Πόπη Γιόκαλα, Το ταξίδι

Ένα πρωινό με διάθεση χαράς ξεκίνησα το ταξίδι –
Αποσκευές τα όνειρα-
Συντροφιά οι σκέψεις-
Οι θάλασσες που θα συναντούσα-
Τα πανύψηλα βουνά-
Τον έρωτα-
Την Αγάπη-
Και…
Ξεκινώ-
Όλα Υπέροχα-
Γύρισα κάμπους, πόλεις μαγικές-
Έζησα πανηγύρια, μέθυσα με την
Ανατολή το ηλιοβασίλεμα…
Η ψυχή γεμάτη έκσταση-
Τ’ αστέρια πάνω μου συντροφιά-
Το φεγγάρι έλουζε τα μαλλιά-
Φώτιζε το όνειρο-
Τα μονοπάτια με λουλούδια έκαναν τα βήματα χορό-
Οι μέρες υπέροχες-
Η μοναξιά όμως;
Πάντα συντροφιά-
Έγινε κτήμα, προχωρούσα μαζί της-
Ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπο-
Φώτιζε γλυκά την ψυχή-
Έδινε ελπίδα-
Εξερευνώντας το κάθε τι…κατάλαβα ότι….
Μου έλειπε το τραγούδι-
Έκανα τραγούδι το ταξίδι-
Γέμισε νότες η ψυχή-
Βγήκα στο απέραντο γαλάζιο-
Η απεραντοσύνη έφερε λυγμούς-
Η θέα προς την ελευθερία με τρόμαξε-
Η ζωή επανήλθε πάλι στο ρυθμό
της καρδιάς-
Το φως των άστρων με φόβισε-
Έμεινα μόνη να κοιτώ-
Τυλίχτηκα στο σώμα και έδωσα πνοή-
Σκούπισα το δάκρυ-
Πήρα δύναμη απ’ τα φτερά μου-
Σηκώθηκα-
Έψαξα-
Προχώρησα-
…κάπου θα βρω την Αγάπη τον έρωτα μια φωλιά μέσα μου σκεφτόμουν-
Όλα πάλλονται στην απεραντοσύνη του κόσμου-
Τρέμουν στην καρδιά-
Γυρίζουν για μια ανάσα δίπλα-
Οι μέρες περνούσαν-
Συνειδητοποίησα-
Η Αγάπη είναι παντού-
Αρκεί να τη βλέπουμε με τα μάτια της καρδιάς-
Να ευχαριστήσουμε το θεό για το εξαίσιο κόσμο-
Και όλα γίνονται απ’ την αρχή στα μέτρα που μπορείς-
Όταν έγινε αυτό-
Τα βρήκα γύρω, παντού-
Τ’αγκαλιασα-
Δάκρυσα από χαρά και συνέχισα να ζω τη γλύκα της ζωής-
Στην Αγάπη δεν υπάρχουν δρόμοι-
Τους φτιάχνουμε εμείς-
Το ταξίδι όλο
Η ΖΩΗ
Μια διαδρομή-
Μια στιγμή-
Ένα δάκρυ-
Ένας πόνος-
Μια χαρά-
Ένα σκίρτημα-
Μια αύρα σ’ ένα όνειρο-
Ένας τεράστιος ποιητικός ουρανός μ’ αστέρια για συντροφιά και φτάνει-
Θα ταξιδεύω στη διάφανη λίμνη που οι ορίζοντες θ’ ανθίζουν…
Ψάχνοντας το τέλειο χρώμα.

Ράνια Καταβούτα, Πάτρα

Θα είναι πάντα απόγευμα γωνία Αράτου και πλατεία Όλγας
τρένα που βγήκαν απ΄τις γραμμές
πλοία που σαλπάρανε στα μπαλκόνια
κι εγώ κρεμασμένη στα κάγκελα
Σαρανταπόρου, Φαβιέρου
παλιό σκυλί η μνήμη
Τραμ και Καζάρμα
αυτός ο στίχος θα ΄ναι πάντα της Πάτρας
Ρήγα Φεραίου κρεμασμένα νυφικά
ήδη σε ξέχασα, Μαιζώνος
Καρόλου μεσάνυχτα, σονάτες μαχαίρια
του Τροχού τα βιβλία και μάγισσα Νέλλη

Αυτό το ποίημα δεν είναι δοξαστικό
τρώει τις σάρκες του
σαν το σκυλί στην ερημιά του Σαχτούρη

πόσα σκαλιά ανέβηκα για να σε δω απο ψηλά να καίγεσαι
πόσα λεωφορεία πήρα για να σε δω τη νύχτα
πόση θάλασσα μέτρησα
πόση Πάτρα αποχαιρέτησα
στον τέταρο όροφο ενός παλιού Αστέρα

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Jericho Brown, Αγαπητέ Δόκτορα Φρανκενστάιν

Ξέρω κι εγώ την τέχνη της κατασκευής ανδρών
μες στο ημίφως από θραύσματα
Καθώς ο διάολος θα με πάρει αν δεν

Πέσει κεραυνός όταν ξεχνάω ότι ένας
Ίσως έχει ενός κλέφτη τον αντίχειρα,

Άλλος, το χέρι δολοφόνου,
Βλέπω τους άνδρες που έφτιαξα να φεύγουν
Σαν μια ιδέα που ‘θελα να καταγράψω

Σαν ένα όχημα που κόλλησε
Στην όπισθεν, όπως το τέρας

Που συνάντησε ο θεός όταν ο
Αδάμ τα ζώα ονομάτισε και διεκδίκησε την
Εύα, γυρνώντας προς το μέρος της από τους ουρανούς

Σαν να ‘τανε δική του
Για να τρέξουν. Τίποτα απ’ όσα είπε δε δαμάζονταν.

Τέχνη καμιά. Ούτε εν σοφία. Καμιά κατάσταση
στα χέρια του που πήρε ή στα χέρια σου ή στα δικά μου,
Τίποτα απ’ όσα φτιάχνουμε δεν μας ανήκει.

……………………………………………

Dear Dr. Frankenstein

I, too, know the science of building men
Out of fragments in little light
Where I’ll be damned if lightning don’t

Strike as I forget one
May have a thief’s thumb,

Another, a murderer’s arm,
And watch the men I’ve made leave
Like an idea I meant to write down,

Like a vehicle stuck
In reverse, like the monster

God came to know the moment
Adam named animals and claimed
Eve, turning from heaven to her

As if she was his
To run. No word he said could be tamed.

No science. No design. Nothing taken
Gently into his hand or your hand or mine,
Nothing we erect is our own.

Jorge Palma, The last trees

That afternoon,
The last one
When they cut
The forests
And the big trunks fell
The size of heaven
Making the world tremble.
That afternoon,
The last one
He, who never had
State of knees
Not to beg to rain,
Now I felt the stones
Sinking into his skin,
Pushing Meat / Muscle /
Nerves that hurt.

“my whole life at the tip
From a gun “, he thought.
That afternoon,
The last one
When they cut the forests
On the side of heaven
And the last trunks fell
Making the earth tremble.

Τα τελευταία δέντρα

Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Όταν κόψουν
Τα δάση
Και οι μεγάλοι κορμοί πέσουν
Το μέγεθος του ουρανού
Κάνοντας τον κόσμο να τρέμει.
Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Αυτός που δεν ένιωθε ποτέ
Τα γόνατά του
Μην παρακαλάτε να βρέξει,
Τώρα ένιωσα τις πέτρες
Που βυθίζονται στο δέρμα του,
Πιλέζοντας το Κρέας / τους Μύες /
Νευρώνες που ενοχλούν.

“όλη μου η ζωή στο άκρο
Από ένα όπλο”, σκέφτηκε.
Αυτό το απόγευμα,
Το τελευταίο
Όταν κόβουν τα δάση
Από την πλευρά του ουρανού
Και οι τελευταίοι κορμούς έπεσαν
Κάνοντας τη γη να τρέμει.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Καφετζής, Εντάξει, καλύτερα τώρα; Τώρα νιώθεις πιο ασφαλής;

Παίξε το παιχνίδι τους, θα δεις θα σ’ αφήσουν
Είναι το παιχνίδι που σ’ αρέσει να κερδίζεις
και όταν πια στην παγίδα τους σε κλείσουν
δεν θα μπορείς ούτε το πάτωμα ν’ αγγίζεις

Μ’ ένα χρυσό κλουβί θα σου την πέσουν
Θα σε βάλουν τη μελωδία τους να τραγουδάς
Πόσο τυχερός είσαι και πόσο θέλεις να σε δέσουν
Εκεί έξω είναι επικίνδυνα μου λες και με κοιτάς

Εκεί έξω έχει πόλεμο, στις ειδήσεις το είδες
Ένα μάτσο αληταράδες σκαρφαλώνουν στην αυλή
των σπιτιών με τα τζάκια και τις ωραίες βιβλιοθήκες
Θα μπουν ένα βράδυ και θα σ’ ανοίξουν το κλουβί.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Ο ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΣ

Σήμερα είδα έναν άνθρωπο
με δυο στιλέτα στην καρδιά
δεν είχε καθόλου καύσιμα
κι όμως πετούσε στο χάος

Μου έδωσε την υπόσχεση
ότι θα με πάρει μαζί του
μετά έστριψε στη γωνία
εγώ μπήκα στο μετρό
και έγινα πειραματόζωο

Τι άλλο θέλεις να μάθεις;
Οι επιβάτες στη θέση τους
κι ο θάνατος μηχανοδηγός

***

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Μερικά πράγματα αφορούν το χάος
πάνω του θεμελιώνουμε τα σπίτια μας

Να είσαι εδώ και χρόνια άστεγος
και να σου ζητάνε οικοδομική άδεια
Το ταλαίπωρο σώμα σου ασφυκτιά:
τη μια με σπασμένη οδοντοστοιχία
την άλλη με κηδεμόνα ρυθμιζόμενο
Όπως κι αν το δεις, η ζωή είναι αλλού
κι έχει αμέτρητες μυϊκές συσπάσεις
Εκεί που αμαυρώνεις τον ουρανό
μαζεύεις δίπλα σου κοπάδια άστρων
με μια μοναδική πειστικότητα
Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα
του κάθε λογής καταφρονημένου

Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα
όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη

*Από την υπό έκδοση συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος¨, εκδόσεις Θράκα.

Luis García Montero, Δύο ποιήματα


ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Ὅταν μένεις σιωπηλὴ

κι ἀποφασίζεις νὰ μοῦ χαρίσεις τὸ Παρίσι

ν’ ἀγοράσεις τὸν Πύργο τοῦ Ἄιφελ γιὰ ν’ ἁπλώσεις τὰ ροῦχα μου στὴν
περίπτωση ποὺ μὲ γδύσεις καὶ δὲν βρέχει.

Ὅταν ἐπιμένεις
νὰ κεντήσεις τὶς Μενίνας τοῦ Πικάσο

πάνω σὲ ὅλα τὰ σεντόνια τῆς Οὐάσιγκτον

ἢ νὰ ταξιδέψεις ὣς τὴ Ρώμη σὰν κάποιον ποὺ ἀναζητᾶ ἕνα τσίρκο, σὰν
κάποιον ποὺ πατάει στὴ γῆ μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια
ἔχοντας συνείδηση πὼς εἶναι εὐτυχὴς καὶ εἶναι μεθυσμένος.

Ὅταν μοῦ μιλᾶς γιὰ ἀγάπη

καὶ φωνάζεις πὼς δὲν ἔχουν σημασία τὸ φῶς οὔτε τὰ ρολόγια

ὅτι εἶναι νύχτα καὶ πὼς δὲν σκέφτεσαι νὰ σηκωθεῖς·
τότε

ἐγὼ σοῦ λέω πὼς εἶσαι τρελὴ καὶ μοῦ ἀπαντᾶς

ἀπαγγέλλοντας Πετράρχη ἀπὸ μνήμης.

***

ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Ἀπὸ τὰ ἀπορρυπαντικὰ καὶ τὰ πλυντήρια πιάτων

ἀπὸ τὰ τακτοποιημένα βιβλία καὶ τὴ σκούπα στὸ πάτωμα ἀπὸ τὰ καθαρὰ
τζάμια, ἀπ’ τὸ τραπέζι

χωρὶς χαρτιά, χωρὶς τετράδια ἢ στυλό,

ἀπὸ τὶς πολυθρόνες χωρὶς ἐφημερίδες,

ὅποιος ἔρχεται σπίτι μου

μπορεῖ νὰ βρεῖ μιὰ μέρα

ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅπως ἐγὼ τὴ συναντῶ

ὅταν βγαίνω στὸ δρόμο

καὶ εἶναι ὁ καθεδρικὸς

κατειλημμένος ἀπ’ τὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν καὶ στὸ σουπερμάρκετ

τὸν Ἰούνιο παρασκευάζονται μπουκάλια μὲ τζίν, ἀλλαντικὰ καὶ γλυκό,

βεντάλια ἀπὸ φῶς στὸ περίπτερο

τοῦ ἀνθοπωλείου,
πόλη ποὺ ξεγυμνώνεται ἐντελῶς Παρασκευή.

Ἔτσι τὸ σῶμα μου

ποὺ μνημονεύει τὸ σῶμα σου

καὶ σὲ ἀναπαριστᾶ

στὴν ἀνησυχία ἀπὸ κάθε τι ποὺ ἀγγίζει στὸ τηλεχειριστήριο τῆς μουσικῆς, στὸ
χαρτὶ τοῦ περιοδικοῦ,

στὸν λιωμένο πάγο

ὅπως ἀκριβῶς λιώνει ἕνα πρωινὸ ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅταν ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ δρόμου,

τὸ ψυγεῖο μαντεύει αὐτὸ ποὺ γνώρισε τὸ σῶμα μου καὶ προτείνει ἄλλους
τίτλους γι’ αὐτὸ τὸ ποίημα: ἐντελῶς ἐσύ,

πρωινό τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ ὡραία ἀγάπη,

ἡ καλὴ συντροφιά.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, τεύχος 43/2, Νοέμβριος 2014.
**Μετάφραση: Virginia López Recio.

​Γιώργης Μακελάρης – Ελένη Μοσχοβάκη – Γ. Κακαές, Ποιήματα ουάκα

Μισώ τους γρίφους,
μα πιο πολύ εκείνους
που τους χαίρονται.

Αυτοί που τους χαίρονται
είναι όσοι τους λύνουν;

Μια φυσαλίδα
κλεισμένη στο αλφάδι
σαν ανάμνηση.

Σκεπάζει τη γύμνια της
μη γίνει πλήξη ξανά.

Πλήξη άνοιξης
σώζει τα καλαμάκια
απ’ τα σκουπίδια.

Και τι δε θα έδινα
ν’ ανακύκλωνα στιγμές.

Tο μυστήριο
κρύβει ένα θάνατο
κάτ’ απ’ το πέπλο.

Ξεσκεπάζω, τι να δω!
Δολοφόνος η ζωή.

Σε κάθε χαρά
ζαλίζεται ο ήλιος
ξερνά στα σπαρτά.

Πίνει σε κάθε λύπη
βρίζοντας το φεγγάρι.

Ν’ ακούω μόνο
παππούδες και τζιτζίκια
τα καλοκαίρια.

Ακόμα κι αν είναι
λίγο προτού να σκάσουν.

Σ’ ένα γραφείο
με λίγο φως, προσμένει
ο νεκροθάφτης.

Μονάχος, ούτε σκύλο
για συντροφιά δεν έχει.

Το τηλέφωνο
δε λέει να χτυπήσει.
Ψόφια η δουλειά.

Κοιτάζει εικόνα του
Χριστού και προσεύχεται.

Κλείνει τα μάτια
και ξαφνικά τον παίρνει
ύπνος θανάτου.

Νεκρική η σιγή του
μα αυτός θα ξυπνήσει.

*Το ουάκα είναι μια παλιά ιαπωνική ποιητική φόρμα και αποτελεί πρόδρομο των, περισσότερο διαδεδομένων, χαϊκού. Γράφεται συνήθως από δύο, ή και παραπάνω, ποιητές σε πέντε στίχους. Ο πρώτος ποιητής αναπτύσσει το πρώτο τρίστιχο των 5­7­5 συλλαβών, ενώ ο δεύτερος αποκρίνεται με το δίστιχο των 7­7 συλλαβών. Τα ουάκα που αναδημοσιεύονται εδώ -από το περιοδικό “¨Τσκμάκι” Νο 1, Άνοιξη 2015- είναι γραμμένα στίχο στίχο, με τη συλλογική διαδικασία, από τους τρεις συντελεστές του περιοδικού.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Μητρική ευχή

Σε βύζαξα παρέα με τον καπιταλισμό
σε ανάθρεψα σε περιβάλλον συστημικό
σου έδωσα αρχές παγκοσμιως αποδεκτές
εξάλειψα στο μυαλουδάκι σου έννοιες επαναστατικές.
Καθετί αντιδραστικό στο είναι σου το πάταξα
με λίγη προσπάθεια σε θρόνιασα
βασιλικά μπρός στη 28άρα digital γιαγιά.
Επέλεξα τις συναναστροφές σου από κούνια
να είναι όλες με καμπανάκια στο λαιμό και με ονόματα
εύηχα όπως Εκάλη, Κηφισιά και Βαρυμπόμπη.
Σε διασκέδασα μέσα σε σωφρονιστικά καταστήματα ονόματι The Mall
να αλλάζεις ρουχαλάκια επώνυμα αξεσουάρ φρουφρού και αρώματα.
Σε έβαλα να συναρμολογείς παζλάκια με πτώματα μικρόσωμα
έτσι για να πάθεις ανοσία
και σε παιχνίδια στρατηγικής σου δίδαξα να έχεις πάντα τη σοφία.
Εσύ πάντα να κερδίζεις. Εσύ πάντα να σκοτώνεις.
Σου εξασφάλισα τα προς το ζην με κόπο ψώνισα ότι χρηστικό.
Ασφάλεια ζωής ιδιωτικά σχολεία νταντάδες ξενόγλωσσες πιστωτικές καλωδιακές μεταλλαγμένα υπνωτικά αντικαταθλιπτικά
αλλά και δάνεια από οργανισμούς
φιλάνθρωπους για κάθε ενδεχόμενο.

Ναι.
Σε ανάθρεψα σωστά.
Δεν αμφέβαλλα στιγμή.

Μα στο προγεννητικό έλεγχο
ελπίζω να προλάβω να σου κληροδοτήσω
την ευχή τη μητρική

Κάποτε να με συγχωρέσεις.

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Χρήστος Κεραμίδης Δύο ποιήματα


ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Λησμονώντας το παρελθόν,
τυφλός μπροστά στο μέλλον
επανακαθορίζομαι.

Η ζωή μου
αθέατη πορεία
μέσα σε επικράτειες μεταβλητές
μέσα σε πλάνες αναγνωρίσεις.

Αδελφέ μου·
θέλω να προστατευτώ
φωνάζοντας το όνομά σου
το όνομά μου
τα ονόματα των ανέμων και των ποταμών.

Αδελφέ μου·
θέλω να προσευχηθώ
με τη δύναμη της πιο μεγάλης ομολογίας.

***

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑΣ

Τώρα…

Ανοιχτός πλέον σ’ όλα τα ενδεχόμενα
επινοώ γυμνάσματα δεξιοτεχνίας.
Με σιωπές ανέντιμες και γρίφους απαντώ.

Υποτάσσω μύθους παλινδρομικούς·
επιμελούμαι την μετριότητά μου
στις ευρύτερες αποτιμήσεις·
επιβεβαιώνω τις προκαταλήψεις.

Και τι επιμένω;
Όταν αισθήματα και πάθη ξεπουλώ
σε μια λογική αδιάψευστη Δωροδοκίας.

*Από τη συλλογή “Τελευταία υπόσχεση”, εκδόσεις Στοχαστής, 2001.