Αλέξης Αντωνόπουλος, Η απώλεια της μουσικής

00002397-564x272

α’

Ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
θέλει να πεθάνει
επειδή θέλει να ζήσει.

Ακούγεται μια εκκωφαντική σιωπή από τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησε (Θεέ
μου λυπήσου τον, ας μην τ’ αγαπάει πια) και από τα μέρη που κάποτε
επισκέφθηκε (Θεέ μου λυπήσου τον, ας μην τα επισκέπτεται πια).

Εκείνος ήξερε πως ο δίσκος θα παίζει
μουσική -υπέροχη, θεσπέσια, μαγική μουσική- και ίσως ο δίσκος να έπαιζε για λίγο μουσική, μα πλέον δεν ακούγονται νότες, μονάχα η σιωπή. Και είναι καιρός ν’ αφαιρέσει, επιτέλους,
τον δίσκο.

Πριν αφαιρέσει τον δίσκο
ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
επισκέπτεται τρεις πίνακες που
(κάποτε) έπαιζαν μουσική για κείνον.

Continue reading

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα VIII

images

Μού ‘πε: «Σ’ αγαπώ»
κι ο χρόνος σταμάτησε.
Μ’ αυτή πού πάει;

***

Βλέπω κι απορώ,
που περπατάς μπροστά μου,
θεά ονείρου.

***

Φθινόπωρό μου,
μάρανε φύλλα μόνο,
ποτέ ελπίδες.

***

Μαύρα σύννεφα….
Ψηλά δε με φοβίζουν.
Μόνο στο βλέμμα.

***

Το πουλί πετά.
Κουτσουλιά στη μύτη.
Συμβαίνουν κι αυτά.

Αργυρώ Φραγκή, Δύο ποιήματα

10808012_1025353577490393_1996914197_n-200x300

Ανθρωπολογία

Τι διαφορά έχει

το αλήτικο χαμομήλι

η άγρια παπαρούνα

το ξερό χαμόκλαδο

όλα αυτά στα βάζα

από τα εκθέματα στα μουσεία

από τους πίνακες

με τα κυπαρίσσια

από κεριά που λιώνουν

σε μανουάλια

Αν θες πες
από άδεια μελίσσια

από άδεια θρανία στο σχόλασμα

υπονοούν το τέλος

μα εγώ ζω ακόμα

Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι

ξεβράστε τα νερά στις παραλίες

και τραβήξτε τα νερά

μέσα πάλι

αφήστε την άμμο

τη νεκρή πέτρα

αιώνιους μάρτυρες

Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει

πόσο όμορφοι ήταν

μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα

Αφήστε τον μόνο μάρτυρα

Δείξτε του έλεος

κι αυτός θα μαρτυρήσει

Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα

***
Η υπόσχεση

Αυτό που με τραβάει

στον έρωτα και στο θάνατο

είναι αυτό που σε κάνει

να μελετάς το τραύμα

Το αγριεμένο πλήθος

σε μια στιγμή ησυχίας

κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων

από σφαγή τιμωρίας

Η κυρία θεολογία θέλει

να γράψεις χίλιες φορές

«Κύριε ελέησόν με»

Η κυρία ζωολογία θέλει

να κρεμαστείς σα σε σφαγείο

στη βιτρίνα ενός χασάπικου

και η μύγα να ρουφάει το αίμα

Κυρίες καλές

αιμοδιψείς και αιμοσταγείς

σαν άνθρωποι

Αυτό που με τραβάει

στον έρωτα και στο θάνατο

είναι η ελπίδα η δικιά σου

που την κρατώ στα χέρια

και την πνίγω

*Από τη συλλογή «Κυκλική διαδρομή», εκδ. Φαρφουλάς, 2014. Από το http://www.poiein.gr

Αντώνης Αντωνάκος, Από τι πάσχουμε;

apoti

Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση https://dromos.wordpress.com/2014/12/04/%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B9-%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-2/

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Το ‘83 στο ‘73/ μια αναγωγή

 Jerry Uelsmann (American, born 1934) Small Woods where I met Myself (Final Version) 1967


Jerry Uelsmann (American, born 1934) Small Woods where I met Myself (Final Version) 1967

Αν είσαι ακόμη ένα κορίτσι
που έχεις τον άνεμο στο χείλι
και γλυκόνερο
και το μέλι των χλωρών φασολιών
στη μασχάλη
Αν είσαι ακόμη ένα κορίτσι
φυσίγγιο
των αιώνων χρυσάνθεμο
και της
πικραμυγδαλιάς
το χιονισμένο κοντάκι
Αν είσαι ακόμη ένα κορίτσι
τυφλό
στις ριπές και στους διάττοντες
και αλοιφή στο αητόφτερο
ή το στήθος που επέπλεε
τη μια στο νερό
και την άλλη στο αίμα
κι αν αντέχεις –αν άντεξες
το Νοέμβρη που τα μάτια σου χώρεσαν
την αιώνια λήθη
με αλλαξιές από τύρφες
και φάρμακα
κι ανοιχτό ουρανό στα βιβλία με τους στίχους
και το χάδι του όπλου του
το καυτό μες στον πάγο
μην αλλάξεις
το δέρμα με τάλιρα
με θανάτους ή πέστροφες
με φτερά ή με δίχτυα
τα χέρια σου κάρφωσε
στις μπουκιές ιστορίας
που δάγκωσες
με καπνό, με αγόρια και τρένα
μέχρι να ‘ρθει ο καιρός που
θα αρκούνε τα ποιήματα
για να ανθίζουμε ελεύθερα
σαν πουλιά ή σαν ψάρια

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητη ΈΛΕΥΣΙΣ – ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας στη διεύθυνση http://loukopk.wordpress.com/2014/11/19/%CF%84%CE%BF-83-%CF%83%CF%84%CE%BF-73-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE/

Jorge Ignacio Plaza Corral, Ποιητική του καπιταλισμού

10806443_1533008560271385_6681713592095538027_n

Ξέρω πως ποτέ δεν θα πεις ελεφαντίαση
Κανένα κακό ενδημικό ή συστημικό
Πάντα θα βρίσκεις ενόχους ασυμμετρικούς
Ένα ον διεστραμμένο ή μία κακή πράξη.
Θα πεις πως μια ευρεία ομάδα από ακαδημαϊκούς
Διαβεβαιώνει πως ο κόσμος βρίσκεται στο σασί
Και πως όλα επιζητούν μια κάθαρση
Κοινωνική. Γνωρίζουμε πια τα δικά σου καλλυντικά…
Μάταια όλα με λέξεις τα αλείφεις
Ξέρουμε πως οργώνεις, πως σκαλίζεις,
Πως σπέρνεις τον καπνό με τον οποίο αλωνίζεις
Τον νου του χωριού σου, ο οποίος διαρρηγνύει
Το πεδίο σου ζευγμένο στο ζυγό της τοκογλυφίας σου,
Παλιά ζύγια που σήμερα ονομάζεις υποθήκη.

*Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη. http://www.vakxikon.gr

Νάσος Αθανασίου, Προκήρυξη ΙΙ σε μέλλοντα παγωμένο

10665863_1479583705661489_1768612626122364247_n

Θα γίνω φως. Παρατεταμένο.
Και το λοιπόν, τις ψίχες από τις ψυχές
που μοιράσανε οι φυσεροί σου κλέφτες
θα ξεσκαρτάρω
και αφού βρω τη δική σου,
θα τη σπάσω.

Την ψυχή.

Kαι πάνω που η άνοιξη αξιώνει ορθοποδιά
θα εμφυτεύσω σπασμένα γυαλιά στα γονατά της
και φαύλα,
θα φωτίσω το χειρουργείο σου
την αλλαξοκαιριά να συντομεύσω.

Με περισσή ευπρέπεια και με χαμηλωμένο βλέμμα
τις τσέπες σου με βόλους θα γεμίσω
και κουβεντιάζοντας για σένα
θα κολυμπήσουμε.
Έπειτα θα κεράσω το εγώ μου ένα δροσιστικό, από τα ρέστα σου.

Θα παίξουμε ένα παιχνίδι με ολιγόλεπτη ακινησία
και ελάχιστα λίγο πριν μ’ αγγίξεις,
θα σ΄ εξαφανίσω
και στο φευγιό σου πάνω,
σαράβαλα, λωρίδα να αλλάξεις
θα εμποδίσω.

Σα σε απογραφή
Θα σταθώ παρατηρητής έξω από τερματικό σταθμό
αποποιούμενος την ευθύνη
και θα τρομάξω τα περιστέρια
χειροκροτώντας το μονόλογο σου.

Τα απαραίτητα ταξιδευτικά
για τη χιλιοειπωμένη και ασάλευτη φυγή μας
θα αφήσω ατικάριστα
και στο διακόπτη,άσβηστο το ρουζ.
Mε μια πυξίδα στο λαιμό βαρύδι
και μια άτακτη βελόνα να μου τρυπά τις χορδές
για ταξίδι άχνα δε θα βγάλω.

Και αφού η πλάτη μου, με πανωφόρι τα χρόνια μας
θα λιμενίζεται στα δυο σου χέρια
θα διερωτώμαι
αν η αγκάλη τούτη
απ΄αγάπη είναι ή από φόβο
κι αν άσκοπα
σαν απανέμι κρατά τα μάτια σου αδάκρια.

Γερασμένος λοιπόν απ ΄την κατάλευκη σου ψίχα
και με το κράνος σου αφημένο στην άκρια.

θα χαθώ

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Η Πένα και η Σπάθη

dek44

Τούτο το έργο ποίησης,
Μία Δαμόκλειος Σπάθη,
Τα ξεχασμένα ιστορεί,
Της λήθης μας τα πάθη.

Δεκέμβρης ήταν κάποτε,
Πριν εβδομήντα χρόνια,
Και του ΕΑΜ η θύμηση,
Είν’ αμυδρή πια τώρα.

Απ’ ώρα μεταπολιτευτική
Και τώρα ίσων άκρων,
Απ’ ώρα μνημονιακών
Πιέσεων και μάχων.

Χριστούγεννα σαν έρχονταν,
Όλοι ευτυχισμένοι
Των Γερμανών την θύμηση
Την είχαν ξεχασμένη.

Τρεις του Δεκέμβρη ήτανε
Στο κέντρο της Αθήνας,
ΕΑΜική διαδήλωση
Για το μονομερή αφοπλισμό της μοίρας.

Διότι οι Άγγλοι ήθελαν
ΕΔΕΣ παραταγμένο,
Το φόβο του Κομμουνισμού
Να έχει στοχευμένο.

Σώματα αστυνομικά
Και ταγματασφαλίτες,
Πυροβολούν ασύστολα
Άοπλους ΕΠΟΝίτες.

Και την επαύριο εκεί
Που θάβαν τους νεκρούς τους,
Με λύσσα να πυροβολούν
Μη χάσουν τους μισθούς τους.

Και στης Κυψέλης το σχολειό,
Αντάρτες μαζεμένοι,
Οι Βρετανοί τους ρίξανε
Βόμβες αφιονιασμένοι.

Και τους νεκρούς σαν βγάλανε
Έξω από το σχολείο,
Να τους κηδέψουν γύρευαν
Σ’ ένα νεκροταφείο.

Τους δρόμους όμως κλείσανε
Δοσίλογοι και χίτες,
Στα πεζοδρόμια τους νεκρούς
Θάψαν οι ΕΛΑΣίτες.

Στη μάχη της Αθήνας πια,
Θα πρέπει να στραφούμε,
Αναλογίες, θύματα
Καιρός να θυμηθούμε.

“Ογδόντα χιλιάδες Βρετανοί, το θωρηκτό Αβέρωφ
Κυβέρνηση “ενότητας”, στρατός εξοπλισμένος.”

Ο τακτικός αυτός στρατός,
Βομβάρδιζε την πόλη,
Και οι πιστοί πια του ΕΑΜ,
Χωρίς εφόδια όλοι.

Έτσι ηττημένο το ΕΑΜ
Έφυγε απ’ την Αθήνα,
Και οι δοσίλογοι πιστοί ενίκησαν
– τί κρίμα.

Η ιστορία τα ξεχνά,
Ο κόσμος παραφράζει,
Απόγονοι των νικητών,
Η κλίνη σας τρομάζει.

Τρομάζει μπρός στο όραμα
Του Άρη Βελουχιώτη,
Που η πέννα μου αναζητεί
– προσφέρω ό,τι κι ό,τι –

Και όποια και να’ ναι η προσφορά,
Το κράτος δικαίου φθίνει
Ο Άρης μ’ όλους τους νεκρούς
Το χέρι τώρα τείνει.

Δεν έχει πια αποσιωπητικά,
Τέρμα οι αυταπάτες,
Το δρόμο δείχνουν έφηβοι·,
Οργανωμένοι·, εργάτες·.

Και όσο για τα Δεκεμβριανά,
Αν ξαναξεχαστούνε,
Βαρύ το κρίμα στην καρδιά,
Όσων αγωνιστούνε.

Βίκυ Βανίδη, Στιγμιότυπα

10393763_1078404415505380_5824652594135452352_n

1

Κραυγή παιδιού
βγαλμένη από αποστείρωση,
δεν φαλτσάρει σε ικεσίες
αδιαφορεί στους οικτρισμούς .
Μιλάει σταθερά και ξεκάθαρα:
Δεν γουστάρω τη ζωή που με βολέψατε
θα μετακομίζω στον παράδεισο,
όχι σ΄ αυτό το καλοστημένο παραμύθι
που δήθεν δικαιώνει την άχαρη ζωή σας.
Αυτόν, όπως και τη βόλεψη σας,
σας τα επιστρέφω ανέγγιχτα.
Εμένα δεν με εγκλωβίζεται σε τέτοια ψέματα.
Μετακομίζω στον δικό μου παράδεισο
και το αυτονόητο θα μου δοθεί απλόχερα,
οι έννοιες θα αποκτήσουν
την πραγματική τους διάσταση,
η αλήθεια θα είναι διάφανη
και η δικαιοσύνη αμείλικτοι στους ληστές ζωών.
Το σπουδαιότερο;
Τα όνειρα θα κυκλοφορούν ελεύθερα…
Continue reading

Βαγγέλης Γέττος, Δύο ποιήματα

Print

Σκάλα

Κάθε ρευστό σκαλί
κάθε θαμπό πάτημα
κάθε υπομονετική χειρολαβή
και κάθε άφιξη
και κάθε άνοδος
και κάθε ξύλινη ελπίδα
και κάθε χλιαρός όροφος
μέσα στην υγρασία οικογενειακών ευχών
που από το ισόγειο
τις ακούς σαν σύρσιμο σε γρασίδι
κάθε σκάλα
παλιό ρεμπέτικο γρέζο

Μέσα στο χυτήριό σου
τόλμησα να ανέβω
τα ρέοντα σκαλοπάτια σου

***

“Απονενοημένο”

Να μην παραξενεύονται

που η άσφαλτος άφηνε στη γεύση του ήχους πεδιάδας,
που οι σφαίρες του σφυριζαν γλυκές μπαλάντες,
που δανείστηκε για πάντα το σκοινί από τους ακροβάτες

και σαν πολύ τους ανέχτηκε
μου φαίνεται

σαν πολύ ν’ ανέχτηκε
να βλέπουν μόνο όπου κοιτάζουν

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.