Φαίδων Μουδόπουλος Αθανασίου, Στους χαμένους ποιητές

Δεν σου υπόσχομαι τίποτα.
Κι οι ποιητές πλασμένοι
μόνο από σάρκα
κι αίμα
είναι.

Κι είχε δίκιο ο Βλαδίμηρος.
Κανένας ποιητής δεν αποτολμά
λόγω πολιτικών επιταγών.
Κανένας ποιητής δεν στρέφει
την σκανδάλη
στον κρόταφο
για χάρη της ιδανικής πολιτείας.
(Αυτήν την πλάθει με τις λέξεις του
στην ζωή).
Γι’ αυτό
δεν σημάδεψε
ποτέ
κρόταφο
την αποφράδα
εκείνη
μέρα
δεκατέσσερις του Απρίλη.
Μονάχα στήθος.
Κι ελαφρά κλίση
άνωθεν
έδωσε στην κάννη.
в самое сердце
εκεί όπου πονούσε.
Αφήνοντας στέρνο
διάτρητο.
Να ξεπηδάνε λέξεις
και κόκκινα αισθήματα

Ησυχία.
Κι όχι υποσχέσεις προπαντός.

Βάσω Λεόνε-Καλαμάρα, Δύο ποιήματα

Ξεχαστήκαμε

Τάζαμε
Πως θα πήγαιναν τα πλοία μακριά!
Κι εμείς δεθήκαμε γερά στην αποβάθρα…

Αταξίδευτοι
Πιο θλιβεροί
Κι από ναυάγια τραγικά στα πέλαγα,
ακινητούν οι σκοποί μας!

Με δόσεις πληρωμής
πληρώνουμε καθε φρονιμάδα και τους κόπους μας
Γινήκαμε μοντέρνοι σκλάβοι
συνηθίζοντας στη δυστυχία μας.

Κι οι ελπίδες μας
θελήσαμε
και θα ρέψουμε στην πολύπικρη νοσταλγία.
Ξεχαστήκαμε.

***

Κορόμπερυ

……
Ήσουνα εσύ
Κι ο πόνος που ‘ρχονταν μακριά
θαρρείς βαθύς βγαλμένος
από τα βάθη της ψυχής σου
ακουγόταν να βγαίνει δίχως να σαλέψεις
τα πυκνά λευκά μουστάκια σου
Κι εμείς
Εκεί,
Πιο θλιβεροί κι απ’ την κατάντια σου
ακούγαμε
κάθε φωνή απελπισμένη.
Των θεών σου
που πέθαιναν μαζί με σένα μέσα σου
Περνώντας στη βροντή το ξύλινο γιγάντιο
μακρύ βούκινο
ντιντζεριντού,
ήτανε τρόμος κάθε τους ήχος
ήτανε κραυγή
ανθρώπινη
χανόταν ο λαός σου.

για την αντιγραφή
Τ. Πετρής
14-2-2018

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κάθε πρωί…

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
–Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.

(Ασήμαντες απαριθμήσεις
–Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;)

*Από τη συλλογή “Η συνέχεια” (1954).

Βασίλης Βασιλειάδης, Θυμήσου…

θυμήσου εκείνη τή νύχτα στήν Πολωνία τών πιστών καί τών εκλεκτών
ή ψευδονείρωξη τού μπάφου
μάς οδήγησε στό πέρασμα πού μάς έβγαλε στό μοναστήρι
ανύποπτοι γιά τά συμβάντα βιώσαμε ξενύχτι αισθησιακό,
θυμάσαι τά λόγια τής μαχαιρωμένης από τήν ηρωίνη άγιας ηγουμένης
ενώ γδυνόταν τήν ιεροσύνη της μέ λαγνεία νωχελική
ό έρωτας, λέει
προκαλεί απόκρημνες αταξίες στά πράγματα
αυτός είναι ό λόγος
πού γιά τό σακάτεμα ή τήν σφαγή του
πληρώνονται αδρά ή λογική καί οί νόρμες,
δέν υπάρχουν πιό στυγνοί ερωτοκτόνοι από αυτές τίς αθλιότητες,
κι εγώ σέ αυτά τά κελιά τής αγιοσύνης
διακονώ τήν αντινομία πρός αυτές μέ ορμονικές παρακαμπτήριους,
αυτά μάς είχε πεί
τά θυμάσαι?
λίγο πρίν γαμήσει τίς ασκούμενες μοναχές
βυζαίνοντας μέ τή γλώσσα της τά τρυφερά βυζιά τών κοριτσιών
καί βυθίζοντας μέ κάβλα παλίνδρομη
τό κάθετο μακρύ σκέλος τού μεγάλου σταυρού στά καυλωμένα τους μουνάκια,
ήταν τότε
πού ζήτησε τή συνδρομή τού φαλλού σου
σ αυτή τήν λειτουργία τών θηλυκών οργασμών
νά χαιδεύεται υγρή ή βάλανος ανάμεσα στούς μηρούς
νά φιλά ολόσωμα τίς κλειτορίδες στητές
καί μέ φούρια ή αρσενική ευθυτένεια
νά σχίζει εναλλάξ τά αναμάρτητα μουνάκια τους
πού φρένιαζαν νά καταχυθεί ή σπερματόρροια στά σπλάχνα τους,
ανάστα ή ευταξία τού Κανόνα από τά ανασκελωμένα βογγητά,
δικανικοί οί άγιοι εγκλωβισμένοι σέ φόρμες αγαλματένιες
άφριζαν τήν ήττα τής εγκράτειας τους από τό πάθος
καί παρόλο πού ούρλιαζαν τήν παρότρυνση τής νομοτέλειας μέ ερωτηματικό
απετάξατω τόν σατανά τής σάρκας?
τήν απάντηση απεταξάμην δέν τήν άρθρωνε ή μουσκεμένη από τόν ιδρώτα αγία συνουσία,
μονάχα οί οργασμοί πού έσκουζαν ακουγόταν σάν απόκριση
στή δήθεν ανίδεη γιά τήν αλήθεια αγιότητα
πώς ή σάρκα δέν έχει μπέσα ,
μόλις ξημέρωσε
αφού μάς ευλόγησε ή αγία ηγουμένη
μουρμουρίζοντας προσευχές ακατάληπτες
καί προσκύνησε μπροστά στόν εσταυρωμένο ζητώντας επείγουσα άφεση αμαρτιών
αναχώρησε μέ καθαρή τήν συνείδηση καί αναμάρτητη γιά τόν πρωινό όρθρο,
εσύ μέ πήρες από τό χέρι
νά περιπλανηθούμε στήν κανονικότητα τής πόλης,
μέ χάχανα κατέβηκα με στά καταγώγια τού μετρό
άδειες οί πλατφόρμες τών τραίνων
εμείς καί μερικοί άραβες γκέι καί τραβεστί
στημένοι στίς τουαλέτες
σέ πόζες ευδιάκριτης ομοφυλοφιλικής σημειολογίας,
ό μελοδραματισμός τους έμφυτος βύζαινε μέ παρακμιακή δεξιοτεχνία τό μεγάλο δάχτυλο στό στόμα
έτοιμοι ν αρπάξουν τό λάφυρο
τόν πούτσο τού φορτγατζή πού μόλις είχε κατουρήσει ,
στό μεταξύ
ο παπάς μέ διακριτικότητα διάλεξε τόν έφηβο
τού χάιδεψε τρυφερά τά πυκνά μαύρα μαλλιά
καί κρατώντας τον από τό χέρι προχώρησαν στά ενδότερα
γιά νά ασκήσει τήν εγκληματική διαστροφή τής παιδοφιλίας
στό βάθος
οί μπάτσοι σακατεμένοι κερδομανείς
μοιράζονται μέ τούς ντά κάπο τής κοκαίνης τά λάφυρα από τή διακίνηση
μετά τή μοιρασιά
ακράτητοι δήθεν γιά εφαρμογή τής νομιμότητας οί αλήτες
περνούσαν τίς χειροπέδες σ έναν τρομαγμένο χρήστη
πού δεχόταν άφωνος τίς κλωτσιές στό στομάχι καί στό πρόσωπο
βουλιαγμένος στήν ενδοφλέβια εξάρτηση,
ξάφνου
ενώ τόν έσερναν ξυπόλητο
σπαρτάρισε ή αιμοδυναμική στά αγγεία του
καί ό ρόγχος του άρθρωσε
“μεθαδόνη…..δέν μού δίνουν μεθαδόνη”,
τότε ό μπάτσος γαυγίζοντας παραλογισμό
άφησε τήν παράσημοφορεμένη βλοσυρότητα νά χυμήξει
σακατεύοντας μέ τό γκλόπ τό κεφάλι
“άκου τής πουτάνας τό παιδί τί λέει
θέλει μεθαδόνη ό μπάσταρδος
νά τόν χάσουμε από πελάτη δηλαδή
νά πεινάσουμε θέλεις χθεσινό ψωλόχυμα ”
“σεβαστείτε τά δικαιώματα μου” ψέλλισε ό χρήστης αιμόφυρτος
τότε χωρίς νά χάσει στιγμή ή αφρισμένη βία τών μπάτσων
τόν έσπρωξε στό δάπεδο
καί πατώντας τον στό κεφάλι
τόν έφτυνε καί τόν κατουρούσε γελώντας μέ ηδονή
πώς αλλοιώς μπορούσε νά είναι
αφού ή άσκηση εξουσίας είναι μία κιτς
φαλλοκρατική επίδειξη,
όσο συνέβαιναν αυτά τά συνηθισμένα
τόσο πολύ συνηθισμένα
πού τά μάτια τού μυαλού αρνούνται νά τά δούν,
ή ρεπόρτερ τής τηλεόρασης
αυθεντικό αρπακτικό τής επικαιρότητας
σέ στιγμή ερωτικού μαγνητισμού μέ τήν κάμερα
μεταδίδει μέ ισχυρισμένη αντικειμενικότητα τά γεγονότα
επαινώντας παρατεταμένα τή σύλληψη τού τόσο επικίνδυνου γιά τήν κοινωνία ναρκομανή,
γράφτηκε σέ σκοτάδι άπατο ή συναλλαγή τής μοιρασιάς
αφού είχαν σβήσει επιλεκτικά καί μιλημένα οί μπαταρίες τής κάμερας,
έχει γίνει βούκινο πιά
πώς ή κερδοφορία δέν μένει αφύλαχτη
πάντα καρφώνει τήν αλήθεια πισώπλατα
τήν κάνει νά σωπάσει,
θυμάμαι
στάθηκα δίπλα στόν εραστή
ακουμπούσε τό κεφάλι του στή κολόνα τής πλατφόρμας
ξοδεμένος σέ βραδυνό γαμήσι
ή ορθοστασία του παραμιλούσε δυνατά
“μέ κακογάμησε ή καριόλα
κι εγώ περίμενα να μέ κουρσέψει,
αλλά γυναίκα ανδρική
αλλοτροιωμένη
ματαιόδοξη καί γραφική,
τί παθαίνουν οί μαλακισμένες καί ακυρώνουν τή θηλυκή γυναίκα μέσα τους
τήν καθαρόαιμη καί αυθεντική μαγεία στόν κόσμο?
τό μουνί, τό βυζί καί τό τάλαντο στίς πίπες
δέν φτάνουν από μόνα τους γιά νά είσαι γυναίκα
πού σημαίνει νά έχεις τή γυναίκα ξεκλείδωτη μέσα σου.
όχι……δέν φτάνουν
είσαι θηλυκή, πές το γυναικεία βιολογία
αλλά όχι Γυναίκα. ..”
τό τραίνο δέν άργησε νά έρθει
ξεμακραίναμε
είχε αγριέψει τό μυαλό
τόσο πολύ
πού άφαντες οί λέξεις,
μονάχα τήν αγκαλιά σου θυμάμαι
πού μέ γλυκοφιλούσε,
κατεβήκαμε στό τέρμα
στήν υγρή ερημιά τής Πολωνίας
από τό παράθυρο τής βίλας είδαμε τόν δικαστή
αυτόν μέ τή φήμη τού αδέκαστου καί ανεξάρτητου
πού ή τιμή του δέν πατήθηκε ποτέ ώς τώρα δημόσια
εκεί πίσω από τίς μισόκλειστες κουρτίνες
ή κατρακύλα τού δοξασμένου νά ασελγεί διακριτικά επάνω στή νομιμότητα
-αυτός πάντα μιλάει γιά δικαιοσύνη-
σπρώχνοντας χωρίς τούς δισταγμούς τού νεοσύλλεκτου
μέ κινήσεις λεπτές καί γρήγορες βαθειά στή τσέπη του
τό γενναίο αντίτιμο γιά τήν αυριανή δίκη,
έχει οικογένεια νά θρέψει ό δικαστής
ή επιθυμία του θέλει κι ένα εξοχικό,
επικαλείται δικαίωμα κατοχής αυτοδίκαιης
αυτών τών λίγων
μετά τήν τόσα χρόνια παγίδευσης στήν αφιλοκέρδεια,
κι άς πάει νά λένε πώς δέν κάνει αθλιότητες ή υπεροψία μετά τούς όρκους της,
είναι φορές πού δέν μπορείς νά μάθεις
κανείς δέν μαθαίνει
τήν αιτιότητα γιά τό πώς γίνονται τά πράγματα καί ή αγριότητα τους,
τό ξέρει καλά αυτό ή Αλεξάνδρα εδώ στήν Πολωνία
πού τό πείσμα της ξοδεύεται στά κακουργοδικεία
έχοντας φορτώσει από βραδίς τή δικανική της διάνοια μέ ποίηση
τή φλόγωση πού άκόμη κι άν είναι αμίλητη
δέν τήν αφήνει νά κουρνιάξει
ακούγοντας από τήν έδρα τήν ετυμηγορία
αθώος παρότι ένοχος
ένοχος παρότι αθώος,
λένε πώς κάποιος τή ρώτησε
πού τήν σφάζουν τήν δικαιοσύνη
αυτή βουβαμένη τόν έδειξε μονάχα
τήν αίθουσα μέ τήν έδρα
κι έφυγε βιαστική
νά προλάβει τόν θρόμβο πρίν χτυπήσει τούς λοβούς τού εγκεφάλου
πέσαμε μπρούμυτα φοβισμένοι
νά μήν μάς δούν οί φονικές περίπολοι
πού κρατούν μέ ζήλο τό άβατο στά εσώτερα
εκεί πού πορνεύεται τό λειτούργημα,
ή εντολή είναι επιτελική
μέ κάθε θυσία πρέπει πρός τά έξω νά δεσπόζουν ή οσιότητα τού λειτουργήματος καί ή αγιογραφία τής βιογραφίας,
κατεβήκαμε σαίτες τά σκαλιά στό πίσω μέρος τής βίλας τού δικαστή
ξάφνου ένα τούνελ
πέρασμα υπόγειο καί μυστικό πού μάς οδήγησε στήν έπαυλη,
μάς αποσβώλοσε ό ζόφος τής πορνογραφίας
είδαμε
τόν πολιτικό τής Πολωνίας στά τέσσερα επάνω στό μάρμαρο πού γυαλοκοπούσε
νά παίρνει πίπες καί νά χαστουκίζεται αυστηρά από τήν όρθια πλουτοκρατική αλαζονεία
καί από πίσω τόν γαμούσε στόν κώλο μαστιγώνοντας μέ μανία τά κωλομέρια του
βοηθός πληρωμένος τού τιμωρητικού βιασμού ό διάσημος δημοσιογράφος,
μυξοκλαίει γιά νά κρατήσει τά προσχήματα ό κοινοβουλευτικός
δέν τό πολυπίστευε ώς τώρα
πώς οί ανυπακοή στίς εντολές
ματώνει τό μυαλό μέχρι νά εμπεδωθεί ό κώδικας διόρθωσης
πού δέν είναι τίποτε άλλο
παρά μία απλή τροχιοδρόμηση επάνω στίς ράγες τής νομοτέλειας
νά μήν μιλάει χωρίς πρώτα νά ρωτάει γιά τίς λέξεις
γιατί δέν τήν χαλάς,τήν γενεές τών γενεών τάξη ,γιά χάρη τής ανοησίας
παρορμήσου ακάθεκτος καί μέ ό,τι κόστος στήν ευθύτητα
εκτός κι άν είσαι κόπανος
καί θέλεις νά καταλήξεις αυτόχειρας επιδεικνύοντας συμπεριφορά μειοψηφικής εντιμότητας
καί τέλος
πάνω από όλα ή ομερτά
δέν είναι νά τά ξέρει αυτά ό κοσμάκης,
αμέσως μετά τίς εκσπερματώσεις στό πρόσωπο καί στήν κωλοτρυπίδα,
διορθωμένο πιά καί υπάκουο
τόν πήραν σηκωτό οί βαστάζοι
τόν έριξαν στό πίσω κάθισμα τής κρατικής λιμουζίνας
καί διέταξαν τόν οδηγό ντουγρού γιά τό κοινοβούλιο,
νά τόν αμολήσει στήν αίθουσα γιά νά ψηφίσει τό νομοσχέδιο
από τά πρίν
τόν είχαν βάλει νά ορκιστεί μέ ενέχυρο τή καριέρα του
ότι δέν θά ξαναπεί από τό βήμα τήν ασυναρτησία
πώς τό αυγό τού φιδιού εκκολάπτεται μέσα στή μήτρα δημοκρατίας διεφθαρμένης
εν γνώσει της καί μέ ευθύνη δική της,
μόνο πού ξεχνάει ή έρμη
πώς τό φίδι αυτό είναι μητροκτόνο
καί κάθε φορά
πληρώνει τή γέννα του μέ τό αίμα της τό πολύτιμο,
τότε σέ παρακάλεσα
νά πάρουμε άρον άρον τόν έρωτα μας καί νά φύγουμε
νά μήν ξαναπερπατήσουμε τέτοια μονοπάτια
νά τά αγνοήσουμε
νά μήν ξέρουμε πώς υπάρχουν γιά μάς
μπάς καί βγούμε αχάραγοι από όλα αυτά,
μά μού είπες πώς εμείς τά χτίζουμε τά μονοπάτια
ξέρουμε καί καταπού πέφτουν οί προορισμοί τους,
ακόμη καί νά μήν τά ξαναπερπατήσουμε
καί νά αρνηθούμε πώς υπάρχουν
αυτά μένουν
είναι δικά μας,
ακόμη κι άν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στήν Πολωνία
όπου καί νά περπατήσουμε στόν κόσμο
επάνω της θά πέφτουμε
ή αυτή θά πέφτει κατεπάνω μας…..

Γρηγόρης Σακαλής, Αποτυχία

Σ΄ένα φορτηγό τραίνο
γεμάτο γελάδια
πήδησα τελευταία στιγμή
ταξίδι για το πουθενά
όταν σταμάτησε
μετά από πολλές ώρες
ήταν νύχτα
κατέβηκα
πήγα στο σταθμό
μιας πόλης που δεν ήξερα
κανένας, ψυχή δεν υπήρχε
πήρα το δρόμο
βγήκα στη δημοσιά
κι έκανα ώτο στοπ
ένας νταλικιέρης σταμάτησε
με ρώτησε που πάω
“όπου κι εσύ” του είπα
πήγαινε στην αφετηρία μου
ανέβηκα πάνω
άλλη μια αποτυχημένη απόπειρα
σκέφτηκα
ν΄αποδράσω απ΄αυτό που είμαι
μα θέλει κότσια κι αντοχή
για να τα καταφέρεις.

Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο

Εψές το βράδυ κατά τη μαύρη νύχτα
ήρθες κοντά μου μα είχες άσπρα μαλλιά
σα να γεράσαμε μαζί και τώρα σιωπή
τυλίγει η αράχνη τον ιστό της.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Για πάντα

Στο σώμα της καλπάζουν οι ορδές των
εξαπατητών της διπλανής πόρτας
τυχοδιώκτες των υπεραστικών καραβανιών
που έχασαν το χάρτη τους στα Βαλκάνια
μέτοικοι που πλήρωσαν το ναύλο τους σε
πρωινές εφημερίδες και ψυχοτρόπα διόδια
άνεργοι έμποροι προσδοκίας με μάτια
σκοτεινά και δύσβατα
αεριτζήδες μικρόμυαλοι ανεκτίμητης
κοινωνικής χρησιμότητας
έφηβοι ευνούχοι με την αγωνία της στιγμής
να τους κενώνει το στομάχι

μέσα σε αυτούς και εγώ
ένα ασήμαντο τίποτα που χαμηλώνει τα
μάτια του μπροστά στο φως της
που ξενυχτά τις μνήμες του σαν ιερές
προσευχές στα σεντόνια της εργατικής τάξης, βράδια
χωρίς λύτρωση πασπαλισμένα με ξύσματα
μικρομεσαίου μεγαλείου – όνειρα και
έρωτες γελοίων
εγκλωβισμένος σε ένα σώμα αδρονίων που
υπονομεύει κάθε του στύση
ποιητής χωρίς πίστη, νικημένος εξ αρχής
ένας ξένος

και αυτή,
μια μελαγχολική προσδοκία που ξεπουλιέται
στην αγορά του εφήμερου
σαν αφρικάνικο όνειρο ραντισμένο με
αστρόσκονη μιας σαβάνιας νύχτας
λουσμένη στα διάφανα βράδια του αρκτικού κύκλου
ανάμεσα στις εκβολές του μπαμπού και της ελονοσίας
ταξιδευτής στα μήκη και τα πλάτη
στους μοναχικούς ωκεανούς της Νέας Υόρκης
και στα ψυχρά γραφεία των χρηματιστών
άπατρις θηρευτής μιας λαχανιασμένης ευτυχίας
γεμάτη σιγουριά για το μέλλον

αλίμονο, το σώμα αποσυντίθεται
και η ορμή του Δούναβη που κάποτε το
σμίλευε τώρα λιμνάζει
λίγο πριν αντιδρομήσει στην τελική του μοίρα
προς τους καταρράκτες

Αυτό το σώμα θα υμνήσω,
το μαρμάρινο
το παρόντα και αιώνιο
που το δέρμα του αγκαλιάζει ένας μεταξένιος ηλεκτρισμός
και που οι αδένες του αναβλύζουν μέλι και γάλα

αυτό το σώμα,
της επαγγελίας
που μας υποσχέθηκε να δούμε έστω από μια
κορφή τον παράδεισο
και που για χάρη του ταξιδέψαμε σαράντα
ατέλειωτους χειμώνες
κυνηγώντας ανεμόμυλους ή θυσιάζοντας αμνούς

αυτό το σώμα,
που κοχλάζει μέσα στο ανυπόμονο μάγμα
της οδύνης
αγκομαχώντας να αναδυθεί μαζί με το θειάφι
στα ουράνια
απέραντο στο λυκαυγές
στιγματισμένο με δαντέλες γαλανές
και μαργαριταρένια βότσαλα
φωνάζει
με τα κατακόκκινα χείλη του παγωμένα
μπροστά στο επόμενο θήραμα
“είμαι εδώ – και θα ‘μαι για πάντα”

Για πάντα…
μόνο στη φαντασία των ποιητών υπάρχει το
“για πάντα”

*Από την “Ιερουργία της Άνοιξης”.

Αριστομένης Λαγουβάρδος, Δύο ποιήματα


Αποβροχάρα μια γαλήνη…

Αποβροχάρα μια γαλήνη είχε ξεμείνει,
στου δάσου τα δεντρά, στα μονοπάτια,
του βουρκωμένου σύγνεφου τα μάτια,
της γής τον πόνο είχε απαλύνει.

Τέτοια ώρα ο λογισμός διψά και πίνει,
της γής τα πλούτη, από χρυσά κανάτια,
κι΄ ως βάρκα κυλά, με γερά ξάρτια,
και της ζωής την πίκρα αργοσβύνει.

Μα του ηλιού ο χρωστήρας ξαναρχίζει,
να ροδοβάφει σύννεφα στη Δύση,
κι΄ ειν έγνοια, η βροχή να μην ξυπνήσει.

Στιγμές γλυκές της σιωπής που ανθούνε,
στα σπίτια που η αυλόπορτά τους τρίζει,
κι΄ οι γκιώνηδες αργά μονολογούνε.

***

Σαν κοπάδι…

Σαν κοπάδι πρόβατα τρέχουν τα σύννεφα.
Μαύρα αγριοπούλια- σαν λυκόσκυλα- τρέχουν
από δώ κι΄ από κει, και τα φωνάζουν.
Φουσκωμένα απ΄ το γρασίδι τρέχουν
τα σύννεφα στούς ουράνιους βοσκότοπους.

Τρέχουν πάνω από τις πεδιάδες, τα οροπέδια,
πάνω από τα λαγκάδια, πάνω από τα σπίτια…
Τρέχουν…
Σε μια μοναξιά είναι βυθισμένα όλα,
σε μια γλυκιά νοσταλγία.

Sine Lege, ρεβεγιόν, ο/η

να οργανωθούμε πρέπει κάπως
ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού
σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε
πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν
συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή
τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά
πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς
κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα
καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;
κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε
εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ
μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες
μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή
μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε
από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε
μια μόνο εκατονταετία
και τώρα
πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας
προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε
ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές
έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο
σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν
πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη – τιμή και δόξα εις τον τσάρον –

***

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά
θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι
θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες
και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε
κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει
ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας
μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές
που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει
και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει
κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

κουρσκ, 31.12.1916

***

γι’ αυτό σας λέω
προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν
πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι
με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα
προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά
ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι
κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι
να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά
όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν
και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη
τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

χαλάνδρι, 31.12.2016

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2017/01/09/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD-%CE%BF%CE%B7/

Ιωάννα Σκλαβενίτη, ποιήματα

ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΕΣ

Οι λέξεις παλεύουν με τις γενικότητες.
Νοσταλγώ την Ανάσταση
Εκείνη την οδό όπου συνάντησα το πείσμα.
Ο χρόνος τρέχει,
Χάνονται άτομα στην κλεψύδρα.
Ρουφάω την σκόνη και ξερνάω
Τις ετικέτες με τις τυπικές προσαρμογές.
Όλα γενικότητες,
Σταυροδρόμι συμπτώσεων ή μαγείας τεχνασμάτων;
Φοβάμαι μήπως δεν ξαναδώ εκείνο το κορίτσι να περπατάει πάνω στη
Θάλασσα και να μου φωνάζει, έλα, έλα, κι εσύ μπορείς.
Ξαφνικά βρέχει,
Βλέπω τους αγγέλους να χορεύουν και να τραγουδούν.
Φίλε μου, θα σε περάσουν για τρελό
Μην ξεχάσεις το σπαθί σου να κρατάς ή αν δεν έχεις σπαθί πάρε
Ένα τριαντάφυλλο.
Οι νύχτες είναι μοναχές
Γεμάτες μυστήριο και λατρεία,
Ο πόνος σε πολιορκεί.
Ξεβαμμένο πρόσωπο από μπογιές
Και μάσκες υποκρισίας μην κλαίς
Επειδή όλα τα ρήμαξαν οι γενικότητες.
Εκείνο το σπίτι είναι ακόμα φωτεινό
Τα δέντρα αγκαλιάζουν τους περαστικούς
Οι τάφοι έχουν αρχίσει να μιλούν
Οι μελλοθάνατοι όμως δεν ακούν
Κυνηγούν την σκιά τους ή εκείνη κυνηγάει εκείνους.
Πάμε μια βόλτα,
Θέλω να θάψω ένα φυλαχτό στην άμμο.
Ένα μυστικό πλανιέται χρόνια
Περιμένοντας να βρει σώμα για να κατοικήσει.
Νοσταλγώ την Ανάσταση, αλλά εσύ μιλάς
Σ’ άλλη γλώσσα.

***

ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΗΔΟΝΗΣ

Αναθυμιάσεις νεκρής ακολουθίας.
Ορόσημο δοσοληψίας ατέρμονης χαράς.
Πρόσκληση.
Δεν έχουμε ονόματα ούτε οικογένεια.
Κερνάμε δηλητηριώδη δαμάσκηνα
Και δαγκώματα φιδιών.
Μετρούμε πληγές.
Ο καθένας έχει την λέξη του
Ουρανός ή Κόλαση.
Επίκληση στην αστερόεσσα νύχτα!
Θαλασσινά φεγγάρια βυθίζονται
Μέσα στην ηδονή της προδοσίας.
Φιλί στο στόμα, όχι στο μάγουλο.
Επίπλαστη συνουσία συλλεκτικής απογραφής.
Μοιραίο συμβόλαιο.
Ολίγον ράθυμη η διαδικασία.

***

ΑΒΥΣΣΑΛΕΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Βαθιά
Στο σήμερα των αβυσσαλέων ιδιοτήτων
Ο ουρανός τρέμει
Σκυλί δαρμένο
Από αφέντες προικοθήρες.
Ουδείς αλάθητος προτού να δύσει ο ήλιος.
Φτερά πουλιών
Εναντιώνονται
Σε σαλτιμπάγκων τα αγκάθια.
Θα κοιμηθώ στο πάτωμα
Δαμάζοντας μια χούφτα αμύγδαλα
Κι ένα μπουκάλι αψέντι.
Πενιχρό εγχείρημα
Εύθραυστο φάντασμα
Απέναντι στον καύσωνα
Της ειδωλολατρείας.
Οι άγιες πόρνες
Ανάβουν το πορτατίφ
Των αρμοδιοτήτων.
Στο κομοδίνο
Βιολέτα ασάλευτη
Αναπαύεται η καρδιά τους.
Τωρινές Καρυάτιδες
Βυθίζονται στο ερμαφρόδιτο χώμα
Των διακρίσεων.
Πονάω να βλέπω
Τα χέρια άδεια
Τα νύχια ματωμένα
Σε φιλμ νουάρ.
Άλλοτε οι άνθρωποι
Ζούσαν σε νούφαρα αλεξίσφαιρα
Τώρα σε υπνόσακους λήθης.
Κάλπικοι εραστές
Σε περιτριγυρίζουν
Αποζητώντας τη γαλήνη του φιλιού σου.
Γρηγορείτε
Αλλοπαρμένες οι ιδιότητες
Γλεντοκοπούν
Στους δρόμους.
Ηλιοτρόπια
Σε αρπάζουν
Σε βουλιάζουν
Στου νόστου
Το λημέρι.
Ούριος άνεμος
Τρυπάει το κορμί σου.
Θα κοιμηθώ σε ανθόγαλα
Πίνοντας στην υγειά
Των ξένων δούλων
Εις χάριν
Των αβυσσαλέων ιδιοτήτων.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρια Ηδονής”, εκδόσεις Πνοή, 2017.