάφανες σαν τη βροχή του πρωινού

κάθονται την ώρα του καφέ πάνω στη μνήμη.

Οδός Ακαδημίας.

Θυμάμαι τα μάτια σου.

Όχι το όνομά σου.

Τι σημασία έχουν τα ονόματα

Αφού μέσα στα μάτια υπάρχουν τα τοπία

Ποτάμια βουερά και πέλαγα

και λέξεις που αγαπήσαμε μέσα στο χρόνο

Βλέπω τα μάτια σου και πνίγομαι˙

μόνο τα μάτια σου θυμάμαι

κι αναβλύζουν δάκρυα και αρώματα απ’ όλη μου την ύπαρξη 

βλέπω, τους ολάνθιστους κάμπους

βλέπω τη συντριβή μου.

Γίνομαι πολυμήχανος,

για να χωθεί και πάλι εντός σου η ψυχή μου.

*Από τις “Σκυθικές Ερημίες”, εκδ. Κολωνός, Αθήνα 1996.