Paul Eluard, Από τη συλλογή “Ο έρωτας η ποίηση” (1929)

Joan Miro, Spanish Culture

Από την ενότητα «ΑΡΧΙΚΑ»
I
Υψηλόφωνα
Η αγάπη ευλύγιστη ανατέλλει
Με τόσο φωτεινές αστραπές
Που στη σοφίτα του ο εγκέφαλος
Φοβάται να εξομολογηθεί.

Υψηλόφωνα
Όλα τα κοράκια του αίματος καλύπτουν
Τη μνήμη άλλων γεννήσεων
Κι όταν ανατρέπονται στο φως
Το μέλλον τροχιοδρομεί τα φιλιά.

Αδικία απίθανη ένα πλάσμα μόνο στον κόσμο
Ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα δίχως ν’ αλλάξει πρόσωπο.

II
Τα μάτια της είναι πύργοι φωτός
Kάτω απ’ το μέτωπο της γύμνιας της

Σε διάφανα κρίνα
Η επιστροφή των σκέψεων
Ακυρώνει τις λέξεις κουφές.

Διαγράφει όλες τις εικόνες
Τυφλώνει τον έρωτα, τους αεικίνητους ίσκιους του
Αγαπά — αγαπά να ξεχνιέται.

VI
Εσύ η μόνη κι εγώ ν’ ακούω τη χλωρίδα του γέλιου σου
Εσύ το κεφάλι που σε απάγει
Απ’ τους κινδύνους του θανάτου πιο πάνω
Κάτω από υδρόγειους μουτζουρωμένες απ’ τις βροχές των κοιλάδων
Κάτω απ’ το φως βαρύ κάτω απ’ το θόλο της γης
Δίνεις ζωή στην πτώση.

Και τα πουλιά το καταφύγιο που φθονούμε
Η οκνηρία, η κόπωση
Η ανάμνηση των δασών και τα ρυάκια ευάλωτα
Τα πρωινά των καπρίτσιων
Τα πρωινά των ορατών χαδιών
Τη μεγάλη μέρα της απουσίας της πτώσης.

Οι βάρκες των ματιών σου πλανώνται
Μες στη δαντέλα της φυγής
Η άβυσσος ξεσκεπάζεται στους άλλους να τη σκεπάσουν
Οι ίσκιοι που δημιουργείς δεν δικαιούνται τη νύχτα.

VII
Η γη είναι γαλάζια σαν ένα πορτοκάλι
Ποτέ ένα λάθος οι λέξεις δεν ψεύδονται
Δεν σας κάνουνε πια να τραγουδάτε
Σειρά των φιλιών να συνυπάρξουν
Οι τρελοί και οι έρωτες Ε
κείνη το στόμα της βέρα
Όλα τα μυστικά όλα τα χαμόγελα
Και τι ενδύματα τρυφηλότητας
Να την πιστέψεις όλη γύμνια.

Οι σφήκες ν’ ανθούνε πράσινη
Η αυγή τριγύρω απ’ το λαιμό
Ένα κολιέ παράθυρα
Φτερά καλύπτουνε τα φύλλα
Κι εσύ όλο χαρά ηλιακή
Ο ήλιος όλος επί γης
Στης ομορφιάς τα μονοπάτια σου.

*Από το βιβλίο Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως, Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ζ. Δ. Αϊναλής. Εκδοσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.

Kenneth Rexroth – Clifford Harper, Τρία ποιήματα από την “Κτηνολογία”

Γύπας

Ο Θωμάς Ακινάτης πιστευε ότι οι γύπες είναι λεσβίες
και γονιμοποιούνται με τον άνεμο.
Αν ψάχνεις τα δεδομένα της ζωής
οι παπιστές διανοούμενοι μπορεί
να είναι πολύ αποπροσανατολιστικοί

Σκιάχτρο

Μια μαγεία σ’ ακολουθεί
από τη στιγμή της γέννησής σου.
Η κοινωνία πιστοποιεί τη γέννησή σου
και σε θεωρεί πολίτη.
Μην την αφήσεις να σε τρομάξει.
Μάθε να τα βγάζεις πέρα μ’ έναν κόσμο
που έχει φτιαχτεί αποκλειτικά με ψέμμα,
και στον οποίο,
αν βρεις μια αλήθεια αντί για ένα ψέμμα,
οφείλεται στην απροσεξία κάποιου.
Αυτά τα παραγεμισμένα κουρέλια είναι ακίνδυνα,
εκτός αν τους δείξεις φόβο
κάτι που ποτέ δεν δικαιολογούν,
ή αν δείξεις την περιφρόνησή σου
η οποία βεβαίως είναι το μόνο που αξίζουν.
Αν τα κάνεις αυτά, θα ζωντανέψουν
και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σε σκοτώσουν.

Μυρμήγκι

Ο Αχχιλέας, ο Αίσωπος, ο Μαρκ Τουαίν, ο Στάλιν,
ασχολήθηκαν με το μυρμήγκι.
Οι πιθανότητές σου είναι 1 προς 3
αν αποφασίσεις να το αγνοήσεις.
Ο τερμίτης τα τρώει
Και τρομάζει όλους τους ανθρώπους.

*Στίχοι: Kenneth Rexroth. Σκίτσα: Clifford Harper.

**”Κτηνολογία”, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Δεκέμβρης 1995.

Περσέας Ρίζος, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ

Κάθε νύχτα
την ώρα που γίγαντες βγαίνουν
στις μύτες των ποδιών
να φτιάξουν κι άλλες κουκουβάγιες
σε περιμένω
μπορεί και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που τα δέντρα
μού κουνάνε το χαιρετιστήριο μαντήλι
κάνω πως δεν βλέπω
γιατί σε περιμένω
μπορεί όμως και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που οι ακοίμητες δυνάμεις
ξεδιπλώνουν μνήμες
τής αφηρημένης μου υπόστασης
ξαναγίνομαι σαφής
καθώς σε περιμένω ξέρω
ότι μπορεί και ποτέ να μην έρθεις.

Αυτή και κάθε νύχτα μεταδίδω,
μεταδίδω προς παν λίκνισμα θαλάσσιων πτερυγίων:

«Φυλή Γοργόνων,
που είστε επιτέλους πια κρυμμένες;»

***

ΣΠΟΡΑ

Η ιδέα τού ανθρώπου δεν είναι μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής γης ήταν ιδέα ενός ήλιου
Η ιδέα τού ήλιου πάντα ήτανε μια θεϊκή ιδέα
Αλλά η ιδέα τού θεού πάντα μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής ελευθερίας είναι μια ελεύθερη ιδέα
Η ιδέα τού έρωτα μια σχετική ιδέα
Η ιδέα τής σχετικότητας είναι μια μουσική ιδέα
Η ιδέα τής μουσικής μια πυθαγόρεια ιδέα
«Αλλά ο Πυθαγόρας, δεν είχε καλό γούστο στη μουσική»
Η ιδέα τού καλού γούστου είναι μια αιώνια ιδέα
Η ιδέα τής αιωνιότητας είναι μεν μια ασύλληπτη ιδέα
Αλλά όλες οι ιδέες φτιάχνονται από δύο χέρια

Λίνα Βαταντζή, Τέσσερα ποιήματα

Παραχώρηση

Ζήτησες ένα φιλί
Ζεστό άγγιγμα του ήλιου
Μυστήριο φως της σελήνης

Ζήτησες ένα φιλί-
Σου παραχωρώ τα χείλη μου
Τρέμουν σαν ρόδο
Στην αυγή.
Τρυφερό χάδι
Στα δικά σου χείλη παραδίνονται.
Σφραγίδα στοργής
Μυστήριο πάθους.

***

Σύννεφα

Χειμωνιάτικη νύχτα
Ψυχρή. Ο παγωμένος
Αέρας γεμίζει
Το χώρο-
Απόσταση μακρινή.
Λαμπρά αστέρια
Σε καθαρό σκοτάδι
Ασέληνης νύχτας. Άδεια
Η αγκαλιά-
Ακατανόητη πίκρα.
Διάβασα λέξεις
Άδικες, σκέψεις
Σκληρές. Αίσθηση
Ατσάλι-
Ανέφικτη επικοινωνία.
Άφησα την καρδιά μου
Παλμούς ανεπαρκείς
Και αγωνιώδεις
Να χτυπά-
Απρόσιτη αγάπη.
Τρυφερότητα χαμένη
Σε χρόνο απρόβλεπτο
Ήλιος ηττημένος από
Σύννεφα-
Απελπισία.

***

Συγχώρεση

Θα σου έφερνα φρούτα
Δροσερά και ζουμερά
Για επιδόρπιο
Μετά από το νόστιμο γεύμα.
Τι κρίμα που τα έφαγα όλα
Το απόγευμα
Όταν ήθελα να δροσιστώ
Από όσα με θερμά
Με κατακλύζουν-
Συγγνώμη!

***

Στωική ακινησία

Βλέμμα καρφωμένο στο κενό
Θάλασσα ακίνητη
Στον αέρα που φυσά.
Μάτια- κόκκινη αγωνία
Τα δάκρυα κρυμμένα να σταθούν.
Και η σκέψη
Ξεχειλίζει μοναξιά.
Καλημερίζει
Και ύστερα πάλι
Μέσα του βυθίζεται.
Ο γιορτινός Ιούλιος ζεστός-
Μα αυτή η μορφή
Του λαβωμένου ελαφιού
Ψύχρα διαχέει-
Η ψυχή του πληγωμένη
Σαν ατενίζει τη ζωή του
Με στωική ακινησία.
Ο πόνος του πλημμύρα.
Μια αγκαλιά χάρισμα-
Με καλοκαιρινά χαμόγελα
Την πίκρα του να απαλύνω.

Εύα Σπαθάρα, Τρία ποιήματα

Δεν εκτελούνται μεταφοραί εδώ Αριστοτέλη

Εδώ δεν εκτελούνται μεταφοραί
Εδώ εκτελείται η ποίησις
Αμύνονται οι λέξεις τα χαράματα
λίγο πριν ακουστεί ο ήχος
της σιωπής

Καλίμπρι 12άρα
κυκλοφορεί ελεύθερη
Σημαδεύει ό,τι της γουστάρει
δαγκώνει το χέρι που τη γράφει
κι εκτελεί
–η αχάριστη–
με ακρίβεια χιλιοστού

***

Εδώ εκτελούνται ήττες

Σε θέλω μέσα στη γλώσσα μου
εκεί που όλα γίνονται

και ξεγίνονται

Εκεί που οι λέξεις απαιτούν
το ανάλογο ύψος τους

Εκεί εσύ είσαι ο ποιητής
κι εγώ το ποίημά σου
Έξω απ’ αυτήν

γώ ο ποιητής
κι εσύ
η ήττα του

***

Τα σάπια μήλα του Νεύτωνα

Σύντροφοι

Το μήλο δεν ωρίμασε

Ούτε οι συνθήκες
Ο Νεύτων διέπραξε μέγα σφάλμα

Το μήλο σαπίζει στη μηλιά
γεννώντας κι άλλα σάπια μήλα

Όσο για σένα αγαπημένε σύντροφε Καρλ

σήμερα σου έχω θυμώσει
Δεν σ’ αγαπώ

Θα βγω με τον Πιoτρ

*Από τη συλλογή “ντάλιτ”, εκδόσεις Θράκα 2017.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οδός Γαλήνης

Αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
ένα μωρουδίσιο κλάμα ν’ απλώνεται σε όλα τα μήκη της γειτονιάς,
τη στάχτη από τη χθεσινή πυρκαγιά
να στρώνει το σεντόνι της σε μάρμαρα Διονύσου,
τα τάχα μου όσια και ιερά, τους άγραφους νόμους
του λαδεμπορικού savoir faire
και το μνησίκακο σαλιάρισμα της κοσμικής πιάτσας,
πως όλα είναι όμοια ή όλα είναι παρόμοια – με κάτι άλλο,
και πως δεν πρέπει να χάνει κανείς την ψυχραιμία του – την ψυχραιμία του
να χάνει – κανείς — δεν πρέπει,
γραφεία από μαόνι, σίδερο και γυαλί να κροταλίζουν στα δυόμιση ρίχτερ,
οικιακές βοηθούς αθόρυβα να γλιστράνε απ’ την πλαγιά
έχοντας την ψευδαίσθηση πως το ρεπό είναι όντως δικό τους,
τα αρθριτικά των προγόνων σας, το θραύσμα στον ώμο,
και τον σχισμένο τένοντα ενός ακόμα δρομέα της Κυριακής,
το τσιριχτό μιας σφαίρας που πέρασε ξυστά, σε κάποιο εμφύλιο μακελειό,
(συνέβη κάποτε -τριγύρω-εδώ- κι έπειτα αποσιωπήθηκε εντέχνως)
τη λύπη να κελαρύζει αιφνίδια στο ανακαινισμένο living-room
και τις γροθιές που δεν δώσατε γιατί, όταν τα αίματα άναψαν,
είχατε τα χέρια στις τσέπες, αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
την αξιοθαύμαστη ευελιξία των ραχιαίων μυών
μιας μέσης οδού που υποκλίνεται, διαρκώς υποκλίνεται
στο κατατονικό βαλσάκι των προαστίων,
τις εμμονές καθώς σιωπούν και τα κλειστά παραθυρόφυλλα,
λίγο πριν κλείσουν, το θρόισμα της διάψευσης μες στο πυκνό σκοτάδι
και μια κάμπια που με θράσος πρωτοφανές αρνήθηκε να γίνει χρυσαλίδα,
τον ντόρο του ασήμαντου να κάνει -εξυπακούεται- ασήμαντο ντόρο,
μια κοινωνία γερόντων μες στο αργόσυρτο μουρμουρητό της
και την πνιγμένη βλαστήμια του σερβιτόρου που απόψε βγάζει βόλτα τρία σκυλιά, κάντε ησυχία και θ’ ακούσετε
πως όλα στο βάθος τρίζουνε κάνοντας χαρακτηριστικό ήχο,
τον ήχο κάποιας ασήμαντης λεπτομέρειας
που είθισται ν’ αποβαίνει άκρως σημαντική,
συνωμοτικά μισόλογα σ’ ένα αναψυκτήριο members-only,
κάτι που τρίζει, κάτι που σπάει, κάτι που μπήγεται στο πλευρό,
κότσους να φροντίζουν τα καρβουνάκια τους
κι ολόκληρη την Αθήνα να τραυλίζει σκυφτή πάνω απ’ τους ωχρούς
παγωμένους της φανοστάτες,
όσους σας αγάπησαν ν’ απομακρύνονται σ’ έναν ορίζοντα σχεδόν κινηματογραφικό,
και το συκώτι σας που εδώ και είκοσι χρόνια προσπαθεί βοερά
να τα βγάλει πέρα μαζί σας,
έναν υπόγειο κρότο να σας φαρμακώνει τα σωθικά
διεκπεραιώνοντας την καθημερινή του ρουτίνα,
και τα αφράτα σας κατοικίδια να γουργουρίζουν
περιμένοντας να γυρίσετε από ακόμα μία συνέλευση
που άρχισε και τελείωσε την πρέπουσα στιγμή,
αν κάνετε ησυχία θ’ ακούσετε
πως κάθε ήττα είναι ολοσχερής, κάθε ανάγκη πρωταρχική
κάθε υποψία βάσιμη και κάθε μέλημα το κύριο μέλημά μας,
και πως υπάρχουν περιθώρια ελευθερίας για τον καθένα σας
ειδικά απ’ τις έντεκα το βράδυ ως τις επτά το πρωί,
πως ο αντίλαλος εφευρέθηκε για να κλείνει κανείς τ’ αυτιά του
κι η Ιστορία συνήθως γυρίζει την πλάτη της
για να θαυμάζουμε τις ουλές,
τον ήχο απ’ το άδειο κουδούνι της
ίδιος με αυτόν σαν να ’ταν μέσα,
τέλος
αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές
ίσως τα ευήκωα ώτα σας να συλλάβουν
ακόμα και τον οικογενειακό σας γιατρό, καθώς κοντοστέκεται
μπροστά απ’ τη μεταλλική εξώπορτα, στην οδό Γαλήνης,
αποφαινόμενος συγκαταβατικά:

«αγωνία και μοναξιά… αγωνία και μοναξιά
δεν είναι τίποτα
θα περάσει
φτάνει
να κάνετε ησυχία»

*Από τη συλλογή ‘Οδός Ρόδων”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2018.

Ευθύμιος Λέντζας, Δύο του αίματος

Δεν με είδες όταν σκότωνα 

μια κιθάρα με τα χέρια, 

έπαιζα με τις φλέβες κι 

έδενα τον κύκνο από τα πόδια,

με τον ήλιο στη μασχάλη σαν 

καπέλο, δεν περπάτησα αρκετά∙
με μια γομολάστιχα έσβηνα 

πίσω μου το δρόμο, τον ασβέστη 

από τον τοίχο: να πέφτει βροχή
στο δωμάτιο, να ξύνω τη σάρκα

και να βρέχει στο στήθος τ’ αμίλητα 

χείλη σου, τα φουστάνια 

– λιβάδια ηλεκτρικά να με χτυπάνε -

πίσω απ’ τις κουρτίνες, κανείς 
δεν μας είδε όταν 

σφάζαμε ο ένας τον άλλον.

ο ο ο

Είδα το κόκκινο, στο κίτρινο να κάθεται 
ακίνητο όπως μια πασχαλίτσα κάθεται 

στο φύλλο, όπως τα χέρια μου στα 

παγωμένα κάγκελα της βεράντας∙

με το κόκκινο είμαι, το κίτρινο μου

φέρνει πυρετό: απ’ την Ομόνοια στη 

Λιοσίων, μη ξεβάψει το δέρμα μου

στο πίσω κάθισμα καθώς θα αφήνω 

σαν στάμπα την τελευταία μου ανάσα,

να θυμηθώ πως ήμουνα παρόν όταν

σκοτώνανε τον Ζακ στο πεζοδρόμιο.