εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
εκείνη η άγνωστη γυναίκα
— αυτή η γνωστή γυναίκα —
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Massimiliano Damaggio, ένα ποίημα
5.
Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
ανοίγω την πόρτα, πάω να δουλέψω
τον πόνο με τα χέρια
πολλών ανθρώπων
στην αλυσίδα της καρότσας
που αποκαρδιωμένοι αναδύονται
από τα συντρίμμια της κάθε μέρας
μασώντας αποδείξεις
και στη χαρτόκουτα
όπου κοιμούνται οι πρωτόγονοι
σ’ έναν κύβο χωρίς λεξικό
εξατμίζεται η ζέστη
το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
μέχρις ότου να πέσει ο καρπός
κι από την τρύπα της ασφάλτου
βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος
Όπως το ενεργούμενο το χάδι
που τη δύναμή του να ελέγξει δε νογά
όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
κατέφαγε το πρόσωπο του παιδιού
*Μετάφραση από τα ιταλικά: Ευαγγελία Πολύμου.
**Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr
Κώστας Ρεούσης, [ένας μυστηριώδης υπερπραγματιστής ποιητής]
ρήξη τυμπάνου πτήση κατάδυση διάγνωση κοχλία έπαρση
λαβυρίνθου έλευση υποστολή αξονικών εντροπιών φραξιο-
νιστικών δυνάμεων ενόπλων έτσι καταλύεται η έλλειψη
ρήματος στων επιθέτων την επίθεση στων ουσιαστικών την
ουσία στην ασυνταξία της σύνταξης στην αγραμματοσύνη
της γραμματικής στην ασυμφωνία των χρόνων στην πλη-
θυντικότητα του ενικού στην αφθογγία των φθόγγων στην
αντιπαράθεση των παραθετικών εξερευνώντας ιχνηλατικά
διαβολικά ανιχνευτικά θεϊκά την κάλυψη απόκρυψη παραλ-
λαγή του αβυσσαλέου πυθμένα της θάλασσας της ηφαιστειο-
γενούς επιφάνειας της γης της πλανητικής απεραντότητας
τ’ ουρανού ανάμεσα στ’ ανθισμένα feuille volante της πέτρι-
νης μυστικής κερασιάς της δαγκωμένης μυγδαλιάς και της
ατομικής χρησμωδικής σαγκουινιάς
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/
Γιώργος Γιαννόπουλος, Πύδνα
Τέος Σαλαπασίδης, ‘Αλωσις
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες VII
Emília Cerqueira, A minha Cidade / My City / Η Πόλη μου
A minha Cidade é feita de muros que não se vêem…
A minha Cidade é só para alguns…
A minha Cidade é cada vez menos verde…
A minha Cidade é cada vez mais silêncio e ruído…
A minha Cidade é cada vez menos Tejo e mais arame farpado…
A minha Cidade é sobretudo indiferença…
A minha Cidade é cada vez menos amor em cada dobrar de esquina…
A minha Cidade ainda é a minha paixão.
Branca, luminosa, enluarada…
My City is made of walls
that are not seen …
My City is just for some …
My City is less and less green …
My City is increasingly silence and noise …
My City is less and less Tejo and more wire fence
My City is mostly indifference …
My City is less and less love in every
round street corner …
My City is still my passion.
White, bright, moonlit …
Η Πόλη μου είναι καμωμένη από τοίχους που είναι αόρατοι…
Η Πόλη μου είναι μόνο για μερικούς…
Η Πόλη μου είναι όλο και πιο λίγο πράσινη…
Η Πόλη μου είναι όλο και πιο σιωπηλή και θορυβώδης…
Η Πόλη μου έχει όλο και πιο λίγο Tejo* και πιο πολλά αγκαθωτά σύρματα
Η Πόλη μου είναι περισσότερο αδιάφορη…
Στην Πόλη μου συναντάς όλο και πιο λίγη αγάπη σε κάθε γωνία…
Η πόλη μου είναι ακόμα το πάθος μου
Λευκή, Λαμπερή, Φεγγαρολουσμένη…
*Πρόκειται για τον ποταμό Τάγο.
Ουρανία Βασιλάτου, Ανάνηψη
Γρήγορα
Να συνδέσω με φιάλη οξυγόνου
το στόμα, να γεμίσουν
τα πνευμόνια.
Χτύπο να δώσω της καρδιάς,
μ’ απινιδωτή.
Να επαναταξινομήσω
τις κάρτες μνήμης,
στο νου.
Το αίμα
να ρεύσει στις φλέβες,
με μετάγγιση.
Με ρεύμα να διαπεράσω
το καλωδιωμένο σώμα,
να ζωντανέψει κινήσεις.
Τώρα μπορώ να σε αφήσω να φύγεις…
6/9/2015
Στέφανος Ροζάνης, Δύο ποιήματα
Άνάγραμμα
Τό άνάγραμμά μου μπορεί νά είναι τό ψευδώνυμο τής αγάπης σου.
Αύτό δεν θά είχε σημασία παρά μόνο αν οί λέξεις έπαιρναν
τό σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες νά σέ φωνάζω άπό
μακριά κι έσύ άνταποκρινόσουν μ’ ένα «δέν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τόν θάνατο αύτών πού γνωρίσαμε.
’Αγέλαστοι καί μέ κομμένη τήν άνάσα νοσταλγούμε τό
γέλιο, άπλώνουμε τά χέρια μας σ’ ό,τι δέν υπάρχει, στις
σκοτεινές αναταράζεις πού μάς άφησαν άφωνους καί άπορούμε
αν όσα άκούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων μιά άπρόσμενη σύγχυση.
Ξεραμένα δέντρα πού κάποτε τά άπειλοΰσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αύτοδάπανες, άνερμάτιστα βλέμματα έρμαια
των ονείρων.
Ό άνεμος δέν θά περάσει, δέν θά μάς βρει, κι άν μείναμε
μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε τό άλλο μας όνομα.
Αν μέ καλέσεις δέν θά ξέρω πιά ποιός είμαι.
***
Ώρες
Ώρες πού περίμενα ν’ αδειάσει τό σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Νά γίνει ένδιαίτημα ονείρων
Καί χώρος άκατοίκητος
’Απ’ τίς σκιές πού ρίχνουν τά πράγματα στους τοίχους
’Απ’ τίς φωνές πού άνασύρουν τά πεπραγμένα τής ημέρας
’Από τίς προσδοκίες έγκλεισμαύ όσων έδιάβηκαν τό κατώφλι
Ώρες πού διέσυραν τή μνήμη
Πού άπειλητικά τήν έσυραν έκεί πού έξαντλεΐται όπως κάτι χιλιοειπωμένο
Όπως ή οικειότητα άνάμεσα σέ παλιούς εραστές
Ώρες πού έβλεπα τό πρόσωπό σου σ’ έναν καθρέφτη
*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις Έρασμος, 2004, σελ 18 και 26.
Γιάννης Χαιρέτης, Απειλή
Αφομοιώθηκα,
αναλώθηκα
σ’ ανεξιχνίαστα ερωτηματικά
και ψυχοφθόρα διλήμματα…
Καιρός της περισυλλογής
ή καιρός της μεταμέλειας;
Στους λίθινους τροχούς
των αναμνήσεων μου,
στους αρχαίους άξονες
της Φαντασίας μου
ξαναγυρίζω.
Αιωρούμενες απειλές,
θανάσιμες παγίδες
καταδυναστέβουν
τις Ημέρες μου.
Εγκαταλείπω τον αγώνα
ή με εγκαταλείπουν
οι δυνάμεις μου;
Έτσι λοιπόν
στους άκαμπτους νόμους
της Λογικής
θα υποκύπτουν
οι Πράξεις μου;…
Νοσταλγία
των χαμένων Χρωμάτων
μη με εγκαταλείπεις.
*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992, σελ. 75.








