Arthur Rimbaud, Μεθυσμένο καράβι

10698453_881210295244613_1040541789204908207_n

Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

*
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

Leave a comment