Αλέξανδρος Δάρας, Έρωτας

Δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπό σου,
ό,τι πήρα από σένα ήταν η γλύκα του
να βρίσκομαι κοντά σου.
Πάντα εδώ στο τώρα
οι τόποι και οι χρόνοι και τα άτομα
να τρέχουν γύρω μου
κι εσύ μια μελωδία πεταλουδένια
που προσπαθώ να πιάσω στην απόχη μου.
Κάτι μαγικό με κατακλύζει
και η μαγεία αυτή δεν είναι
η άπιαστη κι ακαταχώρητη ύπαρξή σου
μα είναι ότι δεν βρίσκομαι στο τώρα εδώ,
έχω αρχίσει να κινούμαι.
Ακολουθώντας σε κουνάω τα χέρια πάνω
και λίγο λίγο αρχίζω να πετάω.
Εισβάλουν σαν ανέμοι
μνήμες απ’ αυτό που ζω
κι όλα σημαίνουν.
Πάντα σήμαιναν
μα πεταρίζοντας μαζί σου
δε σημαίνουν μόνο
αλλά και είναι.

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Απόδραση

Φώτο: Con Begoña M Fernández

Κάθε ξάστερο δείλινο… μόνο τα μάτια να κλείσω,
Μόνο να καταπιώ τ’ ουρανού τα κενά.
Μα τους μαύρους θεούς —δε θα μου ευχηθώ να ξυπνήσω
Κάτω από το ίδιο ταβάνι ξανά.
Μια φυγή στο απέραντο χρόνια θανάτου αξίζει
Και σαν λάβαρο βάφεται δάκρυ ζεστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος οστά τραυματίζει.
Και εισέρχεται μέσα στο σπίτι κλειστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος βουνά ξεσηκώνει
Και ανάβει καρδιές μες στους τύμβους παλιούς.
Ίδιος δολοφονεί, ίδιος πάλι αναζωπυρώνει,
Πως να τον χαλινώσω μ’ αρχές και ρυθμούς;
Κάθε γκρίζο πρωί… θέλω μόνο το δρόμο να χάσω,
Μη μου λέει κανείς πότε να κουραστώ.
Λίγα έζησα μα έχω τόσα πολλά να ξεχάσω
Που η μοίρα μου είναι σκυλάκι πιστό.
Χίλια πόδια περάσαν εκεί όπου έπεφτα κάτω,
Χίλια μάτια περάσαν χωρίς το γιατί,
Όλοι σαρξ εκ σαρκός μεγαλούπολης π’ όλο κοιμάται.
Μα γι’ αυτό ψάχνω χέρι να πιάσω,
Γι’ αυτό ψάχνω στυλό και χαρτί.

*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πολεων”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Θανάσης Παπαστεργίου, Λιχνίζω το χρόνο


Λιχνίζω το χρόνο
το χιόνι

τη βροχή

το θάνατο

και τη σιωπή



Μαζώνω τη ζωή
το δρόμο

την πηγή

το αύριο

και τη στιγμή



Θερίζω στάχυα

ξανθά

λυγερά

πίνω το δάκρυ μου

σιγανά



δέρνω τα όνειρα

τα πάθη

τις σκιές

αφήνω το πνεύμα μου

στις πυρκαγιές


Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…

Ι

Σε δύο λεπτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).

II

Σε τούτη τη φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22 χρονώ· εδώ είναι η γυναίκα π’ αγαπούσα: η γυναίκα μου
Τη λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου ’πε: «χαίρομαι που πας να πολεμήσεις». Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο στη μέση και μ’ άνθη…
…Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μού χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιός είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ’ όνομά μου σκαλισμένο. Ποιός το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.

(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι).

* Από τη συλλογή “Εποχές” (1945).

Λάζαρος Γεωργιάδης, Από μικρούς μας μάθαιναν ότι ο λύκος είναι πάντα κακός

Το θυμάμαι και λυσσάω
Βγάζω αφρούς
Μετά Γαλήνη

Κιτρινίζει το μυαλό μου
Αταραξία
Όχι αποχαύνωση
Μόνο ετοιμότητα για όλες τις απιθανότητες

Στέκομαι σε μια γωνία και παρατηρώ
Μέσα από την κουκούλα μου εστιάζω καλύτερα
Η μεγάλη μυρμηγκοφωλιά σε πλήρη τροχιά και γύρω-γύρω
Γύρω-γύρω
Από τη στασιμότητα

Τους ακούω να λένε
Πως θα φροντίσει η μανούλα για όλα
Η μητέρα Ρωσία η μητέρα Αμέρικα
Η μητέρα Εξουσία η μητέρα Ησυχία
Η μητέρα Παναγία η μητέρα Πυραμίδα

Η μητέρα Μπαντρίδα η μητέρα Ξεξάρχεια

Ένιωσα πως όλα τα πρόβατα την ποθούν
Όπως διάολο κι αν την ονομάζουν
Και τη ζητάνε ακατάπαυστα
Με κλάματα πολλά και παρακάλια

Ένας Γόρδιος Οιδίποδας ριζωμένος σε κάθε κεφάλι

Είδα τους βοσκούς τους να φοβούνται
Να οχυρώνονται στα κάστρα τους
Να μαζεύονται
Και στα μεγάλα τους συμβούλια να συμφωνούν
Για προληπτικά μέτρα και σταθμά

Περαιτέρω ανασφάλειας
Περαιτέρω αποκτήνωσης

Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τη θηλιά
Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τα ένστικτα

Καμία πίστη και καμία ελπίδα

Μόνο τα νύχια να σκάβουν τους τοίχους τους θέλω
Και ουρλιαχτά που έχασαν το γκάζι να σκίζουν το σκοτάδι
Μόνο τα δόντια να ξεριζώνουν τα κάγκελα θέλω

Και ο ήλιος
Να ζηλεύει να φθονεί
Να φθονεί ατέλειωτα που δεν περπάτησε ποτέ.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Θάνος Ανεστόπουλος, Κίτρινα Χρόνια (Ο κύκλος)

Της πιο μικρής μου μέρας, της ασήμαντης.
Του πιο μικρού μου ύπνου, του ασήμαντου.
Του πιο ανώφελου φευγιού το τέλειωμα.
Του πιο ανάξιου διάλογου το τέλειωμα.
Του πιο μεγάλου πότη το “ποτέ”.
Του πιο μεγάλου ανάξιου το “γιατί”.
Του άξιου αδελφού μου το μυστρί.
Του δόλιου του Πατέρα μου ο ιδρώτας.
Ο φόβος να μην πέσει χάμω ο Γιος μου.
Ο φόβος μήπως και δεν νικηθεί ο φόβος.
Ο Γιάννης, ο Αλέξης που δεν είναι πια.
Ως σώματα, ως αιθέρες, ως θηλιές.
Που η ζωή μας κατρακύλησε;
Σε ποιες άνισες σπηλιές;
Σε ποιες ασήμαντες στεριές;
Όλα αυτά είναι που σκιάζουν τη σκιά της ομορφιάς.
Όλα αυτά είναι που λιάζουν το απόψε μιας γενιάς.
Όλα αυτά είναι που τέμνουν τον χρόνο και το άδικο.
Όλα αυτά είναι που ενώνουν τον πόνο με το φάρμακο.
Της πιο μικρής μου αγάπης της ασήμαντης.
Του πιο μικρού της κύκλου τις γραμμές.
Του πιο αγνού μου Κρίνου τις ρωγμές.

Ε. Μύρων, Έξι ποιήματα

Κακή ζαριά

Όλες οι πιθανότητες
γκρεμίστηκαν –
μόνη στέκει πια
η έβδομη πλευρά.

***

Διπλανός

Έμαθε
(από τόσος δα μικρός)
να παπαγαλίζει:
“Τι κάνεις, καλά;”

***

Στέκι

Σα μαγαζάκι στριμωγμένο στο κέντρο
που μικραίνει
για να χωράει στην πιάτσα
έτσι μικρός έγινες
στέκι για εφιάλτες.

***

Δεξιότητες

…ήταν κακή επιλογή τα όνειρα
για άρματα –
βούλιαξαν από νωρίς
στη λάσπη.

Εκεί πας με το ελαφρύ βιογραφικό.

***

Άρνηση

Με τα δόντια κρατάω
εκείνη την παιδική ανάμνηση –
κι ας θυμίζουν όλα γύρω
εξαγωγή φρονιμίτη..

***

Μωβ ανοιχτό

Μέσα μου
μιά θάλασσα χύθηκε.
Μου πνίγει το αίμα
λίγο-λίγο·
ξεβράζοντάς το
στους μορφασμούς
αγνώριστο.

*Από το ποιητικό φυλλάδιο με τον τίτλο “Απνευστί”, έκδοση του ποιητή, 2019.

Μαρία Πανούτσου,‘Ουδέν νεώτερον’ από το μέτωπο

α

Ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά
και μ’ έβγαλε απ’ την λίμνη που κρυβόμουν

β

ένα παιδί πάντα στο όνειρο μέχρι το χάραμα/
σε σκουπιδότοπο το βρήκα/ σε μάντρα/

μέσα μου ήξερα/
δικό μου γέννημα ήταν/

μια τσιμπιά στο μπράτσο/
μέλισσα με συναισθήματα και βλέμμα ανθρώπου
λιγδιάρικο μωρό φώναξα και ξαναφώναξα/ και γλίστρησα/
φύγε από πάνω μου/ δεν σε αναγνωρίζω

γ

Ναυάγιο το ταξίδι
Και το κραταιό φιλί ανύπαρκτο
Στεγνά τα χείλη και το κάθε τι
Σταφύλι και ρόγα κουκούτσι χυμός
Αναδύονται και ένα σώμα στο χώμα μπηγμένο
Αναφωνεί το υπέρτατο όχι
Νοσταλγία, νοσταλγία, νοσταλγία, φωνάζω
Τώρα η πόρτα ανοιχτή περάστε κόσμε

Ο έρωτας ως μία απόλυτη απώλεια

Κέα 2η Σεπτεμβρίου 2019

Γρηγόρης Σακαλής, Ρεύμα

Ο πλανήτης φλέγεται
Σιβηρία, Αμαζόνιος, Αφρική
να σώσουμε τη γη
είναι το πρώτιστο καθήκον
πρέπει να μπει στην ατζέντα
του καθημερινού αγώνα
που δίνουν οι άνθρωποι
για δουλειά, προκοπή
ελευθερία
η σωτηρία της γης
είναι προϋπόθεση
για όλα τ΄άλλα
η οικολογία
συναντά την αυτονομία
μπαίνει στις σημαίες
και στο λόγο
των αγωνιστών
μαζί μετατρέπονται
σ΄ένα παγκόσμιο ρεύμα.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες – Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

19.

Ο καθένας κουβαλά τις εμμονές του
Όπως άλλοτε
Σ’ ένα δεμάτι πίσω στη ράχη κρεμασμένο
Τα άπλυτα οι γυναίκες στα χωριά μας
Τραβώντας ίσια για τον τράφο
Να κοπανήσουν με γλυκά τραγούδια
Το χάραμα ή το μεσημέρι
Πάνω στην πλάκα τα σκουτιά τους•ωστόσο
Υπάρχουν σκέψεις σαν εμμονές
Που κανένα ποτάμι δεν ξεπλένει
Και το φουσκωμένο ρέμα δε βγάζει πουθενά•
Κι ενώ εκείνη μιλά
Για σφιγμένες γροθιές κι επαναστάσεις
Ξεσηκωμούς και δίκαιες εξεγέρσεις
Εγώ τις ρώγες της κοιτάζω
Που ορθώνονται και σπρώχνουν
Ρόδινα βέλη το λευκό της φανελάκι•
Μιλά με χάρη – ποια φυλλωσιά και
Ποια τζιτζίκια
Και ποια ακούσματα των δέντρων –
Αλλά δεν ξέρει πως την είδα χτες στα όνειρά μου
Να ρίχνει πέτρες στην ποταμιά
Ή στην άκρη να κοιμάται τού ύπνου μου
Στο άνοιγμα των φτερών μιας ανεμώνης
Και στα πιο μικρά καθρεφτίσματα να κάνει νερά
Γαλήνη που μάζευα σταγόνα τη σταγόνα
Για να πιω μετά μονορούφι μια πηγή•