Λευτέρης Πούλιος, Αθήνα

02_003

Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα.
Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.

Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

*Από τη συλλογή “Γυμνός ομιλητής “, Αθήνα 1977.

Κοραλία Θεοτοκά, Αντί στεφάνου

_0004

Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι
γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού
άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες
συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες
σώπασες τ’ όνομά σου μες στη βοή της λάσπης
περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα
με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα.

Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν
για τη ζωή, όχι στο χαμό της
για την τροφή, όχι τη στέρηση της
για τη γνώση, με τη γνώση
ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων
ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης
ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας.

Θα ‘ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι
και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.

*Από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα» στον τόμο Τα κείμενα της- Τα κείμενα για το έργο της, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1977.

Λένα Παππά, Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου

9__536_x_398_

Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
κείτεται
-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
και συ στο σπιτάκι σου, μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.

Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,

για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…

Diane Di Prima, In The Poetry Deal

Diane Di Prima’s new book from City Lights – The Poetry Deal is out.

We’ve reported before about her recent health difficulties at
http://ginsbergblog.blogspot.com.au/2013/08/diane-di-primas-birthday-parkinsons.html

The emergencies still remain but still the urgency of the work, still the extraordinary achievement of the work. “In The Poetry Deal”, her publishers write, (di) Prima maps out over forty years of San Francisco history, from the culture of the late ‘Sixties, to her grief over her friends’ passing during the AIDS epidemic, to stories of her countercultural colleagues and the rapidly changing environment she has seen take place over the years in (San Francisco), the City by the Bay. Though (she) admits that the city is different today than it was in the “Golden Years” she had once experienced, she retains a sense of hope and positivety throughout her poems, a vision of the future that she outline(s) clearly in her address..”

1517507_816126408448494_4338632066087408613_n

Jonah Raskin’s recent interview with her in the San Francisco Chronicle at
http://www.sfgate.com/books/article/Interview-with-poet-Diane-di-Prima-5874262.php
is a little window into this positivety and not to be missed – “Poetry is my life, my commitment”, she declares, “I accept it unconditionally” – “I look out and see what once existed, not what’s actually there.

A brief selection from the book can be found here http://realitysandwich.com/228902/some-words-about-the-poem
on our good friends Reality Sandwich page.
Further excerpts are available via her City Lights page at http://www.citylights.com/book/?GCOI=87286100643970&fa=details

Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα

DSC08040

Ξανά

Έγραψα το ποίημα στο στήθος μου
και του το έδωσα

το πήρε, το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του,
κι έφυγε μ’ ένα αμφιλεγόμενο βλέμμα που πετάριζε

δεν ήρθε εκείνο το βράδυ, ούτε το επόμενο

μα ήρθες εσύ έπειτα από πολλούς ανέμους
και σου έδειξα την όασή μου ∙
ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και λέξεις,
λέξεις..
και πάλι λέξεις..

«αυτός, είναι ο κόσμος μου, ό,τι μπορώ να σου δώσω»

κι ύστερα ξάπλωσαν πάνω τους ∙ αυτή, κι η ματωμένη καρδιά της

Νέττα, 27/1/2014

Σαν άνεμος (Έρωτας)

Φύσηξε ξανά,
όπως τότε που μάτωσε απατηλά.

βοή μες τη σιωπή ∙
η επίσκεψη της μέλισσας στο βαθύ κόκκινο

Θεόδωρος Ντόρρος ο αγνοημένος

NtorrosUeodvros.JPG

Ελάχιστοι θυμούνται σήμερον τον Θεόδωρον Ντόρρον, τον πρώτον υπερρεαλιστήν Έλληνα ποιητήν, ο οποίος με την μοναδική του ποιητικήν συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι” τάραξε τα λιμνάζοντα ποιητικά ύδατα της πατρίδος μας. Η συλλογή αυτή του Θεοδώρου Ντόρρου εξεδόθη εις το Παρίσι και διανέμετο δωρεάν εις τας Αθήνας.

ΙΙ. Πολλαί εικασίαι εγένοντο αναφορικώς προς το όνομα του ποιητού. Ο Γιάννης Κορδάτος δεν γνωρίζει αν το Θεόδωρος Ντόρρος είναι ψευδώνυμον ή το πραγματικόν όνομά του. Ο Μάρκος Αυγέρης το θεωρεί ως ψευδώνυμον ανθρώπου ο οποίος θέλει να δημιουργήσει θόρυβον, “να κάνει ντόρο” και ο οποίος δεν επίστευεν αρκετά εις την σοβαρότητα του εγχειρήματός του. Ωστόσον ο Θεόδωρος Ντόρρος ήτο υπαρκτόν πρόσωπον. Επρόκειτο περί Ελληνοαμερικανού εγκατεστημένου εις το Παρίσι τα στοιχεία του οποίου ευρέθησαν εις τα κατάλοιπα του Θράσου Καστανάκη και είναι σήμερον κατατεθειμένα στο ΕΛΙΑ. Πέραν πάντως όλων αυτών ο Ντόρρος δεν ενεφανίσθη ξανά εις τα γράμματα.
Continue reading

Νικόλαος Μωραΐτης*, Σφαγείον

getImage

Σ’ αυτό το μαύρο μνήμα
Που Λαύριο το λεν
Βλέπω πολλαίς με μαύρα
Που κάθονται και κλαίν

Βλέπω γρηαίς μητέραις
Γυναίκες και παιδιά
Γυμναίς και πεινασμένες
Χωρίς παρηγοριά.

Βλέπω παιδιά αγγελούδια
Να κλαίνε για ψωμί
Κορίτσια σαν το κρίνο
Πωλούντα την τιμή.

Βλέπω και κάτι άλλους
Π’ αφεντικά τους λεν
Μ’ απάθεια να βλέπουν
Ταίς μαύρες οπού κλαίν

Και ειν’ αυτοί αιτία
Σ’ αυτών την συμφορά
Αλλά τρώγουν και πίνουν
Και δεν δίδουν παρά.

-Κι’ αν πέντ’ εξ εργάται
Θαυτίκαν ζωντανοί
Τί τάχατε με τούτου;
Τι πρέπει να γενή;

Αμ’ έχομαι το χρήμα
Θα ’ρθούνε στην δουλειά
Κι’ άλλοι να σκοτωθούνε
Και δεν θα πουν μιλιά.

Ναι τέρατα ακόμη
Λίγον καιρόν θαρθούν
Για να σας βγάλουν πλούτο
Εργάται να θαφτούν.

Αλλά πλησιάζ’ ημέρα
Που θα θαφτήτ’ εσείς
Για να γενούν εργάται
Για πάντα ευτυχείς.

*Ξυλουργός
1893

Βάσσος Γεώργας, πετροβολούν απ΄το πρωί

Artwork: Angelos Tziortzinis

Artwork: Angelos Tziortzinis

πετροβολούν απ΄το πρωί
αλύπητα στα σοκάκια
ανυπεράσπιστοι άγγελοι
του θυμού και της σιωπής
χωρίς ηλικία και επώνυμα
που μηχανεύονται την ανατροπή
σκάβουν στα κούφια θεμέλια
βαθύτατων αισθημάτων
να ανακαλύψουν ίχνη από
τη σκόρπια περηφάνια τους
που χρόνια τώρα
ακρωτηριάστηκε στουρνάρα και μπόταση γωνία
σε έναν εύφλεκτο παράδεισο
όπου το πνεύμα μου δύσκαμπτο
δεν ήταν πρόθυμο να ακολουθήσει
τους λυγμούς της φτωχής μου καρδιάς
τι κουβέντες φουρνέλο περιμένεις
να ακούσεις απ΄το στόμα μου
ένα βροχερό λυπημένο πρωινό;
αργά το μετάνιωσα που
ο πανικός με σκέπασε
με ματωμένη φανέλα
νοικοκυρεύτηκα και σιώπησα
συνένοχο κάθαρμα κι εγώ
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω
με όλη μου τη ψυχή
ακέφαλε δολοφόνε με στολή
σε ποιας μανούλας τα μάγουλα
ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους
θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη;
στους δρόμους σε ήθελα
ανάσα μου να ζήσεις
σε οδοφράγματα
κι όχι να γράφεις
στοίβα από ποιήματα
να κλαίνε τα μάτια σου
από τα δακρυγόνα
διχοτομημένος ανάμεσα
στο σωστό και το άδικο
κι ας είχες νικηθεί
προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης Artwork: Angelos Tziortzinis

Βασίλης Φαϊτάς, Αλήτες

10670247_383472811802278_8798118177805449713_n

Περάσαμε αλήτες

παιδιά κάποιου εξόριστου θεού

μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα

μ’ ένα σπασμό στο βλέμμα

με τα χέρια να γράφουν σκοτεινούς κύκλους.

Το περιβόλι με τ’ αστέρια ποτέ

δεν φθάσαμε.

Μείναμε προσηλωμένοι χρόνια

σε κάποιους δρόμους

στων ανθρώπων το πλήθος.

Στην κλειστή ζωή μας

περίγυρο ο έρωτας

και καρδιά ο ανεμοδείχτης.

*Από τη συλλογή “Άποικοι της νύχτας” (1966). Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο της φίλης Αλεξάνδρας Βουτσίνου στο facebook.

Francesco Marotta, Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών

ianiooa

να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών

το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του

για να ’ναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου

είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς

μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει –ένα υμνολόγιο

ταπεινό, μια σύνοψη βημάτων δίχως ίχνη

ξεχειλίζει συλλαβές αθωότητας και μνημούρια άμμου

από το σιωπηλό λαγήνι που ξεδιψά τα χείλη,

όταν νοσηρές λέξεις άριας αποσπώνται απ’ τα χέρια

συνθλίβονται στην αδιόρατη άβυσσο

μίας σελίδας–

να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απ’ τη μοίρα

το αγκάθι που καθηλώνει το σώμα σε πλέγματα από χαραυγές

μες στη νυχτιά

και τρυπά ψηλαφά συρράπτει τραύματα ανοιχτά

ξεσχίζει τη σάρκα

μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα

μέχρι η εικόνα ν’ ανθίσει στους ήχους της πηγής

οι σβολιασμένες αλφαβήτες στην κραυγή

*

(είναι αυτές οι φωνές που λείπουν από μια πέτρα

για να νιώσει τόξο που σκόπευσε προς τον ουρανό,

είναι αυτοί οι τονισμοί

που συνοδεύουν το σπόρο στον τάφο του φωτός του – στον πύρινο γκρεμό

όπου ο θάνατος είναι οιωνός εποχών,

προφητεία των καρπών και της θύμησης)

Fino all’ultima sillaba dei giorni

scrivere è un destino covato dall’ombra delle ore

la spina amorosa di chi non lascia niente alle sue spalle

perché essere cenere, sostanza di vento

è inciso da sempre a lettere di fuoco

nelle pupille dei segni che trascina – un canzoniere

infimo, un breviario di passi senza orma

tracima sillabe d’innocenza e memoriali di sabbia

dalla brocca si

lente che disseta il labbro,

quando parole malate d’aria si staccano dalle mani

precipitano nell’impercettibile abisso

di una pagina –

scrivere è un’ora covata dal destino

la spina che costringe il corpo in reticoli d’albe in piena notte

e punge fruga ricuce orli slabbrati lacera la carne

fino a che sanguinano anche i sogni,

fino a che l’immagine fiorisce in echi di sorgente

gli alfabeti rappresi dentro un grido

*

(sono queste le voci che mancano a una pietra

per sentirsi un arco lanciato verso il cielo,

sono questi gli accenti

che scortano il seme alla sua tomba di luce – al precipizio ardente

dove la morte è presagio di stagioni,

oracolo dei frutti e del ricordo)

*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια» (Μετάφραση -Επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου).

*Από το Ποιείν http://www.poiein.gr