Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΑΛΙΜΟΝΟ ΜΟΥ

Τραυματισμένος βαριά
υποκρίνομαι τον αλώβητο
γέφυρες τεχνητές καλύπτουν τα κενά μου.

Επινοώ πρόσωπα
αναγραμματίζω ονόματα
αλλάζω αίματα κι αισθήσεις

άλαλος περιφέρομαι
και καίγομαι σαν φιλμ
κάτω απ’ τις αφίσες.

Κάθε μεσάνυχτα
καθώς χαμηλώνουν τ’ άστρα
και σπαρταρούν στα σύρματα

βουτώ σ’ ό,τι έχτισα και το ‘καψα
μετά βαθιά χώνομαι στη σπηλιά μου
καθώς σε ξεφυλλίζω

κι όλο αφήνομαι σε διαδρομές εικονικές
σ’ αποβάθρες και θάλασσες μιας παλιάς καρτ ποστάλ
μιας παλιάς εποχής
ενός παλιού εαυτού
μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει
και την άφησα

κι αλίμονο μου αν ποτέ
αρχίσω να την ανακρίνω.

***

ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ ΑΥΤΟΣ Ο ΔΥΝΑΤΟΣ ΒΟΡΙΑΣ

Δε λέει να ησυχάσει κι απόψε ο βοριάς

καλπάζει στα ορεινά
πάνω στην άρρωστη θάλασσα
μέσα στην πόλη

πηδά στα φουγάρα
μπλέκεται με τα τρόλεϋ
και τα δέντρα με τους κομμένους λαιμούς

στροβιλίζεται στα γραφεία
λοξοδρομεί προς τα γήπεδα
σέρνοντας κίτρινες στιγμές
κι αραχνιασμένα βιβλία.

Άλλο πράγμα αυτός ο δυνατός βοριάς
έτσι που εισβάλλει στα δωμάτια του νου
ξερνώντας καημούς γενέθλιους
χτυποκάρδια
συναπαντήματα σπάραχνα

και μας γδύνει αδίστακτα
μας αφήνει θεόγυμνους

όχι άλλο κάρβουνο φωνάζοντας
όχι άλλο κάρβουνο

μα ποιος να τον ακούσει.

*Από τη συλλογή “Απ’ το χιόνι ώς το βαθύ κόκκινο”, εκδ. Πνοές Λόγου και Τέχνης, 2018.

Κ. Φωτεινός*, Η τρέλλα

Ο Κ. Φωτεινός πήγαινε ακόμα στο Γυμνάσιο σαν πλάκωσε η δικτατορία. Άλλα στοιχεία γι’ αυτόν δεν μπορούμε να δώσουμε. Το παρακάτω ποίημά του, αφιερωμένο στις φυλακισμένες γυναίκες, είναι παρμένο από μια συλλογή αδημοσίευτη και δημοσιεύεται από τις εκδόσεις μας με ιδιαίτερη χαρά.

Η Τ Ρ Ε Λ Α

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΛΕΥΚΑ
Κανέναν δεν εσφάξαμεν
Κανέναν δεν εττυρανήσαμεν
Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ
αντιπαρατάσσουμεν
έναν ΚΑΤΑΛΕΥΚΟΝ ΑΠΡΙΛΗ

(Επιγραφή στο Υπουργείο Ναυτικών ,Τμήμα Πληροφοριών.
Πλατεία Κλαυθμώνος)

α .

Εσύ
εσύ με την αγρύπνια της ανατροπής
χρονομέτρησε την καρδιά και τους σπασμούς της
η αναπνοή σου
η ανυπακοή σου
η απαλλοτρίωση στον τόπο μας έγινε νόμος
και τώρα ψάχνουμε
ρωτώντας
τους περαστικούς
πως περπατάτε ;
σε ποιόν ανήκει αυτό το βάδισμα και τα χνάρια του;
και δε ξέρουν να μας απαντήσουν.
Δε ξέρουν τίποτα για το φόνο!
Λές και
περνάει τα όρια του καθήκοντος!
Αθάνατη συνάντηση
με τον περαστικό θάνατο!

Ένα χαιρετισμό το μεσημέρι
έναν αγώνα
έναν πολιτισμό φτυμένο
σφραγισμένο μ’ ακαθαρσίες
στο στόμα του κατάδικου
που προσπαθεί
να μιλήσει
να φωνάξει
τι να πει;
που προσπαθεί να διακρίνει
τον αριθμό μητρώου στο χέρι του
κι ύστερα να τον προσθέσει
να δει το γράμμα της αγαπημένης του
γοητεία μιας μακρινής μυστικής λατρείας
ένα ταφ ψίθυρος
θύμιζε Τασία
…κακοποιήθηκε με γρονθοκοπήματα, φάλαγγα και χτυπήματα
σ’ όλο το σώμα της με στριμμένο καλώδιο…
ένα λάμδα θύμιζε Λιάνα ή Λένα
…κρατήθηκε 7 μέρες στην απομόνωση, επί 3 μέρες χωρίς
φαγητό και ρούχα. Δικάστηκε σε 18 χρόνια φυλάκιση…

Οι πεζοναύτες το μεγάλο δημιούργημα της
Επανάστασης για τη Νέα εκσυγχρονισμένη δυ-
νατή Νέα Ελλάδα
(Ραδ.Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων Κυριακή 29 Αυγούστου 1971)

Ναι
αυτή είναι η πατρίδα μου
σιωπή
ένα έψιλον που θύμιζε Ελευθερία
…μεταφέρθηκε στο 505 στρατ. τάγμ. Πεζοναυτών Διονύσου
Η ανάκριση συνεχίστηκε με φάλαγγα, κάψιμο με τσιγάρα
στους μηρούς και τα χέρια…
ένα έψιλον Ευαγγελία
…η ανάκριση συνεχίστηκε με εικονικές εκτελέσεις,
απειλή ηλεκτροσόκ…
ένα έψιλον Ελπίδα ή Ελένη
…η ανάκριση συνεχίστηκε με βρέξιμο μέσα στα χιόνια
με παγωμένο νερό, κάψιμο σε διάφορα μέρη του σώματος
με καυτό σίδερο, μόνιμη απειλή περιστρόφου, φαγητό μέρα
παρά μέρα, ολοκληρωτική στέρηση νερού. Υπήρχαν εκατοντάδες
ποντίκια. Οι ανακρίσεις γίνονταν συχνά με τη βοήθεια
εξαγριωμένων σκύλων…

Ναι
αυτή είναι η πατρίδα μου
ένα έψιλον που θύμιζε Ελλάδα
…μεταφέρθηκε στο 505 στράτ. τάγμ. Πεζοναυτών Διονύσου
η ανάκριση συνεχίζεται…
γράμματα που άλλοτε θύμιζαν Μαρία, Πόπη, Δήμητρα, Σοφία.
Η σιωπή τώρα φορτώθηκε μ’ έναν ακράτητο θυμό
μ’ ετοιμασίες.
Και δε ξέρουν τίποτα
για την τρέλα.
Ποιός φωνάζει;
Ποιοί φωνάζουν έτσι;
Δε ξέρουν τίποτα για το κολαστήρι του Διονύσου.

Περάσανε δύο χρόνια αυτοκτονίας
χαμένα χρόνια
τόσα χρόνια
σιωπή στη σιωπή
η ξέφρενη μνήμη ξαφνικά μίλησε.
Έσπασε η μέρα σε σιωπή με τεντωμένη την παλάμη
ορθάνοιχτα τα μάτια
σφαγή στη σφαγή
μια συστηματική διαδικασία, επιστημονική!
Σπάει τη σιωπή
… δε θα κάνω ομολογία
δε θα κάνω ομολογία…
Μόλις που πρόλαβαν να γράψουν ΚΑΤΩ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ
αργότερα στον ίδιο φράχτη ένα ανορθόγραφο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ
και με το χρόνο ένα πελώριο SUPER-MARKET.

β .

Η μέρα ξύπνησε με τη ψυχή στα δόντια
ήμερη μέρα στη σκοτωμένη πολιτεία
ποιος ν’ αποδράσει; Σιωπή.
Παρακολουθώ τους άλλους ανθρώπους
που παρακολουθούν άλλους ανθρώπους
χωρίς κακία. Και γιατί ν’ αποδράσουν!
…ο ύπνος ήταν προβληματικός γιατί με κάθε μέσο-δηλαδή ουρλιαχτά
σκύλων, χτυπήματα με πέτρες, ξύλα, τενεκέδες στη πόρτα, εικονι-
κές κραυγές ανθρώπων που βασανίζονται – δεν άφιναν στιγμή
ησυχίας…
Κλείνω τα παράθυρα
τα μάτια
στη σιωπή
όλα τα όνειρα αντηχούν τα λόγια σου.
Κοιτάω κάτω απ’ το κρεβάτι
τα μάτια είναι άρρωστα. Σιωπή.
Κάθε πρωί τους περιμένω.
Ξέρω,
θα σπάσουν το κρανίο μου να βρουν την κρύπτη.
Ξέρω, ζω σε μιαν άρρωστη σιωπή.
Αρρώστησα
τόσο καιρό να ‘μαι έτοιμος
μη βρουν τις προκηρύξεις
μη βρούνε τα βιβλία
μη με βρούνε άρρωστο.
Τα λόγια σου είναι ύμνος
γιορτάζεις ανάμεσα στα χείλια
μια καθαρή αναπνοή.
Κλειδαμπαρώνω τη σιωπή στα κενά δωμάτια
το σκοτάδι
στο σκοτάδι δεν είσαι ένας άνθρωπος
παρά ένα τρομαγμένο ζώο.
Μιλάμε με σιγανή φωνή.
Λέμε για τη γονατισμένη πατρίδα.
Δεν υπάρχουν δικά μου, δεν υπάρχουν δικά σου.
Ποιος φωνάζει;
Ποιοι φωνάζουν έτσι;
Μη με διακόψτε
δε θα μπορέσω να ξαναρχίσω απ’ την αρχή.

Η μέρα αυτή στην πεθαμένη πολιτεία
μ’ αυτούς που κανονίζουν την σιωπή
τι μέρα μπορεί να ‘ναι;
Σκοτεινή για τα μάτια
τώρα που ο πόνος
απόκτησε το μεγαλύτερο βλέμμα
με πρόβλεψη ηθικής αναξιότητας
ή και πνευματικής αναπηρίας
με μια συμπεριφορά χωρίς θέμα για ερώτηση γνώμης
η εκδήλωση κάποιας εσωτερικής ειρήνης.
Κυριαρχεί μια σφαγιασμένη αίσθηση
μια καταδίκη σε κάθειρξη αορίστου διαρκείας.
Είναι ο πεθαμένος
είναι η πολιτεία
κι ο θάνατος που κάθε μέρα σε κερδίζει.

Άκουσέ με, δεν υπάρχουν δικά μου.
Τη διεύθυνσή μου μου ζητάς
η διεύθυνσή μου άλλαξε. Σιωπή.
Ποιός μιλάει;
Ποιός ονειρεύεται μ’ όλους τους νεκρούς ζωντανούς;
Μη με διακόψτε
ψάχνω να βρω μια γλώσσα
απ’ όλον αυτόν τον ψίθυρο.

γ .

Εσύ
με την αγρύπνια της ανατροπής
οργάνωσε την ανυπακοή σου
σαν ν’ ανασαίνεις.
Μια από μας εξαφανίσαν.
…κακοποιήθηκε με βούρδουλα στο κεφάλι
και στα πόδια. Βασανίστηκε με φάλαγγα
απ’ τον επωνομαζόμενο Ανδρίκο…
Έλληνες
σε ποιά κραυγή πρέπει κανείς να ορκιστεί;
χωρίς επισκεπτήρια θανάτου
χωρίς τοποθεσία λυρική
τόπος δεμένος με χειροπέδες και ριγμένος ανάσκελα.
Απομόνωση απ’ τους φίλους
με μόνη συντροφιά
το τρίτομο ευαγγέλιο του αρχιδιχτάτορα
ευκαιρία να γελάσουμε.

Είμουνα κι εγώ ερωτευμένος με την πόλη μας.
Παγώνει στο στόμα μου τ’ όνομά της.
Τι να ετοιμάζουν;
Τι προσπαθούν να παραμορφώσουν;
Πού ‘ναι οι γιορτές στους δρόμους της Αθήνας
που ΄ναι η καρδιά της;
Κοιτάζω κάποιον
τα βλέμματά μας
μιλάνε ψιθυριστά.
Το γράμμα που πέρασε τα σύνορα της σιωπής…
Η φωτογραφία που καταβροχθίζω τη σιωπή…
Μιλάμε στη σιωπή σα σ’ ένα φίλο.
Ποιός μιλάει;
Τι λές;
Ποιός είσαι;
Μη με διακόψτε.
Ναι,
το ξέρω
αυτή είναι η πατρίδα μου.
…Υπέστη το βασανιστήριο…
Δυό φορές ο Μπάμπαλης σφήνωσε το
περίστροφο στα ρουθούνια της…
Στη σιωπή
γράφω για τη σιωπή
κι αυτό που θα φέρει μια τέτοια σιωπή.
Τόπος σιωπής
αορίστου αναβολής
μέχρι τελειωτικής εκμηδένισης.
Γύρω απ’ το σώμα της
ένας υπαστυνόμος με στριμμένο καλώδιο
η αντιπροσωπεία ενός τρύπιου δολάριου
η ασφάλεια ενός τόπου
και μια γενιά που μεγαλώνει στον παραλογισμό.

Είδα ένα κακό όνειρο
γι’ αυτό σου γράφω.
Η ώρα έφυγε μαζί σου Γιώργο μου.
Σκάστε.
Σκασμός.
Κι ένα πλατάγισμα από δεκανίκι κόπηκε.
Ποιος σήκωσε τα μάτια;
Μπρος στα μάτια μας
ανοίγει η φριχτή στιγμή
μ’ ένα περίστροφο γύρω απ’ τα ονόματα Λευτέρης
Κώστας, Νίκος, Αριστείδης… φτάνει
δε θέλω να θυμάμαι άλλα ονόματα.
Ποιός μιλάει;
Ποιός είσαι;
Πού είσαι;
Τους χάνουμε καθημερινά και σε κάθε άσκηση
του 505 στράτ. τάγμ. Πεζοναυτών Διονύσου.
Ξύπνησα σε μια ύπουλη νύχτα
είχα ονειρευτεί ένα κακό όνειρο.
…θα ΄θελα να σου γράψω πόσο σ’ αγαπώ,
πόσο μου λείπεις, μόνο που θα κρατήσω
δε θα στο πώ, δε θα στο γράψω, αγαπημένη
θα κρατήσω
10 χρόνια κάθειρξης, πώς να σου πώ
περίμενέ με.
Εσύ
εσύ μες την αγρύπνια της ανατροπής
έρχεται ισχυρό το νευρικό κλόνισμα
έρχεται το παιδί
χωρίς τη μάνα
χωρίς τον πατέρα, που ότι και να ‘γιναν
ύστερα
στη σιωπή.
Έρχεται μόνο για να κακοποιηθεί
απ’ την αδράνειά σας
το παιδί με τη σημαία του μόλις γεννημένου ερωτηματικού.
Του κόπηκε η αναπνοή στην πρώτη του ανάσα.
Τα συμπτώματα αμνησίας κωδικοποιήθηκαν
στο «Ελληνικό Σύνταγμα»
για μια παράταση ελεημοσύνης.
Τα συμπτώματα ένας Γιώργης 19 ετών
μ’ ασφυχτικά φραγμένο το στόμα
η φάλαγγα
αυγή στο Νίκο
μεσημέρι στης Όλγας
κι απόγευμα μ’ ηλεκτροσόκ
κι εικονικές εκτελέσεις στην Άννα.

Στο Ηilton γιορτάσανε οι φοιτητές φέτος
κι ο γιος μου
φοιτητής
γιόρτασε την αντίστασή του
…κάψιμο με τσιγάρα
στους μηρούς και τα χέρια
έδειξε να του λείπουν
4 νύχια των ποδιών…
κι ένας έρωτας από τα μάτια
η ανάκριση συνεχίζεται
στη σιωπή
εκρυψε τα μάτια
τι να δει!
βαθειά σιωπηλός .

1968-1971

*Ψευδώνυμο του Κωστή Τριανταφύλλου. Ο λογοτέχνης ΄Αρης Φακίνος που ζούσε στην Γαλλία ήταν ο οργανωτής και εκδότης της πρώτης Αντιστασιακής Ανθολογίας Ποίησης με τίτλο ΚΡΑΥΓΕΣ και υπότιτλο Σελίδες από την αδούλωτη Ελληνική Λογοτεχνία, Έκδοση Έξοδος, 1971. Εξέδιδε στο Παρίσι και το περιοδικό Εξοδος που κυκλοφορούσε παράνομα στην Ελλάδα. Μου δημοσίευσε την Τρέλα με αυτό το ψευδώνυμο που ο ίδιος δημιούργησε. Το ποίημα – ντοκουμέντο Η Τρέλα ανήκει στο <span style="font-family: Arial; font-size: 11px; text-align: justify; -webkit-text-stroke-color: rgb(0, 0, 0); -webkit-text-str

https://issuu.com/costi/docs/_____________

Λίντια Ντιμκόφσκα (Lidija Dimkovska), Δύο ποιήματα

ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΑΣΥΛΟ

Το μεγαλύτερο κέντρο αιτούντων άσυλο βρίσκεται κάτω από τη γη.
Είναι οι αυτόχειρες, όσοι μετανάστευσαν στον άλλο κόσμο,
οι παρίες, οι καταπιεσμένοι, οι βασανισμένοι αυτού εδώ του κόσμου.
Το υπόγειο κέντρο αιτούντων άσυλο προσφέρει ελευθερία κίνησης
από την περιφέρεια προς το κέντρο και τούμπαλιν,
τρία γεύματα τη μέρα και καθημερινή άδεια εξόδου για περίπατο.
Οι αιτούντες άσυλο φορούν ένα βραχιολάκι στους καρπούς τους.
Μα για δείτε, οι κανονικοί νεκροί ξεκινούν απεργία πείνας
διαμαρτυρόμενοι για το πλεόνασμα αυτοχείρων γύρω τους.
Δεν θέλουν αιτούντες άσυλο δίπλα στα νοικοκυρεμένα σπίτια τους,
δεν θέλουν γύρω τους πεταμένες θηλιές, άδεια μπουκάλια χαπιών,
κόκαλα σπασμένα από πτώση και κοιλιές πρησμένες από πνιγμό.
Αντί για σκιάχτρα
φυτεύουν στους καταπράσινους κήπους τους σταυρούς
για όσους πέθαναν ενάντια στη θέληση του Θεού.
Οι αιτούντες άσυλο είναι μπερδεμένοι και θυμωμένοι,
το ‘να τους πόδι τούς τραβάει πίσω διαρκώς.
Κάποιοι ξέχασαν ν’ αφήσουν σημείωμα,
άλλοι να φιλήσουν την κόρη τους,
κάποιοι άφησαν ένα κουστούμι στο καθαριστήριο,
άλλοι δεν έκαναν τη διαθήκη τους,
κάποιοι δεν ακύρωσαν το ταξίδι τους,
άλλοι δεν είχαν κλείσει ραντεβού με τον θάνατο.
Και τώρα βρίσκονται εδώ.
Συνοδευόμενοι από διερμηνέα και με φακέλους στο χέρι
περιμένουν στον διάδρομο να τους δεχτεί ο υπάλληλος της υπηρεσίας ασύλου.
Εθνικότητα, φύλο, θρησκεία. Πολλοί έχουν πατέρα,
αλλά όχι πατρίδα. Κάποιοι είναι αλλεργικοί στην οργωμένη γη,
ανήμποροι να φιλήσουν τα χώματά τους,
έπρεπε ν’ αναχωρήσουν για υπόγεια εδάφη.
Κάποιοι ήταν αιώνιοι φυγάδες των εαυτών τους,
δεν είχαν κανέναν να τους αγοράσει αντιγηραντικά χάπια.
Κάποιοι πέρα απ’ την τύχη τους χαράμισαν και την ατυχία τους.
Άλλοι δεν έκαναν έρωτα
στον έρωτα της ζωής τους για χρόνια.
Κάποιοι δολοφονήθηκαν απ’ το πιο κοντινό κι αγαπημένο τους πρόσωπο,
όχι με μαχαίρι αλλά με σύριγγα ή λαβίδα.
Μεταξύ τους υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν μόνο μετά θάνατον.
Γεμάτο είναι το κέντρο αιτούντων άσυλο,
χωρίζεται με συρματόπλεγμα απ’ τον κόσμο των κανονικών νεκρών.

Εγώ έφτασα χθες. Πήρα δύο εισιτήρια εισόδου.
Τη μέρα θα μένω στο κέντρο αιτούντων άσυλο,
και τη νύχτα στο σπίτι των κανονικών νεκρών.
Δεν ξέρω από ποιο δεν θα επιστρέφω.

***

ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

να είσαι παιδί γονιών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο,
παιδί χωρισμένων γονιών,
ή παιδί απ’ την Αφρική σε τεράστια αφίσα,
να ζεις σε άσυλο για άτομα με ειδικές ανάγκες,
να ‘χεις κλειδί κοινωνικής κατοικίας,
να λαμβάνεις βοήθεια σε αλεύρι, βούτυρο,
βαμβάκι και μπατονέτες,
να ‘χεις λογαριασμό στην τράπεζα για μεταμόσχευση μυελού των οστών,
να ζεις σε παιδικό χωριό SOS με μια Μεγάλη Μάνα εννέα παιδιών
και μια θεία που σ’ επισκέπτεται μία φορά τη βδομάδα
για να σιδερώσει τα ρούχα σου και να παίξει χαρτιά,
να κοιμάσαι σε χαρτόκουτο μπροστά απ’ το κοινοβούλιο
ή στο μετρό της μητρόπολης
που φιλοξενεί μια συνάντηση κορυφής,
να είσαι κούκλα βιτρίνας με εθνική ενδυμασία
αντί για τροχονόμος σε διασταύρωση,
τα παιδιά να υιοθετούν γονείς, και όχι το ανάποδο,
να πίνεις το αίμα του πρώην σου για να μην οξειδωθεί,
να είσαι ο θυροειδής αδένας της οικογενειακής πολιτικής,
να σου τρέχουν τα σάλια για κάποιους ανθρώπους,
και για κάποιους άλλους να σου κάθεται ένας σβόλος στον λαιμό,
να φυλάς την πιο μαλακή πετσέτα για τον μουσαφίρη απ’ το εξωτερικό,
και το πιο σκληρό κρεβάτι για τον αυτόχειρα που επέζησε,
να είσαι σκουπιδάκι στο μάτι του Θεού,
να μαζεύεις τη γνώση μ’ ένα κουταλάκι κολλώδους σιροπιού,
να είναι οι απόψεις σου πλυμένες κάλτσες
που δεν βρίσκουν το ταίρι τους,
να μη σου ταιριάζει πια ούτε το δέρμα, ούτε η χώρα,
να κρεμαστεί απ’ του μοναστηριού τη φλαμουριά
ο τελευταίος άνθρωπος που σε φίλησε στο μέτωπο,
να είσαι το βασικό θέμα μιας ταινίας χαμηλού κόστους,
να υποχωρήσει ο αφαλός μπροστά στη γλώσσα,
κι η γλώσσα μπροστά στο ζωντανό βάρος της ψυχής,
να γίνεις ενοικιαστής της ίδιας σου της ύπαρξης,
να ‘χεις επίγνωση ότι η ζωή είναι παιχνίδι που παίζουν
όσοι δεν ξέρουν να κολυμπούν, με κύματα ψηλότερά από κείνους.

*Από το τεύχος 20 (Χειμώνας-Άνοιξη 2019) του περιοδικού “Τεφλόν”, σελ. 71-72.

Ευτυχία Παναγιώτου, Τρία ποιήματα

Η απόπειρα της ελευθερίας

Με τρύπιο το σώμα, το φιτίλι να τρέμει,
το ποίημα πυροτεχνουργός.

Μαύρες τολύπες το ξετίναζαν. Οι Μοίρες
παίζανε
γεμάτο ζάρι
— Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο —
την τύφλα τους λευκό κουτσό.
Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.

Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.
Τα παιδικά σου μάτια θυμούνται
μια έκρηξη. Τον πυρετό
που ανέβαινε
των πεθαμένων.

Ακούς από κάτω
το γδαρμένο γυαλί —

***

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’

στα γόνατα είχε πέσει.

***

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
Ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

*Από τη συλλογή “Χορευτές”, εκδόσεις Κέδρος, 2014.

Γρηγόρης Σακαλής, Εκεί ψηλά

Αγναντεύω με το νου μου
τη θάλασσα
έχω δυό χρόνια να τη γευτώ
βλέπω καραβάκια στο γιαλό
ψαρόβαρκες δεμένες στο μώλο
ψαράδες καθαρίζουν τα δίχτυα
γάτες να έχουν μαζευτεί
περιμένουν μια σαρδέλα
κόσμος πολύς στην παραλία
να κάνει το μπάνιο του
κι εγώ πάνω σ΄ένα βράχο
να κοιτάζω πέρα στον ορίζοντα
εκεί που σμίγει
ο ουρανός κι η θάλασσα
ζω το όνειρο
χάνομαι στις σκέψεις μου
πηγαίνω σ΄άλλο επίπεδο
είμαι εκεί και δεν είμαι
κι από το κάστρο του Πλαταμώνα
πετάω στις κορυφές
του Ολύμπου.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Ποίημα

[…]
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφήσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίει;
Τοποθετήσατε τα ρούχα στη ναφθαλίνη; […]
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40; […]
Έχετε κάνει εξορία; […]
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού,
το οποίο όμως, σας
το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός;
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 5:87-88.

Πάνος Κουτρουμπούσης, 5

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα από σκελετωμένες πόλεις
φιλάει το τοπίο…
ί
Εκείνο το αεράκι
που ’χει ανακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
να αντανακλούν το φως,
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος,
να στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

Χρήστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Καταδοχές

Να καταδέχεσαι
του περαστικού την καλημέρα, το γειά σου του γειτόνου
τις βροχοστάλες,τα χελιδόνια,τις ξεχασμένες σου ρίζες
της αστραπής το φευγαλέο βλέμμα
τα φύλλα της καρδιάς της,τις ανάπαυλες στα οροπέδια
το όνειρο μέσα στα όνειρα, τη δροσιά της αυγής
τις φτερούγες π’ανεμίζουν σαν πετούν
την ψυχή που γίνεται τιμόνι, τα κρυμμένα κλειδιά
τ’αγιόκλημα πάνω από τα μάτια σου

Τ’αχνάρια σου μην σέρνεις στις στάχτες
να έχεις ήχο στις σιωπές σου
και λόγια μονάκριβα,για εκείνους που ακούνε
άκου,χτυπάει ο άνεμος την πόρτα
μην τρεμοσβήνεις

Να καταδέχεσαι,
τους χορούς των παλιάτσων – και των ακροβατών-

Στ’αγριοκαίρι να ωριμάζεις αθόρυβα
γινου θύελλα στην κατάλληλη στιγμή
τα σύννεφα θέλουν απλωσιά

Μάρτιος 2019

***

Φύσημα

Φύσηξες πνοή
ως τον γλαυκό μυχό μου
έκαψες σαν μανιασμένη αστραπή,
πιο κάτω από το δέρμα το χνώτο έγινε κοφτό
κάθετη σπαθια,πνοή μου,
η κατάρα που έστειλες

Φεβρουάριος 2000

***

Στην πρώτη αχτίδα

Στην πρώτη αχτίδα, τραβάς την κουρτίναι
αποτρέποντας το φως να σ’αλλάξει

Μέσα στο δωμάτιο,πλανιέται η σιωπή σου
το γέλιο της περιγελά,
την έρημη ζωή σου

Απρίλης 2011

Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς
ίσως κανείς τον υποπτεύθηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες, η ανοχή, τα μπορντέλα
Γι’ αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που γυρνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.
Σ’ αυτή την παράξενη χαρά
Σ’ αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ’ εναέρια κόλπα
Σ’ αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές της ερημιάς της γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους του ρυθμού
Και να πιάσεις το θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν’ αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι” 6:47-48. Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975.

Τζωρτζ Ροντίλβα, Χαιρετισμοί

Χ α ί ρ ε ερημιά, που μετριέσαι με χρωματιστές ζακέτες, ριγμένες ανάσκελα σε φθαρμένα ψάθινα καθίσματα.


Χ α ί ρ ε βρώμικο υπνωτήριο, ξινισμένο σεντόνι, αλλοπρόσαλλα κεφάλια, που ξυρίζεστε γουλί τη νύχτα, ξηλώνοντας τις σαπισμένες ραφές του κρανίου.


Χ α ί ρ ε συντροφική αντλία ήχου, που κρύβεσαι χρόνια στη μασχάλη μου, σκεφτόμενη κάποια μέρα να δραπετεύσουμε μαζί μέσα απ’ τις κορνίζες του τοίχου.


Χ α ί ρ ε καπνισμένο κασόξυλο αδιέξοδου παραθυριού, που στις κοιλάδες σου φωλιάζω τις τύψεις μου, με κάμποσα περσευάμενα κέρματα στη δεξιά παλάμη.


Χ α ί ρ ε ημέρα υγρή, περιστρεφόμενη πόρνη, που χρόνια αυνανίζεσαι στα κεντρικά μπουρδέλα του κράτους.


Χ α ί ρ ε λύκε, που κοιμάσαι στην αυλή, φουγάρο ατμομηχανών, ποντίκι του μηχανοστασίου και των δημόσιων πάρκων.


Χ α ί ρ ε ξαγρυπνισμένη κατσαρίδα, που περιφέρεσαι στη σκοτεινή μου τρώγλη, ακολουθώντας με στο σκαλοπάτι που με σέρνει στην τελευταία κλειδαρότρυπα του κόσμου.


Χ α ί ρ ε αόρατη φθορά, που καλύπτεσαι οδηγώντας ισόβια τυφλούς ζητιάνους στα νυχτερινά παζάρια του υπονόμου.


Χ α ί ρ ε ζέχνουσα μήτρα, που ζεσταίνεις τα καμιόνια, τα καραβόσχοινα, τις λαϊκές πόρνες, τους ρακοσυλλέκτες, τις κίτρινες καταιγίδες της ερήμου, τις σιωπηλές σφίγγες και τα κάτεργα της Σιβηρίας.


Χ α ί ρ ε ομίχλη, που με σκέπασες και έζησα αιώνες κρυμμένος στα στενά πόμολα από διάφορες ερημωμένες πόρτες.


Χ α ί ρ ε νεκρέ, που περιμένεις σκυμμένος στο ψυγείο, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, διχαλωτό σπιρτόξυλο που κατουράς τον ασβέστη του Θεού, που αυνανίζεσαι και κοιμάσαι στις δημόσιες τουαλέτες.

Χ α ί ρ ε λαστιχένια σκέψη, που αγυρτεύεις πίσω απ’ τους ξύλινους πάγκους στις PUB των Εξαρχείων – Βιτόφσκι, Αίτνα, Ίντριγκα, Ιπποπόταμο, Da-da – με κείνο το δίβουλο χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ την τέλεια σήψη της αβύσσου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, άγρια πουτάνα που κρέμασες τα βυζιά σου και τα άσπρα σου σεντόνια, με τα παράθυρα γραδωμένα και ορθάνοιχτα[ στο μέρος του αιδοίου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, λεύτερη αγύρτισσα που βαυκαλίζεσαι χρόνια στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου, στα καθίσματα του Ομόνοια – περιμένοντας ανυπόμονα τη σειρά σου – και στις ψωροκολυμπήθρες της Αθηνάς.


Χ α ί ρ ε φωνή βραχνή, που σύρεσαι στα παγωμένα κράσπεδα της Φραγκφούρτης, στα δημόσια ουρητήρια του σύμπαντος, στα μπαρμπέρικα του περιθώριου και στα γουναράδικα της Πατησίων.

Χ α ί ρ ε φίλε, αδυσώπητα ελέφα αδιάβατης ζούγκλας, που μέσα σου παραμονεύει η τραχειά κυριακάτικη μπόχα, η άπλυτη κάλτσα, η σήψη, και το κιτρινισμένο γάντι του ψυχίατρου.


Χ α ί ρ ε θλιβερέ νυχτοφύλακα, που πανηγυρίζεις τον καινούργιο μηνιαίο μισθό, ανάμεσα στις ισχνές γάτες που διεγείρονται απ’ την πηχτή ομίχλη, απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου, απ’ τα τραγούδια του Μίκη κι απ’ το ξέσκισμα της παρθενικής πόλης.


Χ α ί ρ ε μακρυνό, ανεπίστρεπτο ταξίδι, τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί στο λόφο με τα κυπαρίσσια και την υγραίνουσα γη.


Χ α ί ρ ε μνήμη, αφημένη στη μεριά της νότιας σκίωσης, με τον ιδρώτα ολονυχτίς συλλεγμένο στο βυθό της θάλασσας και στη γραμμή των άστρων.


Χ α ί ρ ε αδέσποτη καληνύχτα, που περιφέρεσαι διψασμένη στις αρχαίες κολώνες της Εφέσου, στους φαντάρους του Πεδίου του Άρεως, στους πρασινισμένους φράκτες, στις ξοδεμένες γκαζόλαμπες, στις χυμένες καπότες, στους μονόφθαλμους ανέμους και στα ψηλά γοτθικά παράθυρα ιστορικών εκκλησιών.


Χ α ί ρ ε απουσία, που χοντραίνεις σε τόσα έτη τετράπαχης σιωπής.

*Από την ποιητική συλλογή «Κ 862963», εκδ. Υποκείμενο, γύρω στα 1980 κάτι, που διακινούσε ο ίδιος ο ποιητής στους δρόμους και την πλατεία Εξαρχείων. Εμείς εδώ το αναδημοσιεύουμε αφού το βρήκαμε στη σελίδα του ποιητή και φίλου Θόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.