Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Τρία ποιήματα

1

Ο χρόνος είναι δίκαιος
και η ανατολή η απόδειξή του

Δες!

Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει

την ομίχλη
το πείσμα
την εμμονή
στην ουτοπία.

***

Λέω, αν δεν πονάς, κάτι δεν κάνεις σωστά.

Λέω, υπάρχει ένα όνομα γι’ αυτόν,
που κυνηγάει τον πόνο –
που κυνηγάει τον βέβαιο πόνο –
με την ελπίδα να γλιτώσει.

Λέγεται μαλάκας.

***

Ανεπαίσθητα μεσημεριάζει η Κυριακή.
(κέρνα με ακόμα ένα)
Όσο κι αν το επιθυμώ
δεν ευχαριστιέμαι τις μετρημένες ώρες.
Παλεύω τουλάχιστον για τη Δευτέρα.
(Να μην έρθει)
Η πουτάνα πάντα έρχεται.

Ας παίξουμε ένα παιχνίδι
“Τι βλέπω;”
Περιέγραψε
Την πόλη
Μοιάζει με νεκρό τοπίο
Ξέρεις πώς είναι ένα νεκρό τοπίο.

*Από τη συλλογή “Μοναχοπαίδι”, εκδ. Βακχικόν, 2016.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Έπεφτε κίτρινη βροχή απ΄ τα γιγάντια μάτια
σίδερα σπαρμένα στο χώμα.
Η μάνα έστρεφε το λαιμό
φέγγος βαθύ
μια τρύπα ολάσπρη από καπνό και ανάσες.
Τα χέρια της ψαχουλευτά στο σώμα του ψαριού
στη θάλασσα που ντύθηκε τη σκουριά του αίματος
και ήπιε ως το τέλος τη μιλιά της.

Στο βάθος τα δάχτυλα χάνονταν στο φως.
Φλόγες ντυμένες του Ιώβ την προβιά
δέντρα γυμνά από χυμούς
ριζώναν ισχνά
μες στη φλέβα της πέτρας.

***

ΑΠΟΛΟΓΟΣ

Θα ‘ρθει καιρός που τα παιδιά
θα στρέφουνε τις κόγχες των ματιών τους στον πατέρα
κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα
μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου
σε πέτρινη θάλασσα.
τα πόδια θα συστρέφονται στ΄ άλικο χώμα
τ’ αλάτι θα στομώνει τα μάτια
θα παίρνει με βία τις κραυγές τους
θα τις απλώνει στο στήθος
βρεγμένο ρούχο
να στεγνώσουν.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Χωροχρόνος

Θέλω να γράψω την ιστορία.
Χιλιάδες φορές.
Ξανά και ξανά.
Μέχρι να σταματήσεις
να αντιστέκεσαι
στην έλευση του τέλους
που ποτέ δεν φαντάστηκες.

***

Το εκκρεμές του Φουκώ

Το περίφημο εκκρεμές του Φουκώ
είναι θαμμένο
στην αυλή του παλιού μου σπιτιού.
Με περιμένει πάντα
όταν θέλω να νιώσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου
κι όταν αποζητώ
της παιδικής μου ηλικίας την ταλάντωση.

***

Άφυλο

Άσε με στα μάτια σου
να αναστήσω τη Ρώμη
να καίγεται.
Καθώς λικνίζομαι
στο χορό των επτά πέπλων
και σου ζητώ
να βομβαρδίσουμε την αυτοκρατορία,
η Σαλώμη δεν έχει πια φύλο.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Αντώνης Αντωνάκος, Δύο ποιήματα

Οι έρωτες

Οι έρωτες εξαφανίζονται
σαν μώλωπες
μα τίποτα δεν γιατρεύεται

Η βροχή πέφτει στ’ ανοιχτά μας μάτια
πάλι και πάλι με τον αμβλύ της ήχο

Φαρμακωμένοι γυρνούμε στα φαρμακεία
Πίνουμε σιρόπια και κολόνιες

Γυρνούμε στους δρόμους
χωρίς παρελθόν
κι έρωτες το μόνο μας μέλλον

***

Εφτά φορές στην Αμοργό

Στην Αμοργό ένιωσε τι εστί

ωθήσεως χαλαρής παρανάλωμα

σβέρκος σερνικός που ’χει γυρίσει πλευρό

εφτά φορές στην Αμοργό

όλο ζουμιά και σύμβολα και ρίμες

γάμο εκάμνανε τρικούβερτο

κι ένας έφαγε τον άλλο

*Από τη συλλογή “Φαινομενολογία Του Γυμνού Πνεύματος”, εκδ. Αδέσποτος Σκύλος, Οκτώβρης 2018.

Richard M. Berlin, Πώς ένας ψυχίατρος γράφει ένα ποίημα

Αρχίζω με τις αναμνήσεις των ωρών
που πέρασα σαν ασθενής και τον κανόνα
του Φρόιντ στο “Οι Βασικές αρχές”.

Πες ό, τι σου κατέβει στο κεφάλι,
σαν τον ήχο που κάνουν τα καφέ φύλλα
όταν σκορπίζονται στο πεζοδρόμιο

σ’ αυτήν την ήπια μέρα του Νοέμβρη
και τη μυρωδιά του καπνού
απ’ τις φωτιές που καίνε στα λιβάδια.

Μετά αναπαύομαι στη δερμάτινη πολυθρόνα
και θυμάμαι τις λεπτομέρειες του πρωινού-
η γυναίκα μου κουλουριασμένη μες στο πάπλωμα,

τα στήθη της ακόμα ζεστά καθώς ντύνομαι,
η ψίχα των καρυδιών στο στόμα μου,
μαζί με τη γεύση του τσαγιού Earl Gray.

Αυτή τη στιγμή ο θεραπευτής μου θα σταυρώσει
τα πόδια, θα με κοιτάξει στα μάτια
περιμένοντας κάτι να του αποκαλύψω

που με πονάει πολύ, βαθιά μες στην καρδιά,
και για τον ευχαριστήσω ίσως του πω
μερικές απ’ τις μικρές μου αγωνίες

από μια καθυστέρηση σ’ ένα ταξίδι μου για ένα συνέδριο
εξαιτίας των επισκευών σε μια γέφυρα του Rawson Brook,
την κόκκινη λάμψη της εξαντλημένης μπαταρίας του κινητού

ή την απειλή του άνθρακα που άκουσα στο ράδιο.
Θα ’λεγα, Η βιοτρομοκρατία μου θυμίζει την αρρώστια
του πατέρα μου
. Και να που μιλώ πάλι για τον πατέρα μου.

Βλέπω τον θεραπευτή να γέρνει μπροστά
στην πολυθρόνα του και να μου γνέφει να κάνω λίγο
πιο γρήγορα, κάτι μόλις περνά απ’ το μυαλό μου,

ότι δεν σκέφτηκα να συζητήσω μαζί του
την συνομιλία που ’χα χθες βράδυ με την μητέρα
που μου ’πε ότι έχει ένα μελάνωμα

στο μηρό της, το μηρό που αγκάλιαζα
πεντάχρονος όταν ψωνίζαμε
σ’ ένα διάδρομο του Grand Union.

Θυμάμαι αυτές τις στιγμές
σαν τις πιο στενές που μοιραστήκαμε
τη λεία, μαλακή επιφάνεια του δέρματος,

το λεπτό χρυσό βραχιόλι στον αστράγαλό της,
το χακί σορτς της και το άρωμα Shalimar.
Ναι, η ψυχοθεραπεία πάντα οδηγεί πίσω

στη μητέρα. Αλλά πριν μπορέσω να ξεδιαλύνω
το Οιδιπόδειο δράμα μου με την θεραπεία
ή μ’ αυτό το ποίημα, πριν αντιληφθώ τη θλίψη

που αρχίζω να αισθάνομαι
ακούω τον θεραπευτή μου να λέει, Τέρμα
χρόνου
, και σηκώνεται και κοιτάζει έξω,

με τον ίδιο τρόπο που κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου
ακριβώς τώρα, προσέχοντας τα φύλλα που κρέμονται
απ’ τη βαλανιδιά λίγο πριν πέσουν.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, σε επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Μίλτου Αρβανιτάκη. Θεσσαλονίκη 2018.

Yvan Goll, An Claire

Όποιος κι αν σ’ανταμώσει, νιώθει την απειλή της νύχτας
Που αρματωμένη με άγριες φτερούγες
Το έρημο σπίτι των μοναχικών αναστατώνει μ’ επισκέψεις

Σε νιώθει ν’ αγαπάς και να στάζεις αίμα
Αμφιταλαντευόμενος να φθίνεις σαν τους κάλυκες
Των ρόδων πάνω στην οδό του μαρτυρίου

Ν’ αναβλύζει απ’τον ώμο σου το ανονείρευτο
Η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης
Κι ό,τι μπορούν να κατορθώνουν πάντα οι άγγελοι

Αυτά δε φέρνουν τη γαλήνη μιας τέτοιας πείρας
Είσαι η μορφή από αστέρια που πάντα ξαναπλάθεται
Είσαι η προβιά του λιονταριού που ντύνεται ό ήλιος

Μη θλίβεσαι τόσο βαθιά για το νεκρικό έντομο
Άσε τα κρύα απειλητικά του ονείρου μου ροδάκινα
Μες στην καλοκαιριάτικη ανάσα σου να ωριμάζουν

*

Εγώ ήμουν γεμάτος ερωτήματα και συ η μάγισσα
Πίνω στο τρίποδο του χρόνου

Σού εφερνα θυσία το ονειροζώο μου
Και συ μού ‘δινες πίσω τον καπνό της θύμησης

Ήταν ένα ελάφι στο μέτωπό σου χαραγμένο
Από τα πράσινά σου βάραθρα μού ερχόταν

Το τραγούδι που δεν ακούστηκε ποτέ
Γιατί χυνόμουν μες στα πύρινα βουνά σου;

Έχω ξεχάσει από καιρό τι έψαχνα να βρω:
Τον έρωτα ή τη γνώση

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη” (“Traumkraut”). Μετάφραση Δ.Π. Παπαδίτσας. Εκδόσεις στιγμή 2002.

Αντώνης Μπουντούρης, Ίσως

Ισως δεν είναι ακόμη ένα λάθος
Νά’ναι το πάτημα στραβό
Παχύσαρκο το πάθος.
Ισως

Απο τη Γκιώνα στο Γράμμο
Απο τους Κορυσχάδες στο Βίτσι
Την Καισαριανή και την Κόνιτσα
Απο το Μπούλκες στην Τασκένδη
Απ’τη Κερύνεια στις λιάστρες
για να ξεραίνονται οι μνήμες.

Απο το νύχι που σκαλίζει
στον τοίχο που γυαλίζει.
Ολοι οι αντίλαλοι
Αντίπαλοι.

Ερίζοντας οι ύμνοι με την άβυσσο
μαύρο ρίγος ακουμπούν
τη βροντερή ηχώ
Βαθιά στα τύμπανά μας.

*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”,εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Ευτυχία Παναγιώτου, σαν ουτοπία

το σπίτι ετούτο είναι γερό δε φοβάμαι καθόλου για το σπίτι*
Αμαλία Τσακνιά
σκύβουμε στο πάτωμα, τα πρόσωπά μας κοιτάμε
στο καλογυαλισμένο πλακάκι, τεντώνουμε τα χέρια ο ένας
προς τον άλλο παραμένοντας σκυφτοί, ώσπου τα δάχτυλά μας
να πλεχτούν, να ενωθούν, να διαιρεθούν, να γίνουν
από τέσσερα τα χέρια δυο. όπως πιανόμαστε σφιχτά,
ισορροπούμε στο κενό και κοιταζόμαστε στα μάτια,
ισορροπούμε στο κενό όταν είμαστε δυο.

μέσ’ απ’ τα γυαλιά σου βλέπω δάκρυα, δεν είναι λες
δάκρυα, μα είναι δάκρυα, και σου σκουπίζω τα γυαλιά
με τη γλώσσα μου και σου χαρίζω τη γλώσσα μου.
μπορεί να μην είναι δάκρυα, είναι πάντως βροχή

σου γυαλίζω τα γυαλιά με τις βλεφαρίδες και σε βλέπω
παραμορφωμένο, σε κοιτώ σαν παιδί, σε κοιτώ όπως
ατενίζει κανείς για πρώτη φορά τον κόσμο και περιμένω”
να πεις τις λέξεις που πρέπει να λένε οι άνθρωποι
τέτοιες στιγμές, μα εσύ δεν μιλάς.
με κοιτάς απ’ την ίδια απόσταση

εξασκούμαστε στη σιωπή και ισορροπούμε στο κενό σαν δυο
συγκοινωνούντα δοχεία άμμου.
στο παιχνίδι αυτό, όποιος γελάσει πρώτος χάνει

επιμένεις να με κοιτάς και τα χείλια μου σκάνε νευρικά
στον ουρανό σαν μπαλόνι.
το να χάνεις είναι μια υπόθεση βλέμματος

γελώ δυο φορές, είναι σαν να χάνουμε κι οι δυο.
αν είναι να χανόμαστε, ας χανόμαστε μαζί

σκύβουμε πάλι στο πάτωμα, τα πρόσωπά μας πάντα
σκυμμένα στο λευκό πλακάκι, είναι το χαμογελαστό
πλακάκι, σπάει εύκολα και γίνεται γέλιο, ένα εξαίσιο
ηχηρό πυροτέχνημα’ εκτινασσόμαστε στον μοβ ουρανό,
καθώς τα δάχτυλά μας, ταγμένα να ’ναι κολλημένα μαζί,
μας κάνουν σύνολο δέκα. μας κάνουν δυο, χέρια δυο.
θες να ’σαι το αριστερό, γίνομαι το δεξί, έπειτα αλλάζουμε
θέσεις κι οπτική.
το να δίνεσαι είναι απ’ το να δίνεις ανώτερο

αναποδογυριζόμαστε σαν κλεψύδρα, από πάνω είσ’ εσύ.
ώς απάνω με γεμίζεις με άμμο.
να επαναλαμβάνω, θέλεις να ορκιστώ, την προσευχή σου,
τις πιστευτές σου λέξεις;

κινούμαι στο βάρος σου.
υπόσχομαι να λέω μονάχα κάτι που δεν πρόκειται να πω

εκτός κι αν είναι αλήθεια.
αυτή η σημαία που υφώνω

σου πλένω τα γυαλιά και σου χαρίζω τη γλώσσα μου.
όταν γράφεις κάτι γίνεται

*Από τη συλλογή “Μαύρη Μωραλίνα”, 3η έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, 2010.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ξημερώνει II

Αφήνω τους εφιάλτες μου
σκεπασμένους κάτω από το πάπλωμα
και βγαίνω απ’ το δωμάτιο ακροπατώντας
όπως έχω δει τη γάτα μου να κάνει

Η ημέρα της ανάληψης δεν είναι ποτέ
εκ των προτέρων γνωστή
(εκτός κι αν είσαι ο Μαγιακόφσκι)
γι’ αυτό ακολουθώ αυστηρά το καθημερινό μου τυπικό

Με τρόπο ψυχαναγκαστικό, σαν αυτιστικός ιδεολόγος
ολοκληρώνω με ακρίβεια χιλιοστού την περιστροφή μου
Υπάρχουν βέβαια και χειρότερες περιπτώσεις
όπως εκείνη της αλεπούς που έστειβε σύννεφα

Αλλά ας είναι, ο καθείς και οι νευρώσεις του
όπως έλεγε ο Δρ. Φρόιντ
βουτώντας κρυφά το δάχτυλο στο βάζο
με την άχνη ζάχαρη της μάνας του

***

Η αμαρτωλή γραφή ή Ξόρκι συνοδεία βιόλα ντα γκάμπα

Στην Ai Ogawa

Εντός μου κατοικεί μια σκιά
που συνέχεια ζητάει
φαΐ, κρασί, έρωτες
Όταν φωνάζει τραντάζομαι τόσο, που
σπάνε τα τζάμια απ’ τα γυαλιά μου

Όμως, πώς να ξεδιψάσεις τις γλυφές ημέρες;
Και ποιος να ξεσκονίζει τώρα τη θάλασσα;

Όταν στη μέση της ζεστής νύχτας
ακούγεται το κλάμα ενός αγγέλου
που επιστρέφει
σκοτωμένος στον παράδεισο

— Παιδί που γυρνάει βράδυ
στο σπίτι κλαίγοντας
με γδαρμένους αγκώνες, γόνατα
και στην αγκαλιά το σπασμένο του παιχνίδι –

Εγώ ήθελα μόνο να τινάξω το σκοτάδι
από το φόρεμά σου

Να μη συμβαίνουν όλα για μια κρυφή ικανοποίηση

Να σ’ αγαπώ
όχι από συνήθεια ή ανάγκη

Είσαι ο Ιωνάς. Είμαι το κήτος

Να μην εγκαταλείψεις ποτέ τον πιο αμαρτωλό δούλο σου, Κύριε


*Από τη συλλογή “Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα”, εκδόσεις Οδός. Πανός, 2019.

Κατερίνα Αγυιώτη, από τον “Φρουρό”

Μίλα μου για σένα. Ας πούμε, μ’ αγαπάς;

*

Να θρηνείς σα να έχει περάσει η λύπη
είναι η καταδίκη που σου χρειάστηκε.

*

Τα λουλούδια στις κοιλότητες των αυτιών μου
δεν είναι από την επαφή μου με τους κήπους.

*

Να είσαι νάρκισσος είναι μια υποχρέωση να περιμένεις
υπομονετικά να κοιμηθεί αυτός που θα μπορούσες να αγαπήσεις.

*

Κάποια μέρα που θα τα πάρω άγρια στο κρανίο, θ’ αρχίσω
ν’ αγαπάω αβέρτα κι όποιον πάρει ο χάρος.

*

Από τη σωστή απόσταση, οι άνθρωποι εννοούν ακριβώς
αυτά που λένε. Τα άλλα είναι ιστορίες δύστυχων συνομιλητών,
εκπεσμένων από την κυριολεξία.

*

Μου μιλούσε σα να μου διάβαζε τον κατάλογο των νεκρών,
κοιτώντας με ευγενική αγωνία έπειτα από κάθε
όνομα, αν ήξερα κανέναν.
Έρημος είσαι αν δεν είχες κοινούς θανάτους.

*

Η αμφιθυμία μου είναι η απώλεια του παραδείσου των
άλλων – ένας θρίαμβος.

*

Όταν σε παρατηρώ διαστρεβλώνεσαι – πρέπει να σε
κοιτάω περνώντας σα μέλισσα
και με την ησυχία μου ύστερα
ν’ απλώνω μέσα μου το έλεος σου.

*“Φρουρός”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.