Toni del Renzio, Ντισκοτέκ*

I

Δεν μπορείς να τα ’χεις όλα δικά σου: στην επανάσταση θα πεθάνουν
άνθρωποι.
Έχω δει την θάλασσα να κόβεται στα δάχτυλά μου.
«Τα μαζεύεις και τρέχεις» είπε, με γυμνή πια εδώ, αναπάντεχα, την επιθυμία για ζωή
Έριξε τα δίχτυα κι από λάθος έπιασε την θάλασσα.

II
Έπεσα στην θάλασσα για να πάρω τα κύματα της σκέψης μου· όμως
φεύγει.
Το σκοινί τεντώθηκε αφότου είχε σπάσει.
Ευτυχώς, η μηχανή του ταχύπλοου που είχε πέσει με άνεση στον βυθό
σε ανύποπτο χρόνο, ήταν ανοξείδωτη.
Ο κώλος είναι σφαιρικός κατ’ ανάγκη.

III
Κολύμπησα κόντρα στο ρεύμα, ακολουθώντας την φορά του ανέμου· ο τσιλάουτ κόσμος με περιέπαιζε χλευαστικά.
Ο εχθρός είναι επιδέξιος, αλλά όχι όσο εμείς.
Τα σώματα μπορεί να εναλλάσσονται ή και να μεταλλάσσονται αλλά, δεν ξεγελιούνται οι φωτιές, όσα και να’ναι τα μποφόρ, όποια και να εμφανίζεται ως μπουνάτσα.
Οταν κολυμπώ με απασχολούν θέματα ποικίλα.

IV
Το αναπόδραστο μίσος μου μετέτρεψε σε τορπίλη το σώμα μου και το
’ριξα στο πρώτο κότερο που βρήκα μπροστά μου.

Αυτή η νύχτα θα είναι ακοίμητη γιατί ο ουρανός της είναι γκρεμισμένος.
Οι καφέδες δεν βοηθούσαν.
Το μεσημεράκι οι φίλοι μου βράζουν σε σιγανή φωτιά που εγώ άναψα, με προσοχή.

ΥΓ: Ήταν τρομερή έκπληξη η διαπίστωση ότι τελικά οι κοτεράτοι δεν ήξεραν κολύμπι.

Ακάθιστος, Μπιγκ Βαγκ, Τζοβάνι και Σάντρα

*Η Ντισκοτέκ προέκυψε ως μια λίγο-πολύ τυχαία συνένωση που έπαιξε μια παρέα τεσσάρων στην Αντίπαρο. Ανεξαρτήτως του ότι έπιναν καφέ.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007.

Μπάμπης Λάσκαρις, Ανάσταση στον παγετό

Χρόνος συγκοπτώμενος είναι λοιπόν η γλώσσα.
Ή μήπως υπάρχει και κάτι το άχρονο στις βαθιές μου μνήμες μήπως;
Ναι, μνήμη εσύ που έρπεις στα τετριμμένα των πλάγιων ετών
Πόσο σαφής μπορεί να γίνει επιτέλους μια μεταστροφή ολοκληρωμένη;
Φραγμέ-πάψε- αιτούμαι του πυθμένος το άβατο
Μέσα στα φώτα που χλιμιντρίζουν σε καθαρό λιμάνι
Κάτω από τις καρίνες, κάτω από τις καρίνες κολυμπήσαμε
Με λαθραίο ευτύχημα-νόμισαπως υπήρξα για λίγο
Δικός μου-
Ιδού ακόμη και η Σιγκαπούρη ευτυχώς μου διασφαλίζει γεύματα
Στην επιούσια φυλακή μου.

Ακυρώνομαι, αμέσως ακυρώνομαι.
Και η πέρδικα νεκρή στον καταψύκτη.
Έλα, αν δεν υπάρχει τίποτε μόνιμο,
Δεν θα πρέπει να υπάρχει και τίποτε το οριστικό.
Έλα, άναψε το κεράκι σου, άναψέ το…
Ξερνάω ποίηση, ξερνάω τον εαυτό μου.

* * *

Άφωνα διεκδικώ έρωτες «τι είναι ένα μήλο;»
Τι είναι αυτό – ένα μήλο;
Εσοχή σχολείου- τότε
Μυροβόλος εωθινή που στο πέταγμα της
Διαφεντεύαμε μοναχοί το παραθυράκι
Που οδηγούσε στ’ ανοιχτά γιορτή των σπλάχνων
Στο μισόφωτο. Κάτω από τη σκηνή της μεγάλης αίθουσας
Που ανέμιζαν τα πλήκτρα.
Μάθε το σκοτάδι, μάθε το σκοτάδι-
Ίσως μπορέσεις να το δεις
Δρώντας τυφλά
Στη γοητεία του
Ένα σκαλοπάτι είναι ο ορίζοντας
Αόρατος όπως η γη των μακαρίων
Που υπόσχονται σχέδια
Για εποικισμό της υπαίθρου.
Πνίξτε τις πόλεις.
Άλλο δεν μας χωράνε εδώ.
Παρά μονάχα για τα μάτια σου Ισμήνη
Και τα πικρά σου δάχτυλα στα πλήκτρα.
Γοερός θα είμαι
Πρωτού να με θωπεύσεις νεαρή.
Κρύσταλλος διαύγειας η λογική της αδερφής
Κρύσταλλος διαύγειας οι αυλοί της νεκρής μου καρδιάς-
Κι ατίμωση ο θάνατος από μοναξιά, ατίμωση ρευστή
Από στόμα σε στόμα καθώς δυσφήμιση.
Εύοσμος, ταριχευμένο δέρμα οιλέξεις μου ανοίγουν κομμάτια στο χώμα
Και τα νεφρά μου στην κάτω, χαμηλή μου όχθη σφίγγουν ορίζοντες
Και δοκούς μιας Ιωλκούς. Δεν φανερώνονται έτσι οι μικρότητες,
Με τον ήλιο βγαίνουν καθώς ματωμένη νύχτα
Στο αυτί διάκοσμος γλυκός η λειωμένη στις διαφορετικές
μας αμβλώσεις συζήτηση-
Επιτέλους, έγινες λέξη μου ηλεκτροφόρα
Κι εγώ νεκρώθηκα στα ίσαλα
Μιας λερωμένης μπουκαπόρτας
Ν’ ανεβάσω λάδι.

5-1-2018

*Από το βιβλίο “εν καμίνω (τέσσερις συνένοχοι)” (που είναι οι Κώστας Ρεούσης, Μπάμπης Λάσκαρις, Larry Cool και Παναγιώτης Θανασούλης), Εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2019.

Κωστής Τριανταφύλλου, εκ των ων ουκ άνευ

…αν και ο θάνατος μαζεύει τα λουλούδια,
οι σπόροι στα λουλούδια δεν τελειώνουνε ποτέ…

στίχοι από το τραγούδι που έγραψαν οι Grup Yorum

είναι ατομική ευθύνη
να ξεριζώσω τις μολυσματικές σχέσεις
να σταματήσω τις τοξικές ενοχές
να βάλω τα βιβλία οικονομίας μακρυά από αυτά της ποίησης και της τέχνης
και πιο μακριά αυτά της τηλεόρασης και στα σκουπίδια ακόμη
να προσαρμόσω το τί θα τρώω εγώ για να έχει να φάει ο γείτονας
να σταματήσω αυτούς που κάνουν την ποίηση να μην μιλάει
την Helin να μην ακούγεται
που πήρε τον παλμό του κόσμου κι έφυγε δυνατά
στη μουσική του κόσμου μια ηχώ με την καρδιά της
να σταματήσω τους λογοκριτές των ειδήσεων
τις πληροφορίες που δεν πληροφορούν
μας γεμίζουν ενοχές γιατί διαιωνίζουμε έναν κόσμο απάνθρωπο
σκλαβιάς και μίσους
θυμίζοντάς μας κιόλας πως είναι ατομική μας ευθύνη!

είναι ατομική ευθύνη να υπάρχουμε
να διεκδικούμε και να ανατρέπουμε
η ζωή είναι για σένα
η ευθύνη είναι για όλους μας
είναι κοινωνική ευθύνη
η ζωή είναι δικιά σου
κι η τέχνη για να γεμίζει την ψυχή μας

Αθήνα, 3 Απριλίου του ´20

2 ποιήματα | Ιωάννης Πάττας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pattas

Παθών

Είμαι παθών
κι ανήμπορος να υπερασπιστώ
το ήθος στο σταυροδρόμι τούτο.
Το δίκιο εξαφανισμένο
η ανθρωπιά κάτι αλλόκοτο
σε ποιο καιρό ανήκω άραγε;
σε ποιο αιώνα;
σε ποιο σύμπαν;

Χτύπησα τις πόρτες χωρίς απαντήσεις
χτύπησα τα παραθυρόφυλλα
καμιά ανάσα,
κρατούν όλοι τις αναπνοές σφαλισμένες
να μην προδοθούν
να δηλώνουν την απουσία τους…

Γιατί άπλωνα το χέρι στους γύρω μου;
γιατί τώρα που χρειάζομαι το δικό τους
εξαφανιστήκαν
εξανεμιστήκαν
δεν άφησαν κανένα ζωντανό ίχνος;

Είμαι παθών.

Το δίκιο έγινε άδικο
και το άδικο μέγα δίκιο.
Όμοιο αγρίμι περπατώ μέσα στο πλήθος
-τι ειρωνεία-
αγρίμι στη βουή μιας μαινόμενης πόλης.
Καμιά παλάμη ανοιχτή
για να φωλιάσει τη δική μου.
Κανένα χέρι δεν περισσεύει
χωρίς να προβάλει ανταλλάγματα.

Είμαι παθών.
Κι όμως προστάτης θα σταθώ
σε τούτο το περήφανο αγρίμι.

View original post 101 more words

Στέλλα Δούμου, Κατά το μέγα έλεός της

Της διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε
Ύστερα τα έπνιγε στον ασβέστη σαν γατιά
Και την παρατούσε με λύσσα
Για να την κάνει να κλαίει
Αργότερα, όταν κανείς δεν κοιτούσε
Τα έθαβε μ’ ένα φτερό για σημάδι
Για να πετάξουν ξανά
Κατά το μέγα έλεός της
Ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε πόσο την αγαπούσε.

*Από τη συλλογή “Το άλογο που έγραφε”, Σμίλη 2020.

Σάκης Κεντής, Ποιήματα

Lenna Wolt, Το μέτωπο του Νίκου Εγγονόπουλου κατά το έτος Νίκου Εγγονόπουλου, κολλάζ (2007)

ΠΟΣΟ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Κάθε βράδυ
Βάφει στο φαρμάκι τα νύχια της ψυχής του
Στολίζει το πέος του με ασπίδα και κοντάρι
Τινάζει αγέρωχα τα φίδια τα μαλλιά του
Μουσκεύει το σώμα του
στη λάβρα της αθανασίας
Ξηλώνει τα μάτια της μέρας
να φανούν τα κάρβουνα
Καρφώνει τη φτέρνα του στη λόγχη του έρωτα
Βρυχάται στο κτήνος μέσα του να ξυπνήσει
Βιδώνει καλά το καπάκι της νοσταλγίας
Παίρνει την τελευταία στροφή
Φοράει τα βήματα της αντιλόπης
Και επισκέπτεται
Χωρίς να σκέπτεται
Μόνο σπαρταράει
Και όλο γελάει
Δοκιμάζει
Και δοκιμάζεται
Έρχεται η εικόνα καβάλα στην καύλα της
Την αρπάζει και τη βατεύει επί τόπου
Στο ρυθμό της ραπτομηχανής

Τις περισσότερες φορές μαργαριτάρια
στάζουν τα δόντια του
και στα νύχια του
οι καρφωμένες σάρκες
ξετυλίγονται μετάξι
Η επέλαση συνεχίζεται ακάθεκτη
Καθώς ταΐζει την ατμομηχανή απερίσκεπτα
ανάμεσα στους ατμούς και τους θορύβους
όλα κλειστά, η αγωνία
η νοσταλγία
ο φόβος
κλειδωμένα στο υπόγειο της επιθυμίας

Κι όμως εκεί στον ανέφελο ουρανό
κάτι μέσα του τον τρώγει
«Τι διαβολική ευθυμία είναι αυτή
πού ήτανε, πόσο κρατάει
πόσο το τίμημα
και ποιος το ζητάει»

***

ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΡΩΓΜΗ
Αρτεσιανό φρέαρ, Αντλία, Μηχανή
και ό,τι άλλο σκαρφιστεί
ο Θησέας και το σπαθί του
Όλα για μια στιγμή
για μια μικρή ρωγμή
ν’ αναβλύσει
απ’ το επίπεδο του υπόγειου ορίζοντα
το νάμα της ζωής
μια στάλα, ίσως ρυάκι
ή κρύσταλλος ή θειάφι
ή άλλο τι
καθάριο, τέλειο, αθάνατο
ανόργανο
αμετάβλητο στον ήλιο
στον αέρα
Τόσο διαφορετικό
απ’ το ζουμερό
το εύπλαστο
και το σαρκώδες,
το οργανικό
το μεταβλητό
που καταναλώνεται,
σε μια στιγμή περνά
από την ύπαρξη
στην ανυπαρξία και χάνεται
στ’ απόβλητα της πράξης

***

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΜΕΡΕΣ

Λαλίστατοι εσείς — εγώ μουγκός
Χαρούμενοι εσείς — εγώ λεπρός
Φιγούρες εσείς — εγώ αγαρμπιές
Πανέξυπνοι εσείς — εγώ τενεκές
Σαλτάρω εγώ — γελάτε εσείς
Συστρέφομαι εγώ — απορείτε εσείς
Ξεσπάω εγώ — φοβάστε εσείς
Ο ιερέας σας περνάει δύσκολες μέρες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε στο πίσω εξώφυλλο του ίδιου τεύχους.

Χ.Π. Σοφίας, Βατήρας

ο ήχος του νερού
η ταλάντωση του βατήρα

ο θερινός χορός
μια γυναίκα δίχως ρολόγι

η σκιά του ύψους
με τα φτερά του έρωτος

η μοναξιά του ύψους
η δίψα του σώματος

τα μυστικά των ματιών
μια σιωπή που αποκαλύπτεται

ο ήχος του νερού
η ταλάντωση του βατήρα

* Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/04/blog-post_26.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FZritW+%28Ελικωνία%29

Shuntaro Tanikawa, Δύο ποιήματα

Είναι πρωί

Πρώτα τεντώνομαι στο κρεβάτι.
Σηκώνομαι απότομα.
Πάω για κατούρημα.
Παίρνω την εφημερίδα.
Είμαι μια μικρή μονάδα παραγωγής ενέργειας.

Η δύναμη των νεκρών φύλλων να πέφτουν …
Η δύναμη των δακρύων ενός ανήσυχου παιδιού …
Η δύναμη του εξασθενισμένου ήχου μιας άρπας των Εβραίων
Η δύναμη της περιστασιακής στίξης …
Η δύναμη του «Καλού πρωινού» …

Μια αόρατη μήτρα
ενώνει μικροσκοπικές δυνάμεις.
Είμαι ένας από αυτούς τους κόμβους.
Η γη είναι πάνω στο τραπέζι.
Παίζω ένα επίμονο παιχνίδι με τη γη.

Πίνω χυμό καρότου.
Ενεργοποιώ τον επιτραπέζιο υπολογιστή.
Παραμένω ανυπόμονος για λίγο.
Αναπάντεχες λέξεις εμφανίζονται,
έτσι, σαν φυσαλίδες.

***

Είμαι εγώ

Ξέρω ποιος είμαι.
Αν και είμαι εδώ τώρα,
Μπορεί σύντομα να φύγω.
Ακόμα κι αν φύγω, είμαι ο ίδιος,
αλλά στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να είμαι ο εαυτός μου.

Είμαι εν μέρει γρασίδι.
Μπορεί να είμαι εν μέρει ψάρι.
Αν και δεν ξέρω πώς λέγεται,
Είμαι επίσης ένα κομμάτι λαμπερού μεταλλεύματος.
Και φυσικά είμαι σχεδόν εσύ.

Επειδή δεν μπορώ να εξαφανιστώ ακόμα και αφού ξεχαστώ,
Είμαι μια μελωδία που θα επαναληφθεί.
Είμαι αχνό κύμα και ένα σωματίδιο
που έφτασε μετά από έτη φωτός ως εκ τούτου,
καλπάζω, με συγχωρείτε, στο ρυθμό της καρδιάς σας.

Ξέρω ποιος είμαι,
έτσι ξέρω επίσης ποιος είσαι εσύ.
Ακόμα κι αν δεν ξέρω το όνομά σου,
ακόμα και αν δεν έχεις καταχωρίσει κάπου το όνομά σου,
Θα βγω από τον εαυτό μου και θα μπω σε σένα.

Απολαμβάνω να βρέχομαι με τη βροχή,
λείπει ο έναστρος ουρανός,
γελώ σπασμένα με διάφορα αστεία,
ξεπερνώντας την ταυτολογία του είμαι εγώ,
Είμαι εγώ

*Από τη συλλογή “Watashi” Vagabond Press, 2010.

**Μετάφραση στα αγγλικά από τα ιαπωνικά: Wiliam I. Elliott – Kazuo Kawamura. Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης

Μαρία Αγγελοπούλου, Ποιήματα

14.
Στο σταυροδρόμι
μυρίζει ψωμί. Λακκούβες, φανάρι κόκκινο

Ένα
μπαμ
γδούπος κορμιού
σιωπή.

Δειλινό
για το αγόρι.

Σταματήστε τον
αυτόν με τη μερσεντές,
θα τον αναγνωρίσετε
απ’ τον ματωμένο προφυλακτήρα,

Τα αίματα του αγοριού
μαζί και μυαλά του
ξεράθηκαν
κανένας δεν τα σκούπισε.

Στάμπα,
πίσω από μία ανθισμένη κολώνα.

15.
Ρέουν απ’ τις φλέβες μου
αίματα στα χώματα
κόκκινη λάσπη γίνεται
χασάπικο μυρίζουν.
Είναι αργά.

Γι’ ασπασμό
πέφτανε
τα σάλια μου.
Στημένοι ουρά
σήμερα
χείλη σας
στερνή φορά τον δίνουν.

Είναι αργά
να μ’ αγαπήσετε.

Στον τόπο
τον ουκ έστι πόνος
ου λύπη
ου στεναγμός

τον χλοερό

την αγάπη σας
να τη γαμήσω.

16.
Η σταφυλή μου, κατρακυλά
στον φάρυγγα
δίκην
κόμπου πέτρας.

Τα μηνίγγια μου
φωτορυθμικό
εξωκάρδιων κτύπων.

Γύρω,
λευκοπράσινος θάνατος.

Διασωλήνωση.

Αέρας
μου μπαίνει από παντού.
Πονούν
στις βάσεις τους τα δόντια.

0 μεγάλος
βιαστής
απών.

17.
Έβαζε λόγια
στην κορφή της γλώσσας σου.

Σου ’βγάζε τα νύχια
τ’ αντικαθιστούσε με σχοινί
δάχτυλα-μαριονέτες
κούναγε.

Πλαισιωμένος
περιστέρια
χωρίς φτερά-μόνο πόδια.

Πλαισιωμένος, πούπουλα, στον άνεμο.

18.
Ανηφόριζε με προσδοκία, ν’ αποφύγει τη σφαγή
κάπου στον δρόμο, χάθηκε,
σπρώχνοντας χάντρες.

«0 βωμός δεν έχει αποπερατωθεί» τραγούδαγαν
κι εκείνος —ώντας ευκολόπιστος—
χόρευε
φορώντας αγκάθινα παπούτσια.

Γνώριζε για τη θεμελίωση
έβλεπε, που καλούπωναν
που έριχναν τσιμέντα
ήξερε (δε δικαιολογείται, ήξερε).

Μα κύλαγαν οι χάντρες, κάτω-πάνω-μέσα-γύρω.

Μέχρι που άπλωσαν στον τρούλο κεραμίδια, ήλπιζε σε κατεδάφιση.

19.

Ξεφλουδίζονται τα συμβάματα
στοιχεία
ενσυναίσθησης, ρέουν.

Μέχρι τελευταίας διαφυγής
στάζει στάχτη
το στιλέτο
στάχτη
καμένου φλάουτου.

Ζυμώνεται
ψήνεται
πλάθεται —με δάκρυα— βουβό

να το κοιτάμε.

20.
Ένας καθρέφτης δέρμα
ανακλά: σώμα
πνεύμα
νεύμα σου

διαστέλλεται
ξηραίνεται.

Διασπάται.
Μικρά καθρεφτάκια δέρματός
μου
φυτεύονται στο χώμα
βλασταίνουν ρίζες κόκκινες
που κόβεις

μισές μένουν στο χώμα
και μισές

κρέμονται στη λάμα σου.

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ σκηνή

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα
Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες
 
*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο” (1952).

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://erinaespiritu.wordpress.com/2019/12/18/ἡ-σκηνή-μίλτος-σαχτούρης
/