Αντώνης Στασινόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Νίκος Ζήβας

Σώμα

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΒΡΟΧΗΣ ασθενικής
-Ιούνος μήνας-
δρόσισε τα κορμιά μας.
Αναλογίζομαι τη μετουσίωση.
Μόρια διασκορπισμένα
συνθέτουν το σώμα του κόσμου,
ενός κόσμου που διυλίζεται στο χρόνο.
Αγαστή σύμπνοια.
και αφουγκραζόμαστε τον αγέρα
να αναμετριέται με τα αγάλματα.

***

Ο Μύθος

ΣΕ ΑΓΓΙΞΑ με λέξεις

Χρυσάνθεμο
Κυκλάμινο
Τριαντάφυλλο

Ουρανός
Θάλασσα
Γαλάζιο

Ηλιαχτίδα
Δέντρα
Πράσινο

Δροσοσταλίδα
Αγρίμια του δάσους
Σκιά

Σώμα γυμνό
Καρδιά
Ταξίδι

Οι λέξεις ντύνουν το μύθο

***

Πόρτο Χέλι

ΜΕΣΑ ΜΑΪΟΥ
ο ήλιος ψηλά
οι αχτίνες του καίνε το πρωινό στο Πόρτο Χέλι.
Ο θόρυβος της πετρελαιομηχανής ταράζει τη σιωπή.
Η ψαροπούλα σχίζει απαλά τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Σε ποια πελάγη ανοίχτηκε;
Έχει καλή ψαριά;
Οι περιπατητές στο μουράγιο χαζεύουν τα σκαριά
που αναπαύονται
με τις άγκυρές τους
να τα κρατούν γερά
έτοιμα για το επόμενο ταξίδι.

***

Χαμόγελο

ΤΟ ΤΡΕΝΟ γλιστρά στις ράγες για το ταξίδι
μέρες και νύχτες θα περάσουμε μαζί.
Ένα χαμόγελο χαράζει από μακριά για τον καθέναν,
αρκεί να μας βρει έτοιμους να το δεχτούμε.
Όπως το κόκκινο του τριαντάφυλλου
συναντά το ηλιοβασίλεμα.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Τζόις Μανσούρ, Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2018/04/01/ase-me-na-se-agapo-joyce-mansour/

Γιάννης Γκούμας, Πέντε ποιήματα

Η ζωή του ποιητή

Όχι τόσο ανηφορική
όσο ορθοστασία
καθ’ όλη τη διαδρομή.

Πιο πολύ τον έσυραν σ’ αυτήν
παρά
την έζησε.

Μεγάλωσε ξαφνικά
δραματικά
από έλλειψη παιδικής ηλικίας.

Αγωνίστηκε
για χάρη του προσωπείου κάποιου άλλου
όσο και για το δικό του.

Ήταν το θύμα που ανέβαινε στην αγχόνη
κι ο δήμιος που κατέβαινε
απ’ αυτήν.

Ήταν ένα βέλος καθ’ οδόν προς
το στόχο του –
κι ο περίγελός του.

Έγραφε
με το χέρι του
σαν καρδιογράφημα.

***

Καλλιτέχνης του οίνου

Ο πατέρας δεν ενδιαφερόταν για την τέχνη.
Περισσότερο τον αφορούσε μια σειρά ποτήρια κολονάτα,
που την κάθε κίνηση της σερβιτόρας
μετέτρεπαν σ’ έργο του Μοντιλιάνι.

***

Στο λεωφορείο

Το ποίημα εν των γίγνεσθαι μέσα μου
(ή το ίδιο το ποίημα)
ζυγίζει λιγότερο από τον αντίχειρα
που ολοένα τρίβεται
στου κόσμου την πιο μοναχική περιφέρεια,
στο ισοσκελές της χειρολαβής.

***

Έλλειψις

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
παίζουν πάω σε μια μαντεμμιά αυλόπορτα
που θυμίζει ρουνική αλφάβητο…

Ακούω, ακούω ότι ήμουν παιδί…

***

Κενότης

Νύχτα διογκωμένη από ιδιωτικό σκοτάδι

Το λιωμένο χαλάκι της ξώπορτας
διαθέτει την αμεσότητα χέρσας γης.

Κανένας δεν προφέρει το όνομά του
ούτε και το αντίστοιχο στο κουδούνι.

Αν υπήρχε ένα άδειο κλουβί ψηλά
θα κελαηδούσε.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, 1997.

ένα έτσι, ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.
Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.
Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.
Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.
Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.
Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.
Περιορίσου στο απόρρητο.
Υφολογικοί συνδαιτημόνες.
Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/03/30/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%87%CE%BF%CE%B9/

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

A
Έλα να γίνουμε ανόητοι, ν’ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
ν’ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Ακου τη γυναίκα σου
άκου την καλά
γίνε αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλ’ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγγα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ’σαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

Β
Ξημέρωσε χρώματα
στους δρόμους ήλιος κύλησε
φωλιάζει στις καρδιές ο φόβος
οικοδεσπότης εκπλήξεων.
Πιτσιρικάδες περπατούν ανέμελοι
κατοικούν ερείπια
και να που βράδιασε πάλι
με δυνάστη τ’ όνειρο
θα πιούμε την Άνοιξη
σα να ’ταν σούπα.

Μια φλόγα καίει ακόμα
στην άκρη της θύμησης
τραβά τα σεντόνια
πυρετούς μυρωδιές μοιράζει
με σύννεφο μοιάζει περαστικό.
Είναι τότε που θαρρείς
γκρεμίζονται ορίζοντες
καταπακτές ανοίγουν
το παρελθόν αμούστακο χορεύει
στον κήπο των στιγμών.
Τότε που χαρές και πίκρες
γίνονται γουλιές αγανές
και με βλέμμα μετέωρο
μόλις ν’ αγγίξεις τολμάς
σύρτες πόθων μακρινών.
Είν’ η ζωή μας αστραπή
για όσους προλάβανε να τη δουν.

*“Εργοτάξια Τύψεων”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Φραντζέσκα Άβερμπαχ, Δύο ποιήματα

1
Οι άνθρωποι
δεν λυγίζουν εύκολα πια.
Αφού μπορούμε και κρατιόμαστε
ζούμε μια ακόμα προσδοκία.
Τρέμουμε βέβαια
πίσω στις γωνίες
σε σχήμα αλτουριστικό.

Η υπόσχεση ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
παραμένει μια υπόσχεση
αφού ζούμε σ’ ένα περιθώριο
εξαρτημένοι και αβέβαιοι.
Το καινούργιο σε γοητεύει
μέχρι να πεις
«ως εδώ»
και ν’ απελπιστείς.

Θα τρομάξεις.
Θα ησυχάσεις.

Αφού τώρα μπορώ και σου γράφω
σημαίνει πως ξεχνάω.

Κι αν χαθείς κάπου,
θα βρούμε άλλους.

2
Το δέντρο της απροθυμίας σώπασε.
Μερικές φορές
είναι καλύτερα να είσαι ένα αγρίμι
παρά να κοιμάσαι σε όρθιες ουρές.

Όλα μπορώ να στ’ αφήσω
προχωράμε μες στη βουβαμάρα
δίχως ίχνος τραγικότητας.
Σήμερα μιας και φεύγουμε σιγά σιγά
λέω να παίξω με το σχήμα σου
(( < > (?) – — … .. )

Αγαπούλα,
θα καούμε έτσι.
Άσπριζες μέρα με τη μέρα
μπρος στα μάτια μου.
Εάν πράγματι θέλεις να ζήσεις
πέρα απ’ τις θεωρίες
μάθε να είσαι ελεύθερος,
θέλει τρελά κότσια
ν’ αφουγκράζεσαι το σκοτάδι μέσα σου.

Αν και μου ταράζεις το αηδόνι
που είχα αφήσει σκεπασμένο πάνω στη σκεπή
το κορμί μου σύντομα θα το ελευθερώσει ο Δίας.

Αλλά μην παρανοείς.
Είναι τ’ όνειρο
όχι το θλιβερό σου μάτι.

Περιμένω το πως θα έλθει το βασίλειο μου:
η επιθυμία για όλα αυτά
που μας κρατάνε ζωντανούς.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τί μένει;
Μένει κάτι
κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
μένει:
μισή μποτίλλια αλκοολικού παρασκευάσματος
ο ήλιος του καλού Θεού και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το
φεγγάρι
πανσέληνο.

*Το ντεμπούτο του Πητ Κουτρουμπούση στα γράμματα, στο περιοδικό “Αθηναϊκά Γράμματα”, τεύχος 10/1958. Το ποίημα και οι δύο φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.

Αναστασία Μαργέτη, Τρία ποιήματα

#Από την ενότητα “Χρόνου και πόνου – συναίσθηση”

Σωρεία λαθών

Μία στιγμή
Κι ακόμη μία
Κι άλλη μία στιγμή
Κι άλλη μία στιγμή περνά
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο
Κι άλλη μια στιγμή πέρνα και χανεται στην άβυσσο για πάντα.
Ο χρόνος σου έχει άπειρες στιγμές ψεύάόνται γελώντας σε οι αισθήσεις.
Αμελητέα η ποσότης της αφαίρεσης, καγχάζει ο νους στην πλάνη του.

Κοντολογίς η αναζήτηση ά)κών σου αληθειών αμφιβολία ανώφελη.
Προτίμησες λοιπόν να συσσωρεύεις μέσα σου υπεραξίες στεάτων
αταραξίας κεφάλαια, της αποχής σίγουρα κέρδη.
Και οι απώλειες κάθε ημέρας σωρηδόν
-πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός-
ώσπου κι εσύ να σωριαστείς
-αμελητέα η ποσότητα-
σ’ ένα σωρό από χώμα
μια στιγμή.

***

ΚΑΝΟΝΕΣ

Το σκότωσε και αυτό
όπως και τα άλλα.
Χωρίς καμιά εξαίρεση.
Σκοτώνει ό,τι αγαπά.
Με ακρωτηριασμό και
του δικού τον σώματος.
Πόνου μαρμαρυγή
σε αυτοπειθαρχίας
ελεύθερη εκλογή.

Ύστερα κάποιοι απορούν
πώς το μουσείο
γέμισε
με θραύσματα αγαλμάτων.
Είναι τα έργα του κανόνα.

***

#Από την ενότητα “Έργα Τέχνης ΙΙ – Θεωρίες ανεπαίσθητες”

ΑΓΓΕΙΩΝ ΑΠΟΨΕΙΣ

αφιερωμένο στη μνήμη
του Βασίλη Γ. Βεργανελάκη

Ερυθρόμορφες
στιγμές
αιωρούνται στο μελανό
όταν του έρωτα η ορμή
-παράνομα θαρρείς-
φέγγει στο έρεβος του νου
και με συνάψεις τολμηρές
ζωοποιεί
στη λάσπη του πηλού
σώμα κι αίμα.

Εν τω μεταξύ
σιωπηλά
παρατάσσονται
διαρκώς
κατά λεγεώνες
λευκές
οι λήκυθοι.

*Από το βιβλίο “Τρίτοι από της αληθείας”, Εκδόσεις ΑΩ, 2015.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Δέκα ποιήματα

ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τόσα ταξίδια έκανε,
ποτέ δεν πήγε ο νους του.
Δεν είχε καιρό
ν’ αφήσει εποχή

***

ΥΠ’ ΟΨΙΝ

Τίποτα δεν φαίνεται.
Από την μια μέρα στην άλλη
το φως ταξιδεύει πάντα νύχτα.

***

ΑΜΙΛΗΤΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Αδειάζουν οι μνήμες
τα αινίγματα
οι ευκαιρίες,
τις ήπιε όλες η σιωπή
και οι κρυμμένοι φόβοι.

***

ΣΤΡΟΦΟΔΙΝΗ

Σε κόκκινες αρμονικές
γράφει μαύρα ποιήματα
λοξοδρομώντας συνεχώς
μέχρι να βγει στο φως.

***

ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Δε φτάνει που
αρνήθηκες τις αποστάσεις
ξεκίνησες να ταξιδεύεις
από συγγνώμη σε συγγνώμη,
θλιμμένο υστερόγραφο
τη μοναξιάς σου.

***

ΣΥΣΤΡΟΦΗ

Κουβάρι έγινε ο καιρός.
Κουλουριασμένες σημασίες.
Στην άκρη βρίσκεις τη σιωπή
και στη σιωπή την άκρη.

***

ΕΠΟΧΗ

Τι κάνεις;
Ζυγίζω τον καιρό,
λίγο το φως
δεν ξέρω
αν με κλέβει.

***

ΑΛΗΘΩΣ

Πολύ μεγάλη πέτρα έγινε το ψέμα.
Κανένας ψεύτης δεν μπορεί
να τη σηκώσει.

***

ΣΟΦΙΑ

Γράψε μια λέξη
γι’ αυτά που ήρθανε
και κάθισαν και
έφαγαν και ήπιαν
με όλα τους τα στόματα
μέρες και μήνες και χρόνια
μέχρι να σουρουπώσει.

***

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Βρήκες και συ την ώρα
ν’ αρχίσεις να κλαις τις
σημασίες που κουβάλησες
σαβανωμένες με λέξεις
σπαραγμένες από φωνές
που δε σε πρότασαν
να γίνεις ένας απ’ όλους,
ολότελα άλλο να
ξαναμπείς στον εαυτό σου
απ’ τη σιωπή και από τη μοναξιά,
να γίνεις το ψέμα που παρηγορεί
χωρίς να λιγοστεύει ο κόσμος.

*Από τη συλλογή “Δήλος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2016.

Έφη Καλογεροπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ελεύθερος δεν είσαι
παρά στο βλέμμα σου μονάχα
λέει ο καθρέφτης
που τον καθρέφτη καθρεφτίζει

***

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής

***

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Στο κέντρο ή στο περιθώριο
πάντα έρχεται αυτό που περίμενες σαν άλλο
τότε μαθαίνεις πως μόνο μια επίθεση καλοσύνης
μπορεί πραγματικά να σε συντρίψει
και ο πηλός της προσωπικής σου ήττας
πλάθει την πιο όμορφη καμπάνα

*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων”, Εκδόσεις Ποιείν, Μάιος 2017.