Μαρία Πανούτσου, Το μαύρο είναι το χρώμα μου

το μαύρο είναι το χρώμα μου,
το χρώμα της καρδιάς μου,
το πιο χρωματιστό πλουμίδι,
το καύχημα, ο περουζές,
πρώτα, σε περιβραχιόνιο,
θείου, πάππου, πατέρα
στις αλλαξιές, μαμάς
γιαγιάς και θείας,
χωρίς αιδώ,
και στις λεξούλες μου
τις πρώτες,
αυθάδικες και θλιβερές
τις βρίσκαν τα παιδιά,
κι αργότερα με κραύγαζαν
Μαρία η κατηφής,

το μαύρο κύλησε απότομα
με βρήκε, στα όνειρά μου
το φόρεσα κατάσαρκα
στα έτη τα δεκάξι,
μόλις το πένθος της γιαγιάς,
με έντυσε κοπέλα,
και τότε είδα το ένδυμα,
ως ένδυμα δικό μου,
με ρώταγαν, αν είμαι
σε πένθος από τότε,
και εγώ τους απαντούσα,
μα όχι, είναι το φόρεμά μου
μέσα και έξω μαύρα,

και μια χαρά στα χείλη
ν’ αργοσαλεύει πονηρά,
στα μάτια η λάμψη,
να φανερώνει πεθυμιές
και να με ζευγαρώνει,
μα εγώ πενθούσα πράγματι
τούτη τη ζήση την τραχιά,
τούτη την παραζάλη,
τούτον τον κόσμο, το σαθρό
σαν μήλο σαπισμένο, σαν κραταιό
φλεγόμενο, θηρίο, οργισμένο,
ο πύργος της Βαβέλ σε καρτ ποστάλ
με αποχρώσεις γκρι
σαν στάχτη που εξανεμίζεται

*Ανέκδοτο ποίημα από την ενότητα προσωπογραφίες.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:
http://ithaque.gr/to-mayro-einai-to-xrwma-mou/

Matsuo Basho, Ο κόσμος της πάχνης

1
Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου

2
Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3
Το φθινόπωρο
βαθαίνει – κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4
Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου

5
Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο

6
Η τρικυμία –
μέχρι πέρα στο Σαντό,
ο γαλαξίας.

7
Νωρίς το πρωί
με καινούργιο κιμονό:
άλλος άνθρωπος.

8
Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

9
Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.

10
Αγριόχηνες
χαμένες στα σύννεφα:
κάποιοι χωρίζουν

11
Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μες στη συστάδα.

12
Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

13
Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει η άνοιξη.

14
Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

15
Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

16
Το πρώτο χιόνι:
τα φύλλα του νάρκισσου
γέρνουν, λυγίζουν.

17
Χωρίς φεγγάρι,
χωρίς λουλούδια ή φίλους,
και πίνει σάκε.

18
Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

19
Αστροπελέκι:
η κραυγή του ερωδιού
τρυπά το σκότος.

20
Όταν αστράφτει,
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

21
Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

22
Μέρες βροχής:
οι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

23
Στο πρωτοβρόχι
κι η μαϊμού θα ήθελε
ψάθινο παλτό.

24
Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

25
Τελειώνει ο χρόνος –
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

26
Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Μασούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα”, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα, 2008.

Γιώργος Δάγλας, Τέσσερα ποιήματα

Στο γήπεδο
κι ύστερα στα σεντόνια του νεκροτομείου
να κυλιόμαστε.
και να ‘ρχονται απ’ ολούθε φορτηγά
παροξυσμοί και τα παιδικά μας χρόνια
μ’ ακανόνιστα βήματα, με ντροπή
κρατώντας το πιο αγαπημένο
να μας προσφέρουν στα κρυφά
την ώρα που
θα μας ξεσκίζουν μ’ ένα ήρεμο μίσος
σίγουροι πως θα βρουν την αιτία.
Αν είναι ποτέ δυνατό
οι μπακάληδες του έρωτα
να μπορέσουν να λογαριάσουν.
Αν είναι ποτέ δυνατό τα επικηρυγμένα μάτια
να κολάσουν απόσπασμα.
Αν είναι ποτέ δυνατό.
Αν είναι

***

Α! Αυτή η κλασική μουική
και τα τεντωμένα σκοινιά παν’ απ’ το γήπεδο.
Α! Αυτά τα τριαντάφυλλα
πλάι στις αμαζόνες και τα ποδήλατα.
Με τα νυχτερινά shows
που ξεχύνοντ’ απ’ τις μπετονιέρες
και τη φρίκη των διδασκάλων Α!
Είναι η εικόνα που μάταια
ζητάει στα πέλματά μου
να μην ελπίζω.
ΞΕΡΩ ΠΙΑ.

***

Όταν θα γυρίσει
(τα παιδιά να λείπουν)
τσιγάρο αναμμένο θα κρατάει
(τα χέρια καμμένα)
όταν
(Αυτός ο βιαστής κι εγώ ο υιός)
όταν γυρίσει
θα τον σχωρέσω.

***

Μ’ άνεργους ηθοποιούς
κι αλκοόλ
θα τη βρω.
Κι έτσι νομίζω
χωρίς άγχος
με κουβέντες καλές
θα πεθάνω.

*Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”, β’ έκδοση, Εκδόσεις Φίλντισι 2017.

Νίκος Σταμπάκης, Τέσσερα ποιήματα

TEA-SHELLS

Η νυφική μπαλλάντα ακόμη λάμπει το πρωί
Στον παιγνιδότοπο όπου τ’ άστρα
Είναι μικρά χοιρολοΰλουδα με
Το χρώμα του χρόνου
Και τα γελαστά τραγούδια
Των δασών
Οδηγούν σε παραδείσους
Ιερής τσίκνας

Στην ετικέττα του ρουμιού
Ζωγραφισμένα λείψανα
Στα βλέφαρά μου το γέρικο πλοίο
Των καταδίκων

Το ματωμένο πρόσωπο
Της αγάπης
Έρπει
Στο εσωτερικό της κάννης
Του ψεύτικου τουφεκιού

Στο ποταμόπλοιο Skyriver
Τα χείλη του θεού
Είναι μαξιλαράκια
Για τ’ αλογάκια
Της παναγιάς

Χιονόφυλλα
Υδραργυρική αφή
Πού οδηγούμαι;
Πού έχω αφεθεί;
Ποιος είναι κείνος που πεθαίνει
Σε πράσινες λίμνες;

1988

***

ΑΦΟΣΙΩΣΗ

Οταν το μάτι αγάλματος π’ απαθανατίζει τον κολοσσό της Ρόδου σε στάση προσοχής
Μπρος στο διάβα τριών παρθένων με ρόδια
Ραντίσει το βάθρο με δάκρυα και ξερό χαλάζι
Θα σου μηνύσω αγάπη μου καθώς ο ουρανός μηνύει στ’ αναστάσιμα βεγγαλικά
Την διαρκή του αφοσίωση
Καθώς και την τακτοποίηση εκκρεμότητος π’ αφορούσε το μέγεθος κεραμιδιών
Θα σου μηνύσω μ’ εντεταλμένο δικολάβο
Την οριστική νίκη των ασμάτων μου απέναντι στα τρομερά κύμβαλα του θανάτου
Την επικράτηση του υπερφυσικού βύσσινου απέναντι στις φαβορίτες π’ εστήριζαν κατακόμβες
Όπ’ αντηχεί αδιάκοπα η φράση, «Τα πάντα είναι χαμένα,
«Χαμένα όπως φαντάρος σ’ εμποροπανήγυρη
«Χαμένα όπως αηδόνι στο σεντούκι
«Χαμένα όπως ρολόι μες σε πηγάδι
«Χαμένα όπως αστέρι σ’ έναν κουμπαρά
«Χαμένα όπως πυξίδα σε νεκροταφείο
«Χαμένα όπως φιλί μες σε βαγόνι
«Χαμένα όπως γραμματοκιβώτιο στην ομίχλη
«Χαμένα όπως ζαχαρωτό σε υπηρεσιακή τσάντα
«Χαμένα όπως μια γυναίκα μες σε σύννεφο από κιμωλία
«Κτλ.».

1990

***

ΟΔΟΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Η ζωή
Δεν θυμάται
Όσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως

Και όλες
Οι απελπισμένες
Δεήσεις
Κι οι εκλεπτυσμένες κινήσεις
Δεν θα τους σώσουν

Όταν κοιμούνται
Θυμούνται τον έρωτα που χάθηκε
Στην λεωφόρο των σκοτεινών
Μπλε κυμβάλων
Που την λικνίζουν
Οι τσιμπίδες των καστανάδων

(Τσέλλο τον Δεκέμβρη
Τα μελοροδάκινα
Ή σαν κηλίδες αίματος
Στα νύχια του St. Paul’s)

Κι όταν ξυπνούν
Βλέπουν τον κόσμο
Να περιμένει
Κάτω από τον ήλιο
Οπου φαίνονται όλα
Τα σημάδια
Της κληρονομικής
Ασθενείας

Η ζωή
Δεν λυπάται
Οσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως.

1988

***

ΜΑΤΑΙΟ

Τι θέλεις
Τι περιμένεις
Μες στα ψυχρά
Τοιχώματα
Στα
Ακονισμένα
Βροντερά
Μαχαίρια
Στα πιθάρια
Με τα φίδια
Που οι συριγμοί τους
Βουίζουν
Στο μυαλό σου
Όπως κάποτες
Ο ύμνος
Των φοιτητών—
Μια νύχτα
Πεντακάθαρη

Στο βάθος
Η εκκεντρική
Πανοπλία
Παρίστανε
Τον άγιο
Γεώργιο.

1988


*Από το βιβλίο ‘Το μπαούλο με τις μπίλιες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2007.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, η νύχτα των δορκάδων

τη νύχτα που πέρασε εντοπίστηκαν
ζαρκάδια να τρέχουν στους δρόμους του Παρισιού
οι τεντωμένοι μυς
τα λιγνά πόδια
τα δυνατά τους λαγόνια
μα δες τα πώς τρέχουμν μέσα στις tuilleries
πώς διασχίζουν τα ηλύσια πεδία
πώς καλπάζουν ελεύθερα
δες τα πώς διαφεύγουν
τον κλοιό των πάνοπλων στρατιωτών
μα πώς;
δεν έμαθαν για το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχει κυρυχθεί η χώρα;
δες τα στην γέφυρα των εραστών να μοιράζονται με το
ζευγάρι το δείπνο του,
τώρα τρέχουν ξοπίσω τους οι νέοι,
τι θα κάνουν τώρα οι ζαντάρμ;
ο στρατός;
θα χτυπήσουν;
τα ζαρκάδια κατέλυσαν την τάξη
μια ομάδα νέων τα ακολουθεί
κι όλο το πλήθος μεγαλώνει
νέα συνθήματα κάθε στιγμή απλώνονται στην πόλη
το φάντασμα του μάη του 68;
αναρωτιούνται δειλά οι πρώτοι αναλυτές που κλήθηκαν
στο ραδιόφωνο,
ο πρόεδρος προχώρησε σε διάγγελμα,
κάλεσε τους πολίτες να αραμείνουν στα σπίτια τους,
η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο μας καθησύχασε.
οι τηλεοράσεις βουβάθηκαν, πριν λίγο είδα μια γυναίκα να φοράει τα αθλητικά της
και να τρέχει ξοπίσω τους.

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Κριτές

Κόντρα στο ρεύμα
μπορούν να πάνε
μόνο οι σολομοί
κι οι ποιητές που ξεχωρίζουν
όλους τους άλλους
τους παρασύρει ο ποταμός
στη θάλασσα της ανυπαρξίας
σαν αστεράκια τρεμοσβήνουν
τα ποιήματα των πολλών
κι ύστερα σβήνουν για πάντα
μένει ο Καβάφης και οι λοιποί
ξεχωριστοί και λίγοι
όλοι αυτοί
που κάνουν θόρυβο μεγάλο
γύρω απ΄ τ΄ όνομά τους
κατακρημνίζονται
μαζί με τους άλλους
γιατί η Ιστορία
μισεί τον θόρυβο
και κρίνει αυστηρά
μαζί με τον αδερφό της
τον Χρόνο.

Άννα Νιαράκη, Τρία ποιήματα

Η ΜΟΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ακόμα εδώ ανοίγω καινούργιες πληγές
Στο φως-εδώ, που σημαίνει αλλού
-στις παύσεις μετράω το ρυθμό από μέσα-
συγκινούμαι δικαίως, μεθώ έντιμα
αλλάζω σεντόνια, σιδερώνω πουκάμισα
ιδρώνω συντηρητικά, επιβιώνω στις στάχτες
φτιάχνω λίστες με ρήματα
και στοιβάζω τις μέρες μου
σε βαλίτσες και δωμάτια ξενοδοχείων

Κάνω την ανήξερη, φυλάω τα νώτα μου
κόβω τα νύχια μου σύρριζα, δε γράφω,
μόνο σκέφτομαι –ένα σωρό άχρηστα πράγματα-
αποφεύγω την πολυκοσμία και τις ωραίες όλο νόημα
συζητήσεις, δε θέλω άλλες ερωτήσεις

που η μόνη απάντηση είναι η αλήθεια.

***

ΕΞΟΔΟΣ

Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη — είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά

Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.

***

ΑΚΟΙΜΗΤΟ ΦΩΣ

Ο χρόνος άξονας συγκλίνων
του θανάτου, μονόδρομος με ορισμένη φόρα
τόσες χιλιάδες χρόνια και κανείς ποτέ
δεν τον διέτρεξε ανάποδα
Κανείς στη μήτρα δε φυτεύτηκε για δεύτερη φορά
έμβρυο να ξαποστάσει στο σάκο του
να νανουριστεί από το χτύπο της καρδιάς
της μάνας του, κι ανυποψίαστος να ξαναβγεί
στον κόσμο, έτοιμος να ξανακλάψει,
μα αυτή τη φορά πιο γοερά, πιο δυνατά, πιο σίγουρα
για το φθαρτό του σώμα.

*Από τη συλλογή «Ιχθυόφωνο», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ορέστης Μπατάκης, Παγωμένες Ψυχές

Ένα όνειρο πάνω στο χιόνι
Μια ανάσα που γίνεται ομίχλη
Είναι ωραία εκεί έξω!…
Με το βλέμμα τσακισμένο
Τ’ αστέρια δύουν χωρίς εσένα
Έρχονται από τα βάθη, μελωδίες θλιμμένες
Ασημένια στάχτη
Φθορά!
Κάθε που νυχτώνει σβήνει η ψυχή μου
Κάθε που νυχτώνει
Ένα γαμώτο…
Θέλω ν’ αντέξεις μέχρι το πρωί
Οι φλόγες παγωμένες
Μίλα μου… το ξέρω πως είσαι εκεί
Ένα φιλί
Στα σοκάκια της Άνω-πόλης
Η αλήθεια καθηλώνει
Κι εγώ πεθαίνω…
Με μια γλυκιά γεύση στο στόμα
Τα χείλη μου τρέμουν
Η ανάσα βαραίνει
Τα βλέφαρα κλείνουν
Λίγο ποιο κοντά
Λίγο ποιο ελεύθερος…
Κράτα την φλόγα σφιχτά
Θέλω να φτάσω στα έγκατα της γης
Ένα σημάδι θολό
Τα λάθη μου!
Η πίστη μου!
Με κοιτάει ο έρωτας με τα νεκρά του μάτια
Ένα κομμάτι μου
Λίγο μετά την εκτόξευση
Έμεινε πίσω…
Μην κλαίς!…
Τα δάκρυα έγιναν δώρα
Άκου!…
Στην Σελήνη χιονίζει
Κλείσε τα μάτια…
Φιλιά χορεύουν
Στον πικρό αιθέρα
Η πόλη χωράει
Μέσα στο παραθυράκι της σοφίτας
Η πόλη μας κοιτά
Μας κοιτά να φιλιόμαστε
Οι νότες δακρυσμένες
Έφυγες!…
Και ο χρόνος πάγωσε.
Ηρέμησε…
Ηρέμησε αδερφέ μου
Δώσε μου τον πόνο σου
Την απόγνωση…
Να μας θέσω ενάντια στον χρόνο
Να μετρήσω τις ηδονές
Τις μελωδικές μας ανάσες
Να χαθούμε…
Να χαθούμε αδερφέ μου!…
Στις θάλασσες των ονείρων μας
Δοκιμάζω τα φτερά
Θα αντέξουν?
Θα καταφέρω να νικήσω τον τρόμο?
Στο ρυθμικό ταξίδι μου στο άπειρο
Τα λιμάνια είναι νεκρά
Δεν θα σε χάσω!…
Σε ένα γλέντι υστερικό
Με ουρλιαχτά…
Στην κόλαση!
Εκεί που οι ονειρώξεις ξεψυχούν
Στην κόλαση!
Εκεί που τα φτερά μου καίγονται
Υπολόγισα το άπειρο
Τη Νύχτα που έφυγες
Χάθηκα…
Χάθηκα για πάντα
Σε γαλαξίες που ατιμάστηκαν
Σε κοσμικούς σεισμούς
Σαν μνήμη παγωμένη
Έσβησα!…
Και οι μύθοι πέθαναν
Και το πρόσωπο σου
Χτίστηκε στο χιόνι…
Όταν νυχτώνει τα πάντα χάνονται
Θα αντέξω?
Σε θυμάμαι στην πλατεία να περιμένεις
Θυμάμαι…
Την αντανάκλαση της φωνής σου
Τα κρίνα που μαράθηκαν
Το αίμα που έσταζε
Τα μάτια που κοιτούσαν τον γκρεμό
Δεν θα ανατείλει
Δεν θ’ ανατείλει ο ήλιος
Ποτέ ξανά
Δεν θα ακουστεί ανάσα
Ποτέ ξανά…
Είμαι εκεί ακόμα και περιμένω
Στην παραλία που γεννήθηκε ο έρωτας
Έγινα στάλα βροχής
Ομίχλη από πουλιά
Έγινα τριαντάφυλλο φρεσκοκομμένο
Μέσα στις κάννες του πολιτισμού
Έγινα κορμί από κεράσι
Δεν με αναγνωρίζεις πια?
Έγινα Νύχτα από μελάνι
Είμαι εκεί ακόμα και περιμένω
Να δροσίσω τα χείλη σου με τα δάκρυα μου
Ξημερώνει…
Κι έχω τόσα να γράψω
Θα αγκαλιάσω τον πόνο
Θα ριχτώ στην φωτιά
Άγνωστη αγαπημένη
Θα σε χάσω πάλι
Στην βουή του πλήθους
Τρελό μου φρικιό
Τα όνειρα ματώνουν
Τρελό μου φρικιό
Για σένα υπάρχω…
Θέλω να σου θυμίσω
Τα πικρά μας τραγούδια
Την καρδιά που αστράφτει
Κάτω από το φεγγάρι
Και οι δαίμονες χορεύουν
Σαν τις πρώτες νιφάδες
Τα μαύρα μας τραγούδια
Ένα όνειρο στο χιόνι
Μέσα στη Νύχτα!
Βαθιές οι πληγές μας
Τόση ερημιά σε αυτή την πόλη
Ψυχές παγωμένες
Πόρτες που κλείνουν
Στοιχειωμένα όνειρα
Μέσα στην Νύχτα!
Κρύα τα χέρια
Σκουριασμένες οι φλέβες
Λίγα λουλούδια ακουμπισμένα
Από κάποιον περαστικό…
Ο χρόνος μας σκότωσε
Χειμώνας στην μητρόπολη
Ψάχνω την αλήθεια
Λίγη φωτιά…
Λίγη φωτιά μα τα σπίρτα βρεγμένα
Μοναξιά…
Στάζει αίμα από τον ουρανό
Το φώς πεθαίνει…
Τα μάτια κλείνουν
Και μόνο ο πόνος επιμένει…
Σκοτεινιάζει…
έλα κοντά μου!…
γλίτωσε με από τον εαυτό μου
φώτα σταυρωμένα
μαραμένες τουλίπες
ξανά και ξανά
να ενώσουμε τις μνήμες μας!
Να γίνουμε δροσοσταλίδες!
Ξανά και ξανά
Να πιούμε!
Να δοθούμε στο χάος!
Να πιούμε για τα αδέρφια μας που χάθηκαν!
Να πιούμε!
Να πιούμε!
Μέχρι να γίνουμε αστέρια…

*Από τη συλλογή «Νύχτες από μελάνι», Εκδόσεις Κενότητα, 2018.

Έκτωρ Κακναβάτος, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Παγιδευμένη στο σταματημένο τρένο η νύχτα
νεύριαζε που νυχτώθηκε καταμεσής της κόλασης
-ανατιναγμένες ράγες-
Περνούσε ή ώρα … νεύρα.

Ο Φλωρεντινός κλειδούχος Ντάντε Άλιγκιέρι
γάτα φονιάς -ψόφιο ανάμεσα στα δόντια του
το καναρίνι-
ρίχνει το κλειδί στον Άρνο,
μας γυρνά τις πλάτες πέφτοντας με τα μούτρα
τρίτη διόρθωση στα θρυλικά δοκίμια του Ίνφερνο.

… βρέφη του ουρανού βύζαιναν μέδουσες
Πελαγία η οίμώζουσα η μόνη απ’ τα ψυχανθή
λείαινε τον γηραιό υμένα της ξεχειλωμένο
από τροπάρια του Νυμφίου

Ποιός σταθμαρχεύει εδώ ώ πρόχρονε;

Φαρδύ σιρίτι στο πηλήκιο ανία του Αριστοτέλη
και καλά που αδιάφορος με το σ υ μ β ά ν
καλά που πάνω-κάτω σουλάτσο στην πλατφόρμα
σταυρωτά πισώπλατα τα χέρια
μα να σφυρίζεις φάλτσο το αρχαιοπρεπές
ιδιόμελο «ενισχύσατε την αποπεράτωσιν των φορβάδων»
Έ, οχι, basta!

***

ΑΣΘΕΝΗΣ ΗΧΟΛΗΨΙΑ ΑΠΟ K.GODEL

Είναι που εμμένοντας αξιωματική
που πάει να πει ανύμφευτη
ούτε το μη αληθές κρατάει στη μήτρα της
ούτε το μη ψευδές ή ένθεν των θυρών Φιλοσοφία.

Και δεν φτουρά που ανακαλεί
ανιόντα πλημμελήματα κεκοιμημένων.

Δεν ακούει ότι εντός του ηχοπυρήνα της
ευτυχεί ο θόρυβος διεγερμένων έξισώσεων
ούτε που ύποψιάζεται ότι το μη αποφασίσιμο
είναι εμφυτευμένο γονιδίωμα εντός της
ούτε που το σύνδρομο της αναυδίας
ακυρώνει τους συγκλητικούς της
και τον οποίον ορθοπεδικό διάκονο
που μέ τον παρατατικό του βήχα
στα έετι του και έτι
εκλιπαρεί επιδότηση για εξολκέα.

*Από τη συλλογή “Στα πρόσω ιαχής”, Εκδόσεις Άγρα, Φεβρουάριος 2005.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Δομινίκη Σωτηριάδου, Φύλλο πορείας

Γυμνή από δέρμα

Μικρή που ταλαντεύτηκες στο σχοινί των ανθρώπων
γυμνή από δέρμα
φαίνονταν μέσα σου τα όργανα
καρδιά, πνεύμονας, συκώτι, σπλήνα, χολή
κι η γλώσσα δεμένη στο φάρυγγα.
Διπλωμένη στα χέρια σου η φωτιά
ίσιωνε τα σώματα των αιώνιων χορευτών
μέσα στην άκαρπη κοιλιά του κήτους.

***

Μελάνι να σιωπήσει

Αυτά τ’ ανθάκια που γεννά η ροδακινιά μας
έτσι ως ξεμυτούν στο γάλα
θέλω να δω στα μάτια του θεριού στρεψόδικα να φέγγουν
να του τρυπούν το μαύρο
και να γκρεμίζεται με πάταγο
στα βάθη της θάλασσας

και ως βυθίζεται στα κύματα του νου
να κλείνω μέσα στα ταραγμένα στήθια
αυτήν την τρεμώδη μπίλια
που μου τίναξε

μονάχα εγώ

εσείς μη δείτε
εσείς γλυκά μου αθώα
μακάρια ν’ απλώσετε στα νέφη τα μαλλιά σας
και τα μέλη σας μ’ εμπιστοσύνη
να δωρίσετε στον ήλιο.

Το θεριό που κοιμήθηκε μέσα σας
έδωσε στο ποίημα μελάνι να σιωπήσει.

***

Όρθια μπροστά σας

Ελάτε
να γράψετε πάνω στην παλάμη μου
με κάρβουνο από καμένο δέντρο
τη ζωή σας.

Δε θα σας πω πως ζήσατε σακάτικα.

Θα είμαι όρθιος τοίχος μπροστά σας
να μαζεύω τον αγέρα που σας έλειψε
να τον φυσώ
στα χτικιασμένα σας πνευμόνια

όρθια μπροστά σας
με τα ξύλινα ποδάρι μου
στριφτά καυσόξυλα
δοσμένα σε σόμπα
στην καρδιά του καύσωνα.

*Η πρώτη δημοσίευση των ποιημάτων αυτών έγινε στον Ποιητικό Πυρήνα https://ppirinas.blogspot.gr/2018/03/blog-post_14.html