Άννα Αχμάτοβα, ένα ποίημα

anna+ahmat

Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ’ οδύνες
σ’ αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.

Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.

Την κατάρα μου να ‘χεις λοιπόν. Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν’ αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή μου σε σένα δεν φέρνω.

(1921)

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.

Χάρης Μελιτάς, Δώδεκα χαϊκού

ms2


ΒΑΒΕΛ

Στρίψτε δεξιά
εξήγησε δείχνοντας
προς τ’ αριστερά.

DEJA VU
Άδικα θά ‘ρθουν
οι επόμενες μέρες.
Τις έχω ζήσει.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Δεν με γελάτε.
Διαβάζω τα βιβλία
από το τέλος.

ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΟΝΟΥ
Άργησαν λίγο
οι βάρβαροι Καβάφη.
Δεν τους πρόλαβες.

ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Άτιμα φρούτα
τα σταφύλια της οργής.
Δεν ωριμάζουν.

ΣΥΜΠΑΙΚΤΕΣ
Τι μας χωρίζει;
είπε το ναι στο όχι.
Μόνο η τιμή.

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Εγκλωβισμένος
δεν ελπίζω τίποτα.
Γι’ αυτό φοβάμαι.

ΠΤΩΣΕΙΣ
Η βεβαιότης
της αβεβαιότητος…
Ω διάψευσις.

ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ζαχαρωμένοι
κουραμπιέδες βουτύρου.
Δοκιμάστε μας.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ
Συμπολίτης Χ.
Οδός αργού θανάτου.
Πρώην ελπίδος.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Πιάσαμε πάτο
είπε ο καπετάνιος.
Ρίξτε άγκυρα.

ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
Να τι δεν έχει
η νήσος Ουτοπία:
Ένα λιμάνι.

Γιοσέφ Ελιγιά (1901-1931), Ενώ η βροχή θε ν’ αντηχεί

12004031_1472783916383320_2432593174224093736_n

Σαν έρθει το χινόπωρο με τ’ άγριο το δρολάπι,

θα μαραθεί τ’ ανθόγελο στα χείλη σου, ω καλή μου,

κι εγώ σε μια άκρη θα θρηνώ για τη χαμένη αγάπη,

ενώ η βροχή θε ν’ αντηχεί θλιμμένα στην ψυχή μου…

Σαν έρθει το χινόπωρο με τ’ άγριο αστροπελέκι,

θα ιδώ τα ροδοπέταλα σκόρπια μες στην αυλή μου,

κι η φαντασία μου κίτρινα στεφάνια θε να πλέκει,

ενώ η βροχή θε ν’ αντηχεί θλιμμένα στην ψυχή μου…

Σαν έρθει το χινόπωρο με τον πρωτοβροχάρη,

θα πάψει το τραγούδι μου να κρούει τα ουράνια, αλί μου,

και γω θα σέρνομαι στη γη, σκυφτός, έρμο κουφάρι,

ενώ η βροχή θε ν’ αντηχεί θλιμμένα στην ψυχή μου…

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία», τχ. 84, στις 26 Ιουνίου 1927.
 Από το βιβλίο: Γιωσέφ Ελιγιά, «Άπαντα», εισαγωγή – επιμέλεια – σημειώσεις Λέων Α. Ναρ, τ. 1, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, σελ. 209.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Δήμιοι του Χρόνου

ομπρέλες φθείρουν τον ήλιο
σε μια αναπόφευκτη πορεία επιστροφής

μαύρη μάζα συμπυκνωμένη
προς μια επερχόμενη αγιάτρευτη πτώση

επίγειο άρωμα του μετέπειτα για το άυλο που πορεύεται

άνοστες σάρκες ξεβρασμένες στην οικουμένη

Νέττα, 25/8/2015

Νίκος Κροντηράς, Γεννήθηκα κοντά στο βυθό του Παραδείσου

victim-of

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
μαζεύονται οι πυροβολημένοι
οι κρεουργημένοι
τα πεινασμένοι
να πατήσουν σταφήλια
πιο αφρικάνοι κι απ’ τον Χριστό
Ήπια
από την απόλυτη ιερότητα της ανθρώπινης κλίσης.
Η αιωνιότητα τελειώνει

στο τέλος μιας νύχτας
εκείνο που μετράει
είναι αν έζησες
ή αν Πέθανες.

Τα μεγάλα φορτηγά είναι πια σκουριασμένα
και σερνώμενος στην αυλή
αυτού που στάθηκε σαν παλιό σχολείο
αντικρίζεις πως τα παιδιά δεν γίνονται άντρες πια.
Στον παράδεισο δεν υπάρχουν άντρες
παρά μόνο δυστυχία
γιατί εδώ η ευτυχία βαραίνει περισσότερο
από τον άνθρωπο.

Είδα την πείνα στη θέση της ελευθερίας
το συμφέρον να διώχνει την λογική
είδα το στρατό στη θέση των ανθρώπων
Είπαν οι ρωμαίοι: «κοίτα τη δουλειά σου
το στρατό σου
τα λεφτά σου
κοίτα την ευτυχία» και είδα την ύλη που φτιάχνει τον θάνατο.

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

Γιάννης Χαιρέτης, Ασπρόμαβρο

10606115_10202487065960908_7389488795397829712_n

Αδειάζει
τη ζωή του κατάχαμα.
Ξεχωρίζει
τα πράγματα.
Βάζει στην άκρη
τα ξεθωριασμένα συνθήματα
τις σχισμένες αφίσες.
Ψάχνει να βρει
τα χαμένα του όνειρα.
Στο στήθος του κρύβει
ένα προϊστορικό κατακλυσμό,
και τα παιδιά
π’ αφανιστήκανε
στα παιχνίδια των γέρων.

Έζησε σε δίσεκτα χρόνια.
Πότισε,
με το αίμα του
άκαρπα δέντρα.
Ανασήκωσε
κάμποσες φορές
το βάρος του
χωρίς βαρυγγώμιση
κι ύστερα
βούλιαξε στην ανυπαρξία.
Continue reading

Ζακ Πρεβέρ, Τα θαύματα της ελευθερίας

rorris_550

Les prodiges de la liberté
Entre les dents d’un piège
La patte d’un renard blanc
Et du sang sur la neige
Le sang du renard blanc
Et des traces sur la neige
Les traces du renard blanc
Qui s’enfuit sur trois pattes
Dans le solei couchant
Avec entre les dents
Un lièvre encore vivant

Μέσα στα δόντια μιάς παγίδας
Το πόδι μιάς άσπρης αλεπούς
Και αίμα πάνω στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Και ίχνη πάνω στο χιόνι
Τα ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει τρέχοντας στα τρία
Στον ήλιο που γέρνει
Κρατώντας ανάμεσα στα δόντια
Έναν λαγό, ακόμα ζωντανό.

Mary Low, Δύο ποιήματα

Mary Low

Η Συντροφιά

Είσαι η συντροφιά μου.
Ξέρω το ώριμο φρούτο της βιασύνης σου,
τους ταραχώδεις καταρράκτες
και τα φουντουκιά νερά της χαράς.
Ξέρω τη δύναμη των προμαχώνων σου,
κι εκείνους τους τοίχους όπου μπορεί να γίνει μια παράβαση.
Έχεις δώδεκα Αχίλλειες πτέρνες
και ένα τρίκοπο μαχαίρι.

Η γεύση σου είναι πράσινη, όπως η φρεσκάδα του πρωινού,
ή ζεστή και καυστική,
όπως οι αλόες στον ήλιο.
Μυρίζεις σαν υγρό βρύο,
νεανική γούνα ανάμεσα στα πεύκα
ή ένα νεο-ακονισμένο δρεπάνι βουτηγμένο στο σανό.

Περπατάς όπως οι υπεροπτικοι Ινδιάνοι
και μιλάς σαν άρπες. Σκέπτεσαι κατά μήκος μιας γραμμής-βέλους
ή κάτω σε άφωνα πηγάδια.
Είσαι βαθύς με απτή τρυφερότητα,
αλλά σκληρός σαν μαλαχίτης.
Τα λόγια σου και οισκέψεις σου
λάμπουν σαν γυαλισμένες ασπίδες.

Είσαι η συντροφιά μου.

***

Η Κυνηγημένη Σκιά

Μια ψιθυριστή αντανάκλαση ενός ψιθύρου,
και πέρα από αυτή την απειλούμενη βροχή
η λυγισμένη πίσω πλευρά ενός θυμωμένου στρογγυλεμένου φεγγαριού.
Τρέχω στη γη κατά μήκος των περιθωρίων της νύχτας,
επιδιώκοντας να σώσω τη σκιά μου
από τις ωμές, βροντερές άκρες του ανέμου.

Οι γλώσσες των λαμπτήρων κλαίνε αχνά στο πεζοδρόμιο,
οι κουνουπένιες φωνές τους πηδούν από φωτεινό σε φωτεινό φωτοστέφανο,
πάνω από το πνιγηρό σκοτάδι,
πάνω από τη νερένια σιωπή του μουσκεμένου σκοταδιού
που βουβαίνει τον ήχο τους με δάκρυα.
Νιώθω τις φωνές τους σαν λυγμούς στο λαιμό μου,
λικνίζοντας το χαζοβιόλικο άγχος μου.

Τα μουρμουρητά των ακρών των ανέμων και των λαμπτήρων
και τα δάχτυλά της βροχής ροκανίζουν τη σκιά μου,
ενώ το σκοτάδι το κλέβει από το προκλητική βελούδο
και με σκοτεινιάζει με απογοήτευση.
Η ωμή ουσία της νύχτας έρχεται με δάκρυα που κυλούν
από το χείλος της ημέρας,
φθίνω σαν ένα φάντασμα που έχει αποσυρθεί
ψάχνοντας για την εκτόξευσή μου σε καμπύλες και βάραθρα.

Μια ακόμα φεγγαρόλουστη σήραγγα, το βάθος ενός κυπέλλου ακόμη
και θα λάμψω με ασφάλεια μέχρι το ξημέρωμα.
Αλλά τι ήταν αυτό;
Ωχ – τα σύννεφα! Οι τελευταίες λόγχες της βροχής που μαχαιρώνουν
με χτυπούν μεταξύ της σκιά μου και του εαυτού μου,
βάζοντας ένα διάλειμμα διαφυγής σε όλα.

*Από τη συλλογή “A Voice in Three Mirrors”, Black Swan Press, Chicago, 1984 (σελ. 11 και 27).

**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Ποίηση του Δρόμου (ένα ποίημα για την ουτοπία της πραγματικότητας)

11088345_10204029748967019_222189235720992617_n

1
Η ποίηση του δρόμου δεν διεκδικεί
κανένα αλλόκοτο “πνευματικό δικαίωμα”
για τον εαυτό της

στρέφεται εναντίον
του άθλιου κόσμου που τη γέννησε
με τα βέλη των λέξεων να τρυπάνε πρώτα πρώτα
το σώμα το δικό της

έτσι μονάχα τα νοήματα πλέκονται σφιχτά
με τις ανοιχτές πληγές των ανθρώπων

μ’ αυτό το νήμα δεμένες
οι ζωντανές πληγές δεν αιχμαλωτίζονται
μόνες και ξεχασμένες
μέσα στην τυραννική οχλοβοή
του καθημερινού βίου

ξανοίγονται από κοινού σ’ εκατοντάδες δρόμους
και βαθύτερα ματώνουν
χωρίς να σκορπίζουν
σκαλίζοντας με το καλέμι των στίχων
το πένθιμο πρόσωπο της πόλης

μια τέχνη της υπενθύμισης
είναι η ποίηση του δρόμου

βρίσκεται εκεί για να υπονομεύει
τον τετελεσμένο μέλλοντα
που βίαια και σιωπηλά
εδώ και τώρα
μάς αποσπά
από την παρατήρηση αυτού που υπάρχει
Continue reading