Clarisse Nicoidski (1938-1996), Το στόμα

Ανοιχτό
σαν μια κώχη
όπου θα μπορούσα να ξαπλώσω
κλειστό
σαν μια πόρτα
όταν σκότωναν στον δρόμο

το στόμα που ψεύδεται
με προσμένει
ξέροντας πως γρήγορα ή αργά
θα με σκίσει

*

Στόμα από πέτρα
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο
βγάζοντας κραυγές φωτιάς
λόγια
ουρλιάζοντας φυλάξου
από το μάτι που δίχως να ξες
σε κοιτά
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο

στόμα από πέτρα
που ήρθε από χρόνους πεθαμένους
σιωπηλή θάλασσα από αλάτι γέλιο ξεραμένο
πέτρα από φύλλο
στόμα από δέντρο

Έχω γυαλί στο στόμα
γι’ αυτό άνοιξε
γι’ αυτό
γελώ εγώ
μιλώ

κι όταν το γυαλί μπαίνει πιο βαθιά
νομίζω πως ακούω
σπασμένο κανάτι
που παίζει
άσμα λησμονημένης χαράς

*

Γραμμένη
γραμμή πρωτογενούς γραφής
λέξη μιας γλώσσας χαμένης
προσπαθώ να σε ακούσω

όταν
κοιμούνται τα μάτια
το πρόσωπο
το μέτωπο

όταν
δεν εισαι τίποτε περισσότερο
από ένα πλεούμενο στο τέλος του ταξιδιού του
τίποτε περισσότερο από μια βωβή γραφή
καμένη από αγωνία
συγκλονισμένη από τη σιωπή
καταμεσής στο πρόσωπό μου

παίρνοντας τον δρόμο των ματιών
με αυτά πηγαίνοντας
δεν ξέρω πια ποιος με κοιτά
ποιος μου μιλά
ποιος θα εξυγιάνει αυτό το αίμα
που μια μέρα ούτε που ξέρω πότε
στάθηκε γύρω από μια τρύπα
υπήρξε ζωή
κι έγινε στόμα

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 του περιοδικού “Ένεκεν”. Μετάφραση: Σάμης Ταμπώχ.

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

Σημειώσεις για ένα μπλουζ από τα όνειρα μιας συνοικίας

Φάνηκε απέναντι στον εξώστη
Και κάμποσα μάτια να γουρλώνουν
Γειτόνων που μονολογούν
Πως ανάμεσα στα πόδια της πρέπει
Να σφύζει ο παράδεισος
Με τα βυζιά της να ξεγλιστρούν από το μπουρνούζι
Πριν καν έρθει η νύχτα και δουλέψει καλά
Τη φαντασία των αισθήσεων
Με αχ και ωχ και αναφωνήσεις
Βουτηγμένες στο μέλι όπως
Πολύ πριν που άφησα
Τα γυαλιά στο γραφείο
Το ποτήρι στο πάτωμα το στυλό πάνω
Σε μια σελίδα Α4
Κομμένη πρόχειρα στη μέση
Ενώ ήρθαν και στάθηκαν
Δυο πουλιά στο μισάνοιχτο παράθυρο
Που νόμισα πως ήταν
Κοκκινολαίμηδες τού γένους
Erithacus rubecula
Τής τάξης των στρουθιόμορφων
Και έμοιαζαν πεινασμένα
Αν και μάλλον είχαν χορτάσει
Από αγάπη• τότε λοιπόν
Ακούστηκε στο δρόμο ένα τραγούδι
Που δεν ήταν ποτέ ξακουστό
Σάμπως να έβγαινε από τα χείλη κοριτσιού
Έναν ολόκληρο χειμώνα
Σφηνωμένο στα βάθη τού λαιμού της.Έτσι
Ή κάπως αλλιώς
Μαζεύτηκαν τα σύννεφα
Λες και δε θα μπορούσε να υπάρχει
Κάτι χειρότερο από αυτό
Που είναι
Η ψιλή βροχή πάνω από άδεια κεφάλια
Σα μισή ζωή που κυνηγάς
Να τερματίσεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και
Στις διαδρομές των μικρών και μεγάλων δρόμων
(Κάποιοι λένε παράδρομων και εννοούν
Εκείνα τα όνειρα στον ύπνο)•εντωμεταξύ
Τα δυο πουλιά κελαηδούν και οι στάλες τής βροχής
Φέρνουν νοτιά
Που νοτίζει τα χαρτιά στις σκέψεις μου
Επομένως μένει να δούμε
Πώς θα τελειώσω τώρα
Αυτούς τους έρμους στίχους που ξεκίνησα
Με τόσα βέλη καρφωμένα πισώπλατα
Καρφωμένα στη ράχη όπου και το σαμάρι των τύψεων
Αλλά το ξέρετε βέβαια
Πως το τραγούδι δε σταματά ποτέ
Ν’ ακούγεται μέσα μας
Και φαίνεται
Πως ό,τι καλό έχω ζήσει δεν ήταν
Παρά ένα όνειρο ανάμεσα σε δύο ύπνους
Στους ανθισμένους κήπους μιας λιακάδας
Και φαίνεται πως
Η μόνη λύση δεν είναι
Παρά αυτή η μία που απομένει
Να συνεχίσω να γράφω μέχρι
Να με βρει κατάστηθα ο θάνατος
Όπως ακριβώς σαράντα χρόνια
Με βρίσκει ίσια στην καρδιά η ζωή
Πριν γίνει κολοκύθα τού νερού η άμαξα
Οι φιλημένοι βάτραχοι βουλιάξουν στο ποτάμι
Και νωρίς στη χώρα των παραμυθιών νυχτώσει•

Αναστασία Πελεκάνου, Τρία ποιήματα

Τις πέταξα τις κουρτίνες

τι να τις κάνω χωρίς ήλιο..;

εγώ τα παράθυρά μου τα έχω διάπλατα ανοικτά

και οι μουσικές μου ακούγονται ως εκεί

τα σέρτικά μου δεν τα κρύβω

κι αν ο ηθοποιός άντρας πει τα σκοτεινά του

τα βίαιά του 

και τα συμφέρονταά του φτάσουν ταβάνι…

γίνομαι κι εγώ ηθοποιός – όχι κομπάρσος

ούτε κρύβομαι στην κουζίνα για να είναι όλοι ευτυχισμένοι

άνεμος γίνομαι και περιστρέφομαι σε μυαλά

κυρίως άδεια

μαθαίνω πώς είναι η χαρά του να μη γνωρίζεις τίποτα –
και τι καταλάβαμε;

κορμιά είμαστε και μετά ψυχές
αυτό καταφέραμε

πόσο άδειοι και ζαλισμένοι…
πόσο τραγικοί ηθοποιοί περνούν έξω 

από το μικροσκοπικό κελί μας…
κι εμείς λέμε -άνθρωποι είναι κι αυτοί

πράσινοι βάλτοι γύρω κι εμείς εκεί..
.
να αγοράζουμε χρυσά υφάσματα από τη λαϊκή…-

το φαγητό μη καεί και ρίξε λίγο μπαχάρι

από αυτό το ληγμένο

στους ληγμένους χρόνους μας -

το βράδυ που θα ‘ρθει η μαμά με καλούδια

εκεί να δεις…

ηθοποιάρα θα γίνεις

***

Ήσουν εκεί

αλλά δε μ ‘έβλεπες

εγώ τα βράδια έφευγα

σε δρόμους – σε κόσμο αγιάτρευτο

με φώτα πολλά /
Παντού φώτα μέχρι το ξημέρωμα.

Έμαθα πως με έψαχνες κι είπα να σου γράψω-

Τυλίχτηκες το πρωί με κόκκινη σκόνη

και απόψε δεν θυμάσαι τίποτα.

Μη σε νοιάζει – εγώ θα έρθω ξημερώματα

και θα σου φέρω

λίγα φώτα

μια παγίδα και κόκκινη ανάσα –
Αν δεν σε δω, να ξέρεις το βράδυ θα φύγω

κι αν πετάξει άσπρο πανί πάνω από το σπίτι
σήκωσε το κεφάλι

θα με δεις ~

Στον Άκανθο 

Κέντρο Αθήνας 2019

***

Πόσο νοσταλγώ τις αταξίες μας

μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια..
θυμάσαι που σε σκούνταγα όταν έβαζες κραγιόν…;

κατά λάθος έλεγα

κι εσύ χαμογελούσες πονηρά

-έλα δε θα προλάβουμε.. πάρτε τα πόδια σας!.. 

ώναζε ο χοντρός απ’ έξω

κι εμείς φιλιόμασταν με φράουλες και αλκοόλ στο στόμα~

άνοιγε η πόρτα.. έμπαιναν όλοι μέσα 
κι ανταλλάσσαμε φιλιά και φρίκες
όταν σου κούμπωνα τον κορσέ …κρατούσες αναπνοή 

όσο οι σταγόνες των χαλασμένων σωληνών 

έπεφταν στα βαμμένα μαύρα βλέφαρα μας

ξανά απ’ την αρχή

να θυμώνει ο χοντρός!

αυτός που πάντα μας θεωρούσε κάτι το ‘τελευταίο’.

βγαίνουμεεε… φώναζα/

πόσο νοσταλγώ τα γέλια μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια.
μετά στη σκηνή δεν μας αναγνωρίζαμε

μα συνεχίζαμε σα τα λιοντάρια πάνω σε ελάφια

δε λογαριάζαμε

τελείωνε η γιορτή

έφευγε ο χοντρός κι η παρέα του

και κλειδώναμε στο κουφό πάρτι των φιλιών

και της αγάπης.

νοσταλγώ.

θυμάσαι;

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν υπάρχει αρνητική εσωτερική ζωή. Υπάρχει πλουτισμός. Συσσωρεύω φθινοπωρινά φύλλα. Συσσωρεύω αγρούς, ξυράφια, εργαλεία στραγγαλισμού, το βοτσαλάκι του φυσικού πόνου.

*

Η μόνη πηγή έμπνευσης είναι η αποτυχία των πηγών έμπνευσης να σου δώσουν μια λύση.

*

Όσο ταΐζω αυτό εδώ το κτήνος, τόσο εκλεπτύνεται. Κι όσο εκλεπτύνεται, τόσο πιο κτήνος γίνεται.

*

Είμαι ο επινοημένος φίλος του λυπημένου παιδιού.

*

Κάποιος ξέρει το πραγματικό μου όνομα: Μια κατάφαση εν είδει φοβερής, παρηγορητικής σκιάς με σκεπάζει, καθώς στέκομαι ακίνητη απέναντί του.

Αυτή η σκηνή θα επανέλθει σαν υπνικό παραλήρημα: «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου», «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου».

*

Η απεύθυνσή μου είναι στην τερατώδη ψυχή του κόσμου. Ένας φίλος από συρραμμένα κομμάτια ελέους.

*

Και τώρα ο ανταποκριτής μας από την ύστατη μοναξιά.

*

Όταν λες «ξέχασα», θυμάσαι.

*

Είναι ώρα να πλησιάσουμε το μοναδικό ρολόι με τη σωστή ώρα.

*

Για να ζήσω μια αληθινή ζωή, πήρα τυχαία κάποιες αποφάσεις και τις τήρησα.

*

Το μυαλό του καθενός είναι ένα ζώο μες στη ζούγκλα του εαυτού, που μπορείς να αναγνωρίσεις. Το δικό μου είναι μια καμηλοπάρδαλη. Σύννεφα και γαλάζιε ουρανέ, φυλλαράκια χλωρά, νιώθω το θηρίο που σέρνεται στο έδαφος ίο θηρίο που θα με σκοτώσει.

*

Μοναχικότητα είναι το αποτέλεσμα αυτής της επίγνωσης, ότι με τους φυσικούς συνοδοιπόρους σου δεν πηγαίνετε προς την ίδια νύχτα.

Octavio Paz, Αντικείμενα και οπτασίες

Στον Joseph Cornell

Εξάεδρα από ξύλο και γυαλί
μόλις μεγαλύτερα από ένα κουτί παπουτσιών
Σ’ αυτά χωρά η νύχτα και τα φώτα της.

Μνημεία σε κάθε στιγμή
καμωμένα απ’ τ’ αποκόμματα κάθε στιγμής:
κλουβιά του άπειρου.

Μάρμαρα, κουμπιά, δαχτυλήθρες, κύβοι
καρφίτσες, γραμματόσημα και χάντρες γυάλινες:
παραμύθια του χρόνου.

Μνήμη υφαίνει και ξεϋφαίνει την ηχώ:
στις τέσσερις γωνιές του κουτιού
παίζουν κρυφτό κυρίες δίχως ίσκιο.

Η φωτιά βαμμένη στον καθρέφτη,
το νερό κοιμισμένο στον αχάτη:
Σόλι της Jenny Lind και της Jenny Colon.

«Ένας πίνακας πρέπει να γίνεται», είπε ό Ντεγκά,
«όπως γίνεται ένα φονικό». “Όμως εσύ κατασκεύασες
κουτιά όπου τα πράγματα δραπετεύουνε
απ’ τα ονόματά τους.

Slot machine οραμάτων
δοχείο συνάντησης των αναμνήσεων
ξενοδοχείο γρύλλων και αστερισμών.

Θραύσματα μικρότατα, άσχετα:
αντίθετα απ’ την Ιστορία, τη δημιουργό ερειπίων,
εσύ έφτιαξες με τα ερείπιά σου δημιουργίες.

Θέατρο των πνευμάτων:
τ’ αντικείμενα παίζουν αμάδες
με τους νόμους της ταυτότητας.

Οι οπτασίες είναι χειροπιαστές.
Τα σώματά τους ζυγίζουν λιγότερο κι από το φως.
Διαρκούν όσο διαρκεί και τούτη ή φράση

Grand Hotel Couronne: σε μια φιάλη
το τρία σπαθί, και, όλη μάτια,
η Αμυγδαλίτσα στους κήπους μιας αντανάκλασης.

Μια χτένα είναι μια άρπα
κρουσμένη απ’ τη ματιά μιας μικρούλας
βουβής εκ γενετής

‘Ο προβολέας τού πνευματικού ματιού
σκορπίζει το θέαμα:
θεός μοναχικός πάνω σ’ έναν κόσμο που έχει εκλείψει.

Joseph Cornell: στο εσωτερικό των κουτιών σου
τα λόγια μου έγιναν ορατά για μια στιγμή.

Cambridge, Μασαχουσέτη, στις 12 Γενάρη του 1974

*Από το βιβλίο «Οκτάβιο Πας – Ποιήματα», εκδ. Ηριδανός, Οκτώβριος 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μικρόκοσμοι

Λιπαρό δέρμα που σέρνεις κοκάλινες φτέρες σε κάθε
γωνιά, ανταποκρίσου σήμερα στον ήχο αυτής της πόλης.
Δείξε στα διακριτά σημεία των ανθρώπων, πώς
πρέπει ν’ αποδέχεσαι και πώς
να εξοστρακίζεις.
Κι οι δρόμοι σου παράλληλοι με τη λογοκρισία του πλήθους.

*
Σε τζαμαρίες κυκλικές φαντάζεις φέρετρο.
Δοξολογείς την όξυνση του τεχνητού με σοκολάτα υγείας.
Σε ράβδους.
Σκήπτρα ετερόκλιτα μ’ αυτά της εξουσίας.

*

Σαλιώνεις δύο δάχτυλα.
[αντίχειρα και δείκτη]
Τεντώνεσαι, ενώνονται.
Σβήνεις τον ήλιο.
Τσιτσίρισμα, καπνός, ανάληψη, απόδοση τιμών.
Μαζεύεις την προέκταση.
Μαύρισαν τα δάχτυλα και ψάχνεις άσυλο στη σκοτεινή πλευρά σου.

***

Κέδρος

Αλίμονο στη μήτρα που τον έχτισε.
Στα δάκρυα που πήζουν κι εξατμίζονται μ’ ένα μπουκάλι ούζο.
Στα μοιρολόγια τα λευκά.
Σ’ εκείνα τα εξαπτέρυγα, σ’ ακτίνες δίχως ήλιο.

*

Με μυροβόλο αγκάλιασμα, λαιμό για δεκανίκι, τεντωμένα
σκιάχτρα θερίζουν ουρανό.
Στα χέρια μου που τρέμουνε, στο σάλιο που
αποφεύγω, διατάζω στην
υπομονή με θρήνο μη με σκάψει.

*

Χωρίς ψυχή.
Με άρωμα.
Χωρίς ματιά.
Με πάγο.
*
Απόψε ενταφιάζεσαι θεέ με τους ανθρώπους.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2015.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Έξι παρά τέταρτο

Μικρά τριχτά κουδουνίσματα
Πυροβολισμοί και μαστίγιο
Το στόμα της Χάρυβδης στο πρώτο φως

Τα δόντια μου μικραίνουν
Λες και βρίσκω θέση για παρκάρισμα
Δίπλα σε γκρεμό

Κάτι έξω από μένα αλλά γνώριμο πια
Με σπρώχνει στις απαρχές μιας ανόθευτης ήττας

Είμαι αιχμάλωτος στα χέρια της πληροφορίας

Το ίσως κι αυτοθέλητα θύμα
Του βιοτεχνικού πολιτισμού

Ένα λεπτό μετά βραστήρας on για καφέ
Καπάκι τσιγάρο

Παράθυρο

Όπως ανοίγω τα πόδια σου σε φάση
-Όχι πάντα- αλλά ξέρεις τώρα
Τα παράθυρα συνήθως μας χαμογελούν
Με μια τζογαδόρικη κι εθιστική αγωνία

Να μπει αέρας
Να μπω στο νόημα

Τα σύννεφα δε μου κάνουν συχνά το χατίρι

Ευγνωμονώ με σιγουριά το γέρικο άστρο
Φτύνω τον βίο που βρήκε δρόμο να ξεθαφτεί

Έξι και πέντε στο ντους
Φαντάζομαι όλους τους ωκεανούς να εξατμίζονται
Να κυλάω μαζί με τα σαπούνια στο νεροχύτη

Έξι και τέταρτο σε αποχαιρετάω
Κι άλλο τσιγάρο κι άλλος καφές

Μωρό μου μισή τζούρα κι έφυγα

Έξι και μισή ακόμα σε αποχαιρετάω
Τα ρούχα πάλι στο πάτωμα

Πρέπει να φύγω

Να ντυθώ
Προτού με ξεκλειδώσει η πόρτα του αμόλυντου νου.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Στέλιος Ροϊδης, Πέντε ποιήματα

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ

Το απομονωμένο βασίλειο του χθες
Βασιζόταν στον εαυτό του πια τώρα
Δεν με είχε ανάγκη πια
Γύρισα, εκείνο το μαχαίρι στην πληγή
Αλλά το μαχαίρι ποτέ δεν ξαναγύρισε
Ούτε ποτέ δεν ξαναγύρισε, η πληγή.

***

ΒΙΤΡΟ

Ένστικτο επιβίωσης
κάλεσμα εικόνων
τα ορυχεία ταό στο δρόμο
αόρατο χιόνι
γιατί το κάνεις αυτό που σε έκανε
έφυγε
όλη η ομορφιά είναι μέσα στα κύτταρά μας
άφωνο μεγαλείο
ή ίσως τίποτα που να καταλαβαίνεις τόσο καλά
ο χρόνος μέσα από το ορυχείο
φωτοκύτταρο της ζωής
ή μακρυνά λάθη
που ξέρουν την ουσία.

***

ΛΙΜΑΝΙ

Ποτέ δεν θα νικήσεις το γραφικό σου αποτέλεσμα
Είναι ο τόπος, αυτά που είπες
Είναι ο τρόπος που περίμενες το αποτέλεσμα
γραφικός, η μεθοδολογία σε βάση μυστική
ακόμα προστατεύεις την αποκλειστικότητα
και εκείνη σε σφετερίζεται
μειδιώντας αντιδράς, είσαι εσύ, ακολουθείς
Ποτέ δεν θα νικήσεις το γραφικό σου αποτέλεσμα.

***

ΚΥΜΑΤΑ

Η ομορφιά σου μπορεί να σώσει αυτόν τον άνθρωπο
Τα κύματα φέρανε την ομορφιά σου
Έξω από αυτή την πόρτα
Τώρα μη με αφήσεις να βγω
Δεν θέλω να τους ξαναδώ
Μη με αφήσεις να κάνω τις δουλειές μου
Δεν έχω άλλη δουλειά από την ομορφιά σου,
Τα κύματα μας κλείνουνε την πόρτα.

***

ΦΘΟΡΑ

Η λάμψη στα μάτια της
μου είπε, πήγαινε
Είναι ένας πολύ σκοτεινός κόσμος
Αλλά εσύ θα περάσεις ανάμεσα
Η αμφιβολία αυτή θα διαλυθεί
Σαν να μην υπήρξε ποτέ
Και εσύ που δεν πίστευες ποτέ
Καινούργια πράγματα
Θα θυμηθείς

μ
ό
λ
ι
ς.

*Από τη συλλογή “Κόσμοι”, εκδ. Image, 2019.

Αντώνης Μπουντούρης, Κραυγές σε φτεροκόπημα

Σχέσεις ολιγόκλαδες φθισικές

οι σχέσεις των ημερών μας.

Τα αισθήματα δειλά χαμηλωμένα σύννεφα

που δεν τολμούν να στάξουν.

Αναθρεμμένα μες στην ήττα.

Μυλόπετρα στο στήθος μας
τούτη η κάθε μέρα…